24 Νοε 2015

Η Μαμά Της Ηδονής



Η επίγνωση της αλήθειας προσφέρει ό,τι και η ανάμνηση της ηδονής: τίποτα. Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την αρχή.

Η εκστρατεία υπέρ της επιστήμης και της λογικής, της οποίας προΐσταται παγκοσμίως ο ζωολόγοςRichard Dawkins, προσφέρει μιαν άκρως ενδιαφέρουσα θεώρηση του κόσμου και της ζωής, η οποία, σε μία ανθρωποκεντρική ανάλυση, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα τρία σημεία:

α) Η ύπαρξή μας δεν αποσκοπεί πουθενά. Υπάρχουμε ως αποτέλεσμα κάποιων διεργασιών που οδήγησαν στην ύπαρξή μας. Είμαστε μία έμβια οργάνωση της ύλης (βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η αυτοσυνειδησία) για το πενιχρό διάστημα των ολίγων δεκαετιών που ζούμε.

β) Ο Αλλάχ, ο Θορ, ο Ζευς, ο Θεός των Χριστιανών και όλοι οι επί γης Θεοί και οι θρησκείες στο χώρο και το χρόνο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μυθεύματα. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι στις θρησκευτικές δοξασίες υπάρχει Αλήθεια, το δε θρήσκευμα των ανθρώπων δεν είναι παρά το αποτέλεσμα κληρονόμησης ενός μιμιδίου από γονείς σε τέκνα.

γ) Οι συνιστώσες που προσδιορίζουν την ηθικότητα ουδεμία σχέση έχουν με τη μεταφυσική, μπορούν, δε, να αναλυθούν με όρους γενετικής, εξελικτικής βιολογίας (εξελικτικής ψυχολογίας, κοινωνιοβιολογίας, εξελικτικής ηθικής), κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας. Με ερμηνευτικά εργαλεία τη θεωρία της επιλογής συγγενών (kin selection), τη θεωρία της επιλογής ομάδων (group selection), τη φυσιογνωμία του γονιδιώματος, τη φυσική επιλογή, τις δυνάμεις που αναπτύσσονται στο ιδιαίτερο κάθε φορά κοινωνικό περιβάλλον, το ηθικό (αλτρουϊσμός, καθολικό ταμπού αιμομιξίας, μονογαμικότητα) και το ανήθικο (βιασμός, βία, απιστία) απεκδύονται πλήρως του μεταφυσικού τους φορτίου και εξηγούνται σε αυστηρώς νατουραλιστικό πλαίσιο.

Ας υποθέσουμε ότι τα πράγματα είναι όντως έτσι. Ας υποθέσουμε ότι είμαστε όντως προϊόντα της τυχαιότητας και της συγκυρίας, ότι η ζωή μας αρχίζει και τελειώνει εδώ, ότι τίποτα δεν μπορούμε να προσδοκούμε πέραν των ολίγων δεκαετιών που ζούμε, ότι η ηθικότητα δεν είναι οντολογικά τίποτε περισσότερο από ένα φαινότυπο, ότι ως και η βούλησή μας ίσως είναι πολύ λιγότερο (ή καθόλου) ελεύθερη απ’ ό,τι ως τώρα νομίζαμε. Εκ της πραγματικότητος αυτής, μόνο η ματαιότητα διασώζεται. Όλες οι άλλες έννοιες, η αγάπη, η μητρότητα, η προσπάθεια, η δημιουργία, η επιστήμη, η ελπίδα, η αυτοθυσία εκμηδενίζονται.

Κι η ματαιότητα μόνο την ηδονή μπορεί να κυοφορήσει.

Αρχαιοσυντηρητικός



Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορώ να εξηγήσω σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί». Τον τρόπο που βλέπω την εκκλησία, για παράδειγμα. Πώς να εξηγήσω σε έναν υψογρονθάκια ένα συναίσθημα; Την αναγνώριση του θείου ηχοχρώματος της πρότασης «υπάρχει και Θεός». Τη συγκίνηση που με διαπερνά όταν αντικρύζω το γαλανό και το λευκό των Κυκλάδων που εναρμονίζει την ψυχή μου μ’ ένα ανείπωτο ρίγος υπό τους ήχους μιας νοητής, εκκωφαντικής ορχήστρας δέους συνοδεύουσα άπαντα τα νησιώτικα ξωκκλήσια. Την απέριττη τελειότητα των βυζαντινών εικόνων που όλες μαζί και η καθεμία χωριστά αποτελούν τη βρώση των αισθήσεων μιας Θείας Ευχαριστίας σώματος που επιμένει στην ταπείνωση και την αυταπάρνηση. Τη συμπαντική τροφοδότηση που αναγεννάται μέσα από την προσευχή, επιστρατεύοντας μυστικές αναστομώσεις της αισιοδοξίας, της ελπίδας, της δίψας για ζωή, μα και της μετάνοιας και της αμείλικτης αυτοκριτικής. Το θαυμασμό για τους ιερείς που δεν ηθικολογούν ποτέ αλλά αμίλητοι ακούν προσφέροντας  ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα πιάτο φαγητό ή ό,τι περισσότερο μπορούν. Την ταυτότητα που κάθε Έλληνας φέρει στο στήθος του και τη σημαία του. Την αφελή πίστη των χωρικών στην καλοσύνη, την εντιμότητα, το φιλότιμο, με όλα τα θυμιατά της, την τέχνη της, τα έθιμά της, το δάκρυ της. Την απολύτως υποβλητική ατμόσφαιρα των ναών που έρχεται να σου θυμίσει ότι κάποιος διαρκώς σε κοιτάζει, ευφραίνεται όταν προοδεύεις και λυπάται όταν αποτυγχάνεις.

Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Και για την εκκλησία μιαρός είμαι- γιατί δεν πιστεύω ότι το Ευαγγέλιο συνέγραψε ο Θεός με το φλεγόμενό του δάχτυλο, γιατί δεν πιστεύω ότι η ερωτική επαφή είναι αμαρτία, γιατί δε θεωρώ ότι όποιος επιλέγει να καίγεται αντί να θάβεται θέτει εαυτόν εκτός Εκκλησίας, γιατί δεν πιστεύω ότι η Εκκλησία πρέπει να απολαμβάνει προνομίων όπως η φορολογική ασυλία, γιατί φρονώ ότι ο δρόμος του αγνωστικισμού είναι μονόδρομος όταν κάποιος αντιμετωπίσει στην ωρίμανσή του το περί Θεού ερώτημα ως αυτό που είναι: ένα επιστημονικό ερώτημα.

Ακατανόητος για τους υψογρονθάκηδες και απόβλητος για την Εκκλησία, δε θα ήθελα να ορκιστώ με πολιτικό όρκο. Δε θα ήθελα να παντρευτώ με πολιτικό γάμο. Θα οδυρόμουν σα να έχασα μέλος του κορμιού μου αν πάθαιναν ποτέ κάτι τα νησιώτικά ξωκκλήσια τα λευκά που ’ναι όλα τους στην αγκαλιά του Ελληνικού ουρανού. Θα έκλαιγα απαρηγόρητος αν κάποιος μου έπαιρνε την ανάμνηση της μάνας μου να με λιβανίζει. Θα έστρεφα αλλού το πρόσωπό μου από αποτροπιασμό σαν ένα παιδί ρωτούσε τον πατέρα του αν ο παππούς είναι ψηλά με το Θεούλη και κείνος αποκρινόταν πως «δεν υπάρχει Θεός».

Παλιομοδίτης και αρχαιοσυντηρητικός.
Αυτός είμαι. Και δύσκολος.

Ένας Διορισμός, Μια Εκλογή Κι Ένα Βραβείο



Η έννοια της φυσικής επιλογής είναι από τις πιο δύσκολες στο πλαίσιο διδασκαλίας της Βιολογίας, και τούτο διότι η απλή διατύπωση της επιβίωσης του καλύτερα προσαρμοσμένου στο περιβάλλον οργανισμού είναι αδύνατον να αποσαφηνίσει με την απαιτούμενη προς εμπέδωση της έννοιας λεπτομέρεια, τον ακριβή μηχανισμό υπό τον οποίο η επιλογή λαμβάνει χώρα. Γύρω από τη «μονάδα» επιλογής χύνεται άφθονο μελάνι, μιας και άλλοι βλέπουν στη μονάδα κυρίαρχο το γονίδιο, άλλοι την κοινωνική ομάδα, άλλοι τον οργανισμό, οι ανεπαίσθητες, δε, μετατοπίσεις ως προς την αντίληψη της «μονάδας» που επιλέγεται προβάλλονται και καθορίζουν την αντίληψη καθ’αυτή της έννοιας της εξελίξεως, που ομολογουμένως συνιστά μια εκ των επαναστατικότερων συλλήψεων του εικοστού αιώνα.

Σχετικώς πρόσφατα δύο κορυφαίοι Βιολόγοι, ο Richard Dawkins και ο Edward Wilson, καυγάδισαν κάπως άκομψα δημοσίως εξ αφορμής ενός βιβλίου που ο τελευταίος εξέδωσε το 2013 (Η Κοινωνική Κατάκτηση Της Γης),  στο οποίο πραγματοποιείται μια απόπειρα «αντικατάστασης» μίας έως τώρα κυρίαρχης θεωρίας στο πλαίσιο της εξελικτικής Βιολογίας, αυτή της εγκλείουσας αρμοστικότητας, με τη θεωρία της πολυεπίπεδης επιλογής. Τα προεόρτια, βέβαια, είχαν ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ο Wilson δημοσίευσε τις ιδέες του αυτές στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Nature. Ο Dawkins, στη δυσμενέστατη κριτική του για το βιβλίο του Wilson, έγραψε ότι η δημοσίευση στο Nature δε θα είχε λάβει χώρα ποτέ αν η υποβολή της μελέτης είχε πραγματοποιηθεί ανώνυμα˙ το κύρος, όμως, του ονόματος του Wilson εξασφάλισε τη δημοσίευση.

Ο Dawkins, όμως, παρόλη την επιθετική (έως εριστική) του διάθεση κατά του Wilson, δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση ότι ο Wilson είναι αυθεντία, ότι γνωρίζει τις κοινωνίες των εντόμων (ειδικά των μυρμηγκιών) όσο κανείς άλλος στον πλανήτη, ότι υπήρξε ήρωας στα μάτια πολλών σύγχρονων βιολόγων, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Στην επιστήμη υπάρχει αυτό το-όπως και να το κάνουμε-σταθερό σημείο: η υπόσταση καθενός κρίνεται εκ του αποτελέσματος, κι όταν το αποτέλεσμα είναι πλειάδα σημαντικών επιστημονικών δημοσιεύσεων, πληθώρα βιβλίων περιεχόντων πιλοτικές σκέψεις με υψηλό δυναμικό επιρροής, δεκαετίες έρευνας και διδακτικής δραστηριότητας, δε χωρούν περιθώρια αμφισβήτησης, όχι μίας συγκεκριμένης ιδέας, αλλά της συνολικής προσφοράς, άλλως του κύρους ενός ονόματος.

Στην ποίηση, από την άλλη πλευρά, σταθερό σημείο δεν υπάρχει. Όσο μελάνι κι αν χυθεί περί αισθητικής, όσο κι αν επιθυμούμε να μετρήσουμε την ποίηση μέσα στο ποίημα, μέτρον ποιήσεως δεν έχει βρεθεί και ούτε πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Δεδομένης, μάλιστα, της παγκόσμιας αδιαφορίας του κοινού για την ποίηση, δεν μπορούμε καν να μιλήσουμε για ισχυρή ποίηση κρίνοντας από την απήχησή της, εφόσον η ποίηση παγκοσμίως στερείται απήχησης, δεν είναι εμπορικό προϊόν και αφορά μόνο σε εκείνους που τη γράφουν.

Η ποίηση, εντούτοις, απαθανατίζεται και διδάσκεται μέσα σε σχολικά βιβλία και ανθολογίες- κάποιοι ποιητές, δε, καταφέρνουν και κερδίζουν χρήματα από αυτήν, είτε μέσω μεταφράσεων είτε διατηρώντας στήλες σε εφημερίδες ή περιοδικά είτε εκλεγόμενοι σε έδρες ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε ως στελέχη εκδοτικών οίκων είτε ως διδάσκαλοι σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Ας μην αυταπατάται, όμως, κανείς. Αξία στην ποίηση της Δημουλά δε δίνει η θέση της Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών. Αξία στην ποίηση του Γκανά δε δίνει η εκλογή του Γκανά στην Εταιρεία Συγγραφέων. Αξία στην ποίηση του Βλαβιανού δε δίνει η έδρα του Βλαβιανού στο Deree College. Ομοίως, η ποίηση του Σκούτα, του Κυριαζή ή του Βολκώφ δε στερείται αξίας επειδή εσαιεί θα παραμείνει εκτός Ακαδημίας, ανθολογιών, σχολικών εγχειριδίων, ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και άλλων, περίοπτων θέσεων στα βιβλιοπωλεία, περίλαμπρων παρουσιάσεων σε ατμοσφαιρικά αμφιθέατρα, υπεριπτάμενων Zeppelin που κυρώνουν την ποίηση μέσα στις νεφέλες.

Η ποίηση προϋποθέτει το ποίημα και τον αποδέκτη. Διαδραματίζεται μοναχικά, κάθε διαμεσολάβηση τη λερώνει. Δίχως αποδέκτες, ποίηση δεν υπάρχει˙ υπάρχει μόνο ένας μακρύς κατάλογος ποιημάτων που ξεχάστηκαν κι ένας αντίστοιχα μακρύς κατάλογος ποιητών που μονομάχησαν με τους πλέον σιχαμερούς τρόπους για ένα διορισμό, ένα βραβείο ή μιαν εκλογή.