18 Δεκ 2015

Birds on wild kingdom



Ο Φαήλος Κρανιδιώτης δημιούργησε πρόσφατα θόρυβο γύρω από το πρόσωπό του διότι απεκάλεσε το σύντροφο του μακαρίτη Μηνά Χατζησάββα «αξύριστη χήρα», τάχθηκε, δε, κατά του Συμφώνου Συμβίωσης μεταξύ των ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Οι επικριτές του-ας τους ονομάσουμε birds on wild kingdom-τον χαρακτήρισαν ακραίο, φασίστα, ομοφοβικό. Στις αράδες αυτές θα διερευνήσουμε μιαν αδιόρατη ομοιότητα του κ. Κρανιδιώτη με τους επικριτές του.

Σύμφωνα με αυτούς, ο κ. Κρανιδιώτης είναι αδύνατον να μην είναι ομοφοβικός. Είναι έτσι, όμως; Όχι, φυσικά. Ο ίδιος ο κ. Κρανιδιώτης εξήγησε επανειλημμένως στα μέσα ότι έχει ψηφίσει, έχει συναναστραφεί, έχει πελάτες, έχει διαβάσει βιβλία ομοφυλοφίλων, και ουδέν πρόβλημα έχει με την ομοφυλοφιλία. Έχει, όμως, πρόβλημα ως προς διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με αυτή (όπως το αίτημα των ομοφυλοφίλων σχετικά με το υιοθετείν ή την προβολή της ομοφυλοφιλίας ως αρετής, αμφότερα πραγματικά˙ κάποιοι ομοφυλόφιλοι όντως προβάλλουν την ομοφυλοφιλία ως αρετή και αρκετοί από αυτούς επιθυμούν να γίνουν γονείς δια της υιοθεσίας). Τα birds on wild kingdom, όμως, επιλέγουν να μην τον πιστέψουν. Για τα birds, ό,τι κι αν πει, ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν διαβεβαιώσει ο κ. Κρανιδιώτης (ή και ο κάθε κ. Κρανιδιώτης, που μπορεί να εκφράσει παραπλήσιες απόψεις) ότι δεν έχει πρόβλημα (γενικώς και αορίστως) με τους ομοφυλόφιλους, δεν τους μισεί, δε θέλει να τους σαπωνοποιήσει ή να τους διαπομπεύσει στην πλατεία Ομονοίας, αποκλείεται να γίνει πιστευτός. Για τα birds καθίστασαι αντανακλαστικά ομοφοβικός υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες (και ακραίος και φασίστας) γρηγορότερα απ’ ό,τι διαδίδεται το φως ή σου κορνάρει ο πίσω όταν ανάβει πράσινο το φανάρι. Όσο, όμως, κι αν οι αριστερίστικες κραυγές των birds είναι διασκεδαστικές, όσο κι αν ο αριστερισμός σε αυτή τη χώρα ανέδειξε πολιτιστικά κέντρα, νεύματα σε αεροπλάνα, βανδαλισμούς περιουσιών, καταλήψεις πανεπιστημίων, σχολείων και άλλων δημόσιων χώρων, ληστείες τραπεζών, δολοφονίες εργαζομένων σε τράπεζες, υψηλές αμοιβές σε ανειδίκευτους δημοσίους υπαλλήλους ανύπαρκτων οργανισμών, πρωθυπουργό το χειρότερο από συστάσεως του κράτους και άλλα ευκλεή φαινόμενα, εμείς δεν υποχρεούμαστε να αποδεχθούμε τις κραυγές τους. Δε γνωρίζουμε, λοιπόν, αν ο κ. Κρανιδιώτης (ή και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να διατυπώσει αυτές τις απόψεις) υποκρίνεται, δεν είμαστε Γκουρού, Δαλάι Λάμα ή Όπρα Γουΐνφρεϊ, όμως υπογραμμίζουμε εκκωφαντικά ότι μπορεί ένας άνθρωπος να έχει φίλους ομοφυλόφιλους, σημαντικούς για εκείνουν ανθρώπους ομοφυλόφιλους, πελάτες ομοφυλόφιλους, να θαυμάζει, να ψηφίζει, να εμπιστεύεται ομοφυλόφιλους, αλλά να διαφωνεί με την προβολή της ομοφυλοφιλίας ως αρετής ή με την κατοχύρωση του δικαιώματος στο υιοθετείν για τους ομοφυλόφιλους. Και η «αξύριστη χήρα»; Ούτε αυτή συνεπάγεται υποχρεωτικώς ομοφοβία. Διάφορες ιδιότητες μπορεί να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο επίκρισης (παχυσαρκία, φαλάκρα, ελευθέρια ήθη, ομοφυλοφιλία), τούτο δε συνεπάγεται, όμως, υποχρεωτικά φοβία (λιποφοβία, ατριχοφοβία, πουτανοφοβία, ομοφοβία). Μπορεί να μιλήσει κανείς για αγένεια, έλλειψη αγωγής, προσβολή της αισθητικής, αλλά για τη φοβία και το μίσος πρέπει να διανυθεί μεγαλύτερη απόσταση. Ο κ. Κρανιδιώτης εξήγησε ότι απεκάλεσε τοιουτοτρόπως το σύντροφο του μακαρίτη του Χατζησάββα, όχι διότι μισεί τους ομοφυλόφιλους, όχι διότι θέλει να τους σαπωνοποιήσει ή να τους διαπομπεύσει στην πλατεία Ομονοίας, αλλά διότι πιστεύει ότι αποτελεί σπίλωση της μνήμης του Χατζησάββα η συμπεριφορά του συντρόφου του (από την άποψη ότι ο Χατζησάββας διεφύλαττε τα προσωπικά του και δεν τα κοινοποιούσε˙ πράγματι, ο πολύς κόσμος έμαθε μετά το θάνατο του ηθοποιού τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, ο δε σύντροφός του σίγουρα φρόντισε να τις μάθουμε, εκουσίως ή ακούσια).

Δε φαντάζομαι να νομίσει κανείς ότι συμφωνώ με τις απόψεις του κ. Κρανιδιώτη. Το κείμενο αυτό, άλλωστε, δεν απευθύνεται σε birds. Λέω, όμως, κάτι συγκεριμένο, σαφές και πεπερασμένο: η συμπεριφορά του κ. Κρανιδιώτη δε συνιστά υποχρεωτικώς ομοφοβία. Όσο για το αν συνεπάγεται φασισμό, υπερρεαλισμό, μοντερνισμό, ιμπρεσσιονισμό, εθνικοσοσιαλισμό, συμβολισμό, πριαπισμό και λοιπά, ουδέν σχόλιο. Δεν ομιλώ τη γλώσσα των birds. Με κούρασαν τα birds. Με κούρασαν.

Πάμε, τώρα, και στο ζουμί: το σημείο όπου ο κ. Κρανιδιώτης συναντάται με τους επικριτές του. Τα birds, είπαμε, ό,τι κι αν κάνει, ό,τι κι αν πει, όσο κι αν ορκιστεί ο κ. Κρανιδιώτης, αποκλείεται να πιστέψουν ότι δεν είναι ομοφοβικός. Τα birds πιστεύουν στην ομοφοβία του κ. Κρανιδιώτη όσο ο Τζιχάντι Τζον πίστευε στον Αλλάχ, ο Dawkins στον Δαρβίνο και η Ελένη Λουκά στη δημοσιότητα αθροιστικά. Από την άλλη, ο κ. Κρανιδιώτης τάσσεται κατά του Συμφώνου Συμφώνου συμβίωσης όχι επειδή δεν επιθυμεί την αναγνώριση των σχετικών αστικών δικαιωμάτων στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, αλλά διότι το Σύμφωνο, ως ισχυρίζεται, είναι ο προπομπός για την κατοχύρωση του δικαιώματος στην υιοθεσία από τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Όσο κι αν ορκιστούμε, όσο κι αν διαβεβαιώσουμε, όσο κι αν εξηγήσουμε ότι αυτά είναι δύο απολύτως διακριτά ζητήματα, ο κ. Κρανιδιώτης δεν πρόκειται να μας πιστέψει.


Μεγάλο πράγμα η πίστη.

24 Νοε 2015

Η Μαμά Της Ηδονής



Η επίγνωση της αλήθειας προσφέρει ό,τι και η ανάμνηση της ηδονής: τίποτα. Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την αρχή.

Η εκστρατεία υπέρ της επιστήμης και της λογικής, της οποίας προΐσταται παγκοσμίως ο ζωολόγοςRichard Dawkins, προσφέρει μιαν άκρως ενδιαφέρουσα θεώρηση του κόσμου και της ζωής, η οποία, σε μία ανθρωποκεντρική ανάλυση, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα τρία σημεία:

α) Η ύπαρξή μας δεν αποσκοπεί πουθενά. Υπάρχουμε ως αποτέλεσμα κάποιων διεργασιών που οδήγησαν στην ύπαρξή μας. Είμαστε μία έμβια οργάνωση της ύλης (βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η αυτοσυνειδησία) για το πενιχρό διάστημα των ολίγων δεκαετιών που ζούμε.

β) Ο Αλλάχ, ο Θορ, ο Ζευς, ο Θεός των Χριστιανών και όλοι οι επί γης Θεοί και οι θρησκείες στο χώρο και το χρόνο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μυθεύματα. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι στις θρησκευτικές δοξασίες υπάρχει Αλήθεια, το δε θρήσκευμα των ανθρώπων δεν είναι παρά το αποτέλεσμα κληρονόμησης ενός μιμιδίου από γονείς σε τέκνα.

γ) Οι συνιστώσες που προσδιορίζουν την ηθικότητα ουδεμία σχέση έχουν με τη μεταφυσική, μπορούν, δε, να αναλυθούν με όρους γενετικής, εξελικτικής βιολογίας (εξελικτικής ψυχολογίας, κοινωνιοβιολογίας, εξελικτικής ηθικής), κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας. Με ερμηνευτικά εργαλεία τη θεωρία της επιλογής συγγενών (kin selection), τη θεωρία της επιλογής ομάδων (group selection), τη φυσιογνωμία του γονιδιώματος, τη φυσική επιλογή, τις δυνάμεις που αναπτύσσονται στο ιδιαίτερο κάθε φορά κοινωνικό περιβάλλον, το ηθικό (αλτρουϊσμός, καθολικό ταμπού αιμομιξίας, μονογαμικότητα) και το ανήθικο (βιασμός, βία, απιστία) απεκδύονται πλήρως του μεταφυσικού τους φορτίου και εξηγούνται σε αυστηρώς νατουραλιστικό πλαίσιο.

Ας υποθέσουμε ότι τα πράγματα είναι όντως έτσι. Ας υποθέσουμε ότι είμαστε όντως προϊόντα της τυχαιότητας και της συγκυρίας, ότι η ζωή μας αρχίζει και τελειώνει εδώ, ότι τίποτα δεν μπορούμε να προσδοκούμε πέραν των ολίγων δεκαετιών που ζούμε, ότι η ηθικότητα δεν είναι οντολογικά τίποτε περισσότερο από ένα φαινότυπο, ότι ως και η βούλησή μας ίσως είναι πολύ λιγότερο (ή καθόλου) ελεύθερη απ’ ό,τι ως τώρα νομίζαμε. Εκ της πραγματικότητος αυτής, μόνο η ματαιότητα διασώζεται. Όλες οι άλλες έννοιες, η αγάπη, η μητρότητα, η προσπάθεια, η δημιουργία, η επιστήμη, η ελπίδα, η αυτοθυσία εκμηδενίζονται.

Κι η ματαιότητα μόνο την ηδονή μπορεί να κυοφορήσει.

Αρχαιοσυντηρητικός



Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορώ να εξηγήσω σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί». Τον τρόπο που βλέπω την εκκλησία, για παράδειγμα. Πώς να εξηγήσω σε έναν υψογρονθάκια ένα συναίσθημα; Την αναγνώριση του θείου ηχοχρώματος της πρότασης «υπάρχει και Θεός». Τη συγκίνηση που με διαπερνά όταν αντικρύζω το γαλανό και το λευκό των Κυκλάδων που εναρμονίζει την ψυχή μου μ’ ένα ανείπωτο ρίγος υπό τους ήχους μιας νοητής, εκκωφαντικής ορχήστρας δέους συνοδεύουσα άπαντα τα νησιώτικα ξωκκλήσια. Την απέριττη τελειότητα των βυζαντινών εικόνων που όλες μαζί και η καθεμία χωριστά αποτελούν τη βρώση των αισθήσεων μιας Θείας Ευχαριστίας σώματος που επιμένει στην ταπείνωση και την αυταπάρνηση. Τη συμπαντική τροφοδότηση που αναγεννάται μέσα από την προσευχή, επιστρατεύοντας μυστικές αναστομώσεις της αισιοδοξίας, της ελπίδας, της δίψας για ζωή, μα και της μετάνοιας και της αμείλικτης αυτοκριτικής. Το θαυμασμό για τους ιερείς που δεν ηθικολογούν ποτέ αλλά αμίλητοι ακούν προσφέροντας  ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα πιάτο φαγητό ή ό,τι περισσότερο μπορούν. Την ταυτότητα που κάθε Έλληνας φέρει στο στήθος του και τη σημαία του. Την αφελή πίστη των χωρικών στην καλοσύνη, την εντιμότητα, το φιλότιμο, με όλα τα θυμιατά της, την τέχνη της, τα έθιμά της, το δάκρυ της. Την απολύτως υποβλητική ατμόσφαιρα των ναών που έρχεται να σου θυμίσει ότι κάποιος διαρκώς σε κοιτάζει, ευφραίνεται όταν προοδεύεις και λυπάται όταν αποτυγχάνεις.

Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Και για την εκκλησία μιαρός είμαι- γιατί δεν πιστεύω ότι το Ευαγγέλιο συνέγραψε ο Θεός με το φλεγόμενό του δάχτυλο, γιατί δεν πιστεύω ότι η ερωτική επαφή είναι αμαρτία, γιατί δε θεωρώ ότι όποιος επιλέγει να καίγεται αντί να θάβεται θέτει εαυτόν εκτός Εκκλησίας, γιατί δεν πιστεύω ότι η Εκκλησία πρέπει να απολαμβάνει προνομίων όπως η φορολογική ασυλία, γιατί φρονώ ότι ο δρόμος του αγνωστικισμού είναι μονόδρομος όταν κάποιος αντιμετωπίσει στην ωρίμανσή του το περί Θεού ερώτημα ως αυτό που είναι: ένα επιστημονικό ερώτημα.

Ακατανόητος για τους υψογρονθάκηδες και απόβλητος για την Εκκλησία, δε θα ήθελα να ορκιστώ με πολιτικό όρκο. Δε θα ήθελα να παντρευτώ με πολιτικό γάμο. Θα οδυρόμουν σα να έχασα μέλος του κορμιού μου αν πάθαιναν ποτέ κάτι τα νησιώτικά ξωκκλήσια τα λευκά που ’ναι όλα τους στην αγκαλιά του Ελληνικού ουρανού. Θα έκλαιγα απαρηγόρητος αν κάποιος μου έπαιρνε την ανάμνηση της μάνας μου να με λιβανίζει. Θα έστρεφα αλλού το πρόσωπό μου από αποτροπιασμό σαν ένα παιδί ρωτούσε τον πατέρα του αν ο παππούς είναι ψηλά με το Θεούλη και κείνος αποκρινόταν πως «δεν υπάρχει Θεός».

Παλιομοδίτης και αρχαιοσυντηρητικός.
Αυτός είμαι. Και δύσκολος.

Ένας Διορισμός, Μια Εκλογή Κι Ένα Βραβείο



Η έννοια της φυσικής επιλογής είναι από τις πιο δύσκολες στο πλαίσιο διδασκαλίας της Βιολογίας, και τούτο διότι η απλή διατύπωση της επιβίωσης του καλύτερα προσαρμοσμένου στο περιβάλλον οργανισμού είναι αδύνατον να αποσαφηνίσει με την απαιτούμενη προς εμπέδωση της έννοιας λεπτομέρεια, τον ακριβή μηχανισμό υπό τον οποίο η επιλογή λαμβάνει χώρα. Γύρω από τη «μονάδα» επιλογής χύνεται άφθονο μελάνι, μιας και άλλοι βλέπουν στη μονάδα κυρίαρχο το γονίδιο, άλλοι την κοινωνική ομάδα, άλλοι τον οργανισμό, οι ανεπαίσθητες, δε, μετατοπίσεις ως προς την αντίληψη της «μονάδας» που επιλέγεται προβάλλονται και καθορίζουν την αντίληψη καθ’αυτή της έννοιας της εξελίξεως, που ομολογουμένως συνιστά μια εκ των επαναστατικότερων συλλήψεων του εικοστού αιώνα.

Σχετικώς πρόσφατα δύο κορυφαίοι Βιολόγοι, ο Richard Dawkins και ο Edward Wilson, καυγάδισαν κάπως άκομψα δημοσίως εξ αφορμής ενός βιβλίου που ο τελευταίος εξέδωσε το 2013 (Η Κοινωνική Κατάκτηση Της Γης),  στο οποίο πραγματοποιείται μια απόπειρα «αντικατάστασης» μίας έως τώρα κυρίαρχης θεωρίας στο πλαίσιο της εξελικτικής Βιολογίας, αυτή της εγκλείουσας αρμοστικότητας, με τη θεωρία της πολυεπίπεδης επιλογής. Τα προεόρτια, βέβαια, είχαν ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ο Wilson δημοσίευσε τις ιδέες του αυτές στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Nature. Ο Dawkins, στη δυσμενέστατη κριτική του για το βιβλίο του Wilson, έγραψε ότι η δημοσίευση στο Nature δε θα είχε λάβει χώρα ποτέ αν η υποβολή της μελέτης είχε πραγματοποιηθεί ανώνυμα˙ το κύρος, όμως, του ονόματος του Wilson εξασφάλισε τη δημοσίευση.

Ο Dawkins, όμως, παρόλη την επιθετική (έως εριστική) του διάθεση κατά του Wilson, δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση ότι ο Wilson είναι αυθεντία, ότι γνωρίζει τις κοινωνίες των εντόμων (ειδικά των μυρμηγκιών) όσο κανείς άλλος στον πλανήτη, ότι υπήρξε ήρωας στα μάτια πολλών σύγχρονων βιολόγων, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Στην επιστήμη υπάρχει αυτό το-όπως και να το κάνουμε-σταθερό σημείο: η υπόσταση καθενός κρίνεται εκ του αποτελέσματος, κι όταν το αποτέλεσμα είναι πλειάδα σημαντικών επιστημονικών δημοσιεύσεων, πληθώρα βιβλίων περιεχόντων πιλοτικές σκέψεις με υψηλό δυναμικό επιρροής, δεκαετίες έρευνας και διδακτικής δραστηριότητας, δε χωρούν περιθώρια αμφισβήτησης, όχι μίας συγκεκριμένης ιδέας, αλλά της συνολικής προσφοράς, άλλως του κύρους ενός ονόματος.

Στην ποίηση, από την άλλη πλευρά, σταθερό σημείο δεν υπάρχει. Όσο μελάνι κι αν χυθεί περί αισθητικής, όσο κι αν επιθυμούμε να μετρήσουμε την ποίηση μέσα στο ποίημα, μέτρον ποιήσεως δεν έχει βρεθεί και ούτε πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Δεδομένης, μάλιστα, της παγκόσμιας αδιαφορίας του κοινού για την ποίηση, δεν μπορούμε καν να μιλήσουμε για ισχυρή ποίηση κρίνοντας από την απήχησή της, εφόσον η ποίηση παγκοσμίως στερείται απήχησης, δεν είναι εμπορικό προϊόν και αφορά μόνο σε εκείνους που τη γράφουν.

Η ποίηση, εντούτοις, απαθανατίζεται και διδάσκεται μέσα σε σχολικά βιβλία και ανθολογίες- κάποιοι ποιητές, δε, καταφέρνουν και κερδίζουν χρήματα από αυτήν, είτε μέσω μεταφράσεων είτε διατηρώντας στήλες σε εφημερίδες ή περιοδικά είτε εκλεγόμενοι σε έδρες ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε ως στελέχη εκδοτικών οίκων είτε ως διδάσκαλοι σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Ας μην αυταπατάται, όμως, κανείς. Αξία στην ποίηση της Δημουλά δε δίνει η θέση της Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών. Αξία στην ποίηση του Γκανά δε δίνει η εκλογή του Γκανά στην Εταιρεία Συγγραφέων. Αξία στην ποίηση του Βλαβιανού δε δίνει η έδρα του Βλαβιανού στο Deree College. Ομοίως, η ποίηση του Σκούτα, του Κυριαζή ή του Βολκώφ δε στερείται αξίας επειδή εσαιεί θα παραμείνει εκτός Ακαδημίας, ανθολογιών, σχολικών εγχειριδίων, ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και άλλων, περίοπτων θέσεων στα βιβλιοπωλεία, περίλαμπρων παρουσιάσεων σε ατμοσφαιρικά αμφιθέατρα, υπεριπτάμενων Zeppelin που κυρώνουν την ποίηση μέσα στις νεφέλες.

Η ποίηση προϋποθέτει το ποίημα και τον αποδέκτη. Διαδραματίζεται μοναχικά, κάθε διαμεσολάβηση τη λερώνει. Δίχως αποδέκτες, ποίηση δεν υπάρχει˙ υπάρχει μόνο ένας μακρύς κατάλογος ποιημάτων που ξεχάστηκαν κι ένας αντίστοιχα μακρύς κατάλογος ποιητών που μονομάχησαν με τους πλέον σιχαμερούς τρόπους για ένα διορισμό, ένα βραβείο ή μιαν εκλογή.

16 Σεπ 2015

H αβάσταχτη ελαφρότητα της σύνοψης



"Αν κάποιος σας πει ότι υπάρχει μονο-παραγοντική εξήγηση
για την κατάρρευση μιας κοινωνίας
τότε γνωρίζετε αμέσως πως είναι ανόητος.
Το ζήτημα είναι περίπλοκο."
Jared Diamond

Σε πρόσφατο σημείωμά του στην εφημερίδα «Το ποντίκι» ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης γράφει: «Μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει εταιρείες που να μετρούν διεθνώς στην τεχνολογία, στην έρευνα, στην ενέργεια, στους τομείς δηλαδή που πράγματι μετρούν στρατηγικά; Αυτό είναι το ζητούμενο. Γιατί μόνο μια τέτοια οικονομία μπορεί να μας παράσχει όχι απλώς υψηλά εισοδήματα, αλλά πραγματική γεωπολιτική ασφάλεια, λόγο με κύρος στα διεθνή δρώμενα, διαπραγματευτική ισχύ. Και μια τέτοια οικονομία δεν στήνεται έτσι απλά, χωρίς κεντρική πολιτική βούληση και κρατικό παρεμβατισμό».

Ίσως ο ίδιος να μην το συνειδητοποιεί, αλλά με τη συνοπτική αυτή πρότασή του θα μπορούσε (εν μέρει ή και εν όλω) να συμφωνήσει περίπου ο οιοσδήποτε: ο σοσιαλδημοκράτης, ο χριστιανοδημοκράτης, ο κεντρώος, ο μικροεπιχειρηματίας, ο επιστήμονας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο αριστερός, ο δεξιός, ο συγγραφέας, ο εισοδηματίας, ο ξενοδόχος, άνθρωποι, δηλαδή, όλων των κοινωνικών τάξεων, όλων των πολιτικών πεποιθήσεων, όλων των επαγγελματικών ενδιαφερόντων. Το έχουν αυτό οι γενικολογίες: χαϊδεύουν ώτα. Ας δούμε, μιας και είναι επίκαιροι, τους πολιτικούς μας. Δε θέλουν να στενοχωρήσουν κανέναν: ούτε τους δημοσίους υπαλλήλους ούτε τους επιχειρηματίες ούτε τους αγρότες ούτε τους συνταξιούχους... έχουν, τοιουτοτρόπως, προσαρμόσει το λόγο τους επί ξύλινης επιφανείας, επιτυγχάνοντας να ομιλούν πολύ δίχως να λένε τίποτα.

Ο κ. Κουτσουρέλης, όμως, δεν είναι τέτοιος. Η συνοπτική γενικότητα με την οποία κλείνει το σημείωμά του είναι, κατά τον ίδιο, απολύτως συμβατή με τις παρακάτω διαπιστώσεις : α) Ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας φόρος αναπτυξιακός, διότι στρέφει τις οικονομίες των Ελλήνων στην έρευνα, την καινοτομία και τη βιομηχανία, όχι στην παρασιτική οικονομική δραστηριότητα που σχετίζεται με την οικοδομή (ξενοδόχοι, υδραυλικοί, ξυλουργοί, οικοδόμοι, βιομήχανοι παραγωγής οικοδομικών υλικών, ηλεκτρολόγοι και λοιποί), κατά συνέπειαν πρέπει να αυξηθεί και β) ο πλούτος που προέρχεται ή σχετίζεται με την οικονομική δραστηριότητα περί της οικοδομής δε μετράει το ίδιο (ενδιαφέρουσα επιλογή λέξεως) με τον πλούτο που προέρχεται από την καινοτόμο επιστημονική δραστηριότητα ή τη βιομηχανία.

Μου είναι δύσκολο να σχολιάσω τούτα, διότι το επίπεδο διαφωνίας μου εξέρχεται της σκέψης μου ως άναρθρη κραυγή, αλλά θα το αποπειραθώ. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο κύριος Κουτσουρέλης δε ζει σε άλλη χώρα από αυτή που ζουν όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδος. Γνωρίζει, κατά συνέπεια, ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ύφεσης (επομένως συρρίκνωσης του ΑΕΠ), κι ότι έχουμε συμφωνήσει προοδευτικώς αυξανόμενα πλεονάσματα με τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Γνωρίζει, επίσης, ότι μόνο με την παρέμβαση του Δία, του Θορ ή του Γιαχβέ η Ελλάδα πρόκειται την επόμενη τριετία να αποκτήσει εταιρείες καινοτόμου βιοτεχνολογικής έρευνας και παραγωγής βιοτεχνολογικών προϊόντων, μονάδες παραγωγής προϊόντων τεχνολογίας αιχμής, αυτοκινητοβιομηχανίες και λοιπές απολύτως φρούδες, απολύτως ανεπίκαιρες ενοράσεις επί του πώς, ελλείψει ψωμιού, θα καταναλώσουμε παντεσπάνι. Γνωρίζει ότι η χώρα διαθέτει μεγάλο ποσοστό αργομίσθων στο δημόσιο τομέα, εκατοντάδες χιλιάδες πολλαπλοσυνταξιούχων, ότι η ταυτότητα της δημόσιας διοίκησής της ορίζεται από το πελατειακό κράτος των σφραγιδοκρατόρων, των διεφθαρμένων φραπεδολάγνων και των προστατευόμενων των βουλευτικών γραφείων, ότι χιλιάδες αποσπασμένων περιφέρουν εαυτούς στα βουλευτικά γραφεία. Ο κ. Κουτσουρέλης γνωρίζει άριστα τα έργα και τις ημέρες των συνδικαλιστών, την απροθυμία του πολιτικού συστήματος να προβεί σε μεταρρυθμίσεις και την εφεύρεση από μέρους του των ισοδυνάμων (που είναι ανεξαιρέτως φόροι) προκειμένου να προστατευτεί το πελατειακό σύστημα, γνωρίζει τη γραφειοκρατία και τη φορολογική αστάθεια που χαρακτηρίζει την οικονομική μας ζωή, γνωρίζει, ακόμη ακόμη, τι ωραία που οι «προοδευτικές» φοιτητικές παρατάξεις βάζουν λουκέτο σε πανεπιστημιακές σχολές, επειδή αυτές πρόκειται να απορροφήσουν ερευνητικούς πόρους ΝΑΤΟϊκής προελεύσεως.

Ενδεχομένως ο κ. Κουτσουρέλης να ήθελε οι απανταχού φιλελεύθεροι να ασχοληθούν πρωτίστως με το πώς η Ελλάς θα αποκτήσει την επόμενη τριετία μια Samsung, μια Hyundai, μια Nokia βρε αδερφέ. Οι φιλελεύθεροι, όμως, οι σοβαροί τουλάχιστον, γνωρίζουν το εξής: ότι πρέπει να έχουμε πλεόνασμα 1% φέτος, 2% του χρόνου και 3% κατά τον αμέσως επόμενο χρόνο. Μολονότι, λοιπόν, θα ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρον έως κοσμογονικά κοσμοϊστορικό αν αυτά τα πλεονάσματα προέρχονταν από Ελληνικές εταιρείες τύπου Samsung, Hyundai ή Nokia που θα μείωναν την ανεργία και θα έφερναν τεράστια φορολογικά έσοδα στο κράτος, αυτό είναι απολύτως ανέφικτο και είναι εντελώς αστείο ακόμη και να το συζητάμε. Εφικτοί στόχοι τούτη τη στιγμή είναι οι εξής: η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, η απλοποίηση των διαδικασιών για την ίδρυση επιχείρησης, η απόλυση των αργομίσθων του δημοσίου τομέα, ο εξορθολογισμός του ασφαλιστικού μας συστήματος (κατά τον Θάνο Τζήμερο, 6,5 δις το χρόνο μπορούν να εξοικονομηθούν αν όλες οι συντάξεις κινούνται μεταξύ εύρους 750 και 2000 ευρώ μηνιαίως), η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας σε συγγνωστά, παραδοσιακά μας πεδία (οικοδομή, τουρισμός, πρωτογενής παραγωγή), η πτώση των φόρων για την τόνωση της αγοράς υπό αντίστοιχη μείωση κρατικών δαπανών, η εφαρμογή κινήτρων για την επιστροφή των καταθέσεων των Ελλήνων από το εξωτερικό. Αυτά βραχυπροθέσμως μπορούν να δώσουν τεράστιες, ζωογόνες ανάσες στην Ελληνική οικονομία, να άρουν παλαιότατες παθογένειες της οικονομικής μας-και όχι μόνο-ζωής (αργόμισθοι, αποσπασμένοι, πελατειακές προσλήψεις, απολύτως αντιπαραγωγικοί ή και διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, προώρως και σκανδαλωδώς ή παρανόμως συνταξιούχοι) ούτως ώστε τα συμφωνημένα πλεονάσματα να επιτευχθούν, η χώρα να μπει σε τροχιά ανάπτυξης και να βγει στις αγορές. Προτεραιότητα ενός σοβαρού φιλελεύθερου τούτη τη στιγμή είναι η επιβίωση, η έξοδος της χώρας από την κρίση, η αποφυγή της εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη ή/και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι η άμεση μετατροπή της Ελλάδος στην Ιαπωνία των Βαλκανίων. Οι σοβαροί φιλελεύθεροι θεωρούν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με ΕΝΦΙΑ, έκτακτη εισφορά, τέλη επιτηδεύματος, 100% προκαταβολή φόρου στις επιχειρήσεις και αύξηση των συντελεστών φορολόγησής τους, 23% ΦΠΑ και λοιπά... «μεταρρυθμιστικά» (καταφανώς  για να μην αλλάξουμε, να συνεχίσουμε το πελατειακό κράτος που τόσα χρόνια μας καλόμαθε σε αργομισθίες, πρόωρες ή μαϊμού συντάξεις, πολλαπλές συντάξεις, προστασία συντεχνιών, κλειστά επαγγέλματα, διορισμούς από βουλευτικά γραφεία, μίζες από διεφθαρμένους κρατικούς λειτουργούς, απολύτως ασταθές φορολογικό περιβάλλον και κραταιά ιδεώδη ζωής διορισμού στο δημόσιο). Πώς να το κάνουμε... το κατεπείγον σχέδιο είναι η αντιμετώπιση των παθογενειών, η πτώση των φόρων υπό αντίστοιχη μείωση των κρατικών δαπανών για την αναζωογόνηση της αγοράς, όχι η Μεγάλη Ιδέα.

Πάμε, τώρα, και στο μακροπρόθεσμο, το «εθνικό σχέδιο επενδύσεων και ανάπτυξης» που τόσο απασχολεί τον κ. Κουτσουρέλη, και το οποίο προϋποθέτει, ούτως ή άλλως, ότι δε θα επιστρέψουμε, στο μεταξύ, στη λίθινη εποχή της εξόδου από της Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη (δε συζητώ καν το Λαφαζάνειο, Κατσανέβειο, Αλαβάνειο σχέδιο Β επιστροφής σε εθνικό νόμισμα κι αναδέχομαι κάθε χλεύη δια την απροθυμία μου αυτή). Δεδομένου ότι δεν είμαι οικονομολόγος, απευθύνω στους οικονομολόγους τα εξής ερωτήματα: α) Οι επενδύσεις στα ακίνητα (τουριστικές υποδομές, ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια) και οι επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία, την τεχνολογία, τη βιομηχανία είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες; β) Είναι σοφή στρατηγική επιλογή  για μία χώρα να παραιτείται του συγκριτικού της πλεονεκτήματος έναντι άλλων χωρών (κλίμα, φυσικό κάλλος, αρχαιολογικοί χώροι, αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον) στο επίπεδο των επενδύσεων; Καίτοι μη οικονομολόγος, απαντώ: ΟΧΙ! Ως προς τον ΕΝΦΙΑ, το φόρο που γέννησε το σημείωμα του κ. Κουτσουρέλη, δεδομένης της τοποθέτησής του περί αυξήσεως του (!), είναι περίπου αυτονόητο πως βραχυπροθέσμως μας δυσκολεύει να εξέλθουμε της κρίσης (διότι είναι υφεσιακός φόρος, συρρικνώνει το ΑΕΠ, πιέζει φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαθέτουν ακίνητα, πιέζει τις τουριστικές επιχειρήσεις, νεκρώνει την κτηματογορά, πλήττει τα σχετιζόμενα με την οικοδομή επαγγέλματα και ταπεινώνει τα έσοδα του κράτους) μακροπροθέσμως, δε, υπονομεύει την οικονομική δραστηριότητα εντός ενός πνεύμονα της οικονομίας μας, τον οποίο ουδείς λόγος υφίσταται να καταστρέψουμε: τις τουριστικές επιχειρήσεις, τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, τα σχετιζόμενα με την οικοδομή επαγγέλματα (από τον απλό τεχνίτη έως το βιομήχανο των οικοδομικών υλικών), τις πάσης φύσεως επιχειρήσεις στων οποίων την ιδιοκτησία ευρίσκονται ακίνητα.

Αν το κράτος το επιθυμεί, μπορεί ανετότατα να λειτουργήσει ποικιλοτρόπως προκειμένου να υποβοηθήσει την έρευνα, την καινοτομία, τη βιομηχανία. Δε χρειάζεται δια τούτο να απαγορεύσει σταλινικά τη (συνταγματικά προστατευόμενη) ιδιοκτησία με υπέρογκους φόρους. Μπορεί να ενθαρρύνει τη διασύνδεση των κρατικών πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας. Μπορεί να παρέχει φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις. Μπορεί να αυξήσει τους διαθέσιμους για ερευνητικούς σκοπούς πόρους στα κρατικά πανεπιστήμια. Μπορεί να μεγιστοποιήσει την απορρόφηση και την αποδοτικότητα των κοινοτικών κονδυλίων. Μπορεί να επιτρέψει τη λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πανεπιστημιακών τε και τεχνολογικών. Μπορεί να άρει τα επιχειρηματικά του μονοπώλια (ΔΕΗ) και να επιτρέψει ιδιωτικές επενδύσεις σε νευραλγικούς κλάδους (ενέργεια). Μπορεί να αποθαρρύνει βανδαλισμούς, καταλήψεις, εγκληματικές ενέργειες σε βάρος εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, ιδιωτικές επιχειρήσεις, ξένους επενδυτές, πολυεθνικές εταιρείες. Μπορεί να άρει την εδραιωμένη πεποίθηση ότι οι επιχειρηματίες είναι κακοί άνθρωποι, οι επιχειρήσεις είναι του διαβόλου, οι ξένες επενδύσεις του σατανά, οι πολυεθνικές εταιρείες του Βεελζεβούλ κι ότι μόνο ό,τι ανήκει στο κράτος είναι άσπιλο, αμόλυντο και παρθένο.

Για να συνοψίσουμε, λοιπόν. Δε θα κλείσουμε τις παραλίες μας για να γίνουμε εργοστασιάρχες, κε Κουτσουρέλη. Όχι. Με τις παραλίες μας ορθάνοιχτες, θα φροντίσουμε να μη φεύγουν οι εταιρείες συναρμολόγησης Ιαπωνικών οχημάτων από τη χώρα, θα φροντίσουμε να επενδύσουν και άλλες εταιρείες σε αυτήν κι ενδεχομένως θα φτιάξουμε, στο απώτερο μέλλον, και δικές μας, ευνοώντας την απόκτηση τεχνογνωσίας από το έμψυχό μας δυναμικό, προσελκύοντας, παράλληλα, τους κεφαλαιούχους. Δε θα πουλήσουμε τα σπίτια μας μπιρ παρά για να γίνουμε φαρμακοβιομήχανοι, κε Κουτσουρέλη, όχι. Θα φροντίσουμε να αυξηθούν οι ερευνητικοί πόροι στα κρατικά μας πανεπιστήμια, θα ενθαρρύνουμε την ώσμωση μεταξύ αυτών με τη βιομηχανία και την αγορά εργασίας ευρύτερα, μην επιτρέποντας στους κρατιστές της κάθε κομματικής νεολαίας να τα κλείνει επειδή δε θέλει τους εταιρικούς διαβόλους, τα ΝΑΤΟϊκά κονδύλια ή τα ρυπαρά κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πανεπιστήμια. Δε θα ποινικοποιήσουμε την ιδιοκτησία, κε Κουτσουρέλη, θα αποποινικοποιήσουμε στην Ελλάδα την ιδιωτική πρωτοβουλία, θα μετατοπίσουμε τα ιδανικά μας από τους διορισμούς των βουλευτικών γραφείων στην έρευνα, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, θα διαλύσουμε τη γραφειοκρατική ελεφαντίαση, θα προωθήσουμε μία σύγχρονη, βασισμένη στην πληροφορική, δημόσια διοίκηση. Δε θα γκρεμίσουμε τα ενοικιαζόμενα δωμάτια των Κυκλάδων, κύριε Κουτσουρέλη, θα περιορίσουμε τις αλόγιστες κρατικές σπατάλες σε αργομισθίες, συνταξιούχους και μισθωτούς του δημοσίου. Εκεί, άλλωστε, ξοδεύουμε τα λιγοστά μας χρήματα.

Προτελευταίο σχόλιο. Η Ελλάδα διαθέτει ολίγες βιομηχανίες. Διαθέτει, ας πούμε, καπνοβιομηχανία (της έχει μείνει μία τέτοια, αν δε λανθάνω). Μπορώ να σκεφτώ άξονες επί τους οποίους αυτή η επιχείρηση «μετράει» περισσότερο από άλλες, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ας πούμε, μεγάλα ιδιωτικά σχολεία ή εύρωστες εταιρείες διοργανώσεως συνεδρίων. Μπορώ να σκεφτώ και άξονες, όμως, επί των οποίων αυτή η καπνοβιομηχανία (όπως και όλες οι καπνοβιομηχανίες της γης) αναδύεται ως συμπαγές μίασμα της οικονομίας και της ανθρώπινης δραστηριότητας ευρύτερα. Ένα, χωρίς υπερβολή, νόμιμο έγκλημα.

Βέβαια, μολονότι δεν είμαι a priori αντίθετος στον κρατικό παρεμβατισμό, θα έβρισκα εντελώς φασιστική τη φορολόγηση των σιγαρέττων σε επίπεδο τέτοιο ώστε η καπνοβιομηχανία αυτή να κλείσει. Ενδεχομένως η συλλογιστική μου να είχε ισχυρότατη λογική βάση ως προς την εξάλειψη του καπνίσματος (να σώσω ανθρώπινες ζωές), όμως οποιαδήποτε συλλογιστική, όσο ισχυρή και αν είναι, έχει μεγάλη απόσταση να διανύσει από την περιγραφή της στην επιβολή της.

Η απόσταση αυτή έχει όνομα. Η απόσταση αυτή λέγεται ήθος. Όχι οποιοδήποτε ήθος, όμως. Το φιλελεύθερο, δημοκρατικό ήθος. Πρόκειται για το ήθος που δεν επιτρέπει τη δήμευση των περιουσιών των ανθρώπων. Πρόκειται για το ήθος που σε κάνει να σκέπτεσαι κάθε κρατική παρέμβαση χίλιες φορές. Πρόκειται για το ήθος που σε προστατεύει από το να γίνεις ο τραμπούκος του κοσμοειδώλου σου.

Ψιλά γράμματα. Ποιον απασχολεί σήμερα το ήθος. Ποια βουλή μας φιλοξενεί φιλελεύθερους.

25 Φεβ 2015

ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΣΟΛΔΑΤΟΥ


Δε γνώρισε τον άγνωστο που είμαι
αυτή που μου συστήθηκε για σένα

Δ.Ε. Σολδάτος

Το ποίημα «Για Γυναίκες Που Αγαπούν Την Ποίηση» του Σολδάτου-ενός των ωραιοτέρων νέων Ελλήνων ποιητών-μ’ έβαλε να σκέπτομαι πώς συμπεριφέρεται ένας ποιητής στον έρωτα. Βέβαια, θα πει κάποιος, τέτοια κατηγοριοποίηση είναι ανόητη. Οι ποιητές δεν αναμένεται να συμπεριφέρονται στον έρωτα αλλιώς απ’ ό,τι όσοι ποιητές δεν είναι. Σωστό, βέβαια, αυτό, όμως η ποίηση προσφέρει την ελευθερία να ομιλούμε για το λανθασμένο και το ανακριβές, εις τρόπον ώστε να μη χρειάζεται να απολογούμαστε για τις αισθήσεις και τους οραματισμούς μας. Ο ποιητής, λοιπόν, είναι δύσκολος στον έρωτα˙ κι είναι το γιατί που έχει σημασία.

α) Ο ποιητής θέλει να απομυζήσει τη γυναίκα όπως απομυζά την έμπνευση. Ούτε θέλει ούτε μπορεί να απογαλακτισθεί.

β) Ο ποιητής προβάλλει στο φως τις βαθύτερες αιμορραγίες της γυναίκας. Η ευγνωμοσύνη που η γυναίκα νιώθει για την ανάδυση αυτή περιέχει το βαθύτερο μίσος και τη βαθύτερη αγάπη.

γ) Ο ποιητής γνωρίζει ότι η γυναίκα είναι καλύτερη από τον άνδρα. Κάθε προδοσία της γνώσης αυτής στην πραγματικότητα τον στρέφει κατά της πραγματικότητας.


δ) Ο ποιητής αποτυπώνει την καρδιά της πιο ευάλωτης εκδοχής του στα γραφτά του. Στη ζωή παρουσιάζεται κακοτράχαλος γκρεμός. Τοιουτοτρόπως προστατεύει το ποίημα, δηλαδή την πραγματική του ταυτότητα.

5 Φεβ 2015

Παράπονο

Έχω γράψει και ξαναγράψει για το φταίξιμο του ωραίου μας τόπου: τον ξεφτιλοσοσιαλισμό, τις συντάξεις από τα σαράντα, τις πουλημένες ψήφους, το συνδικαλισμό του εμετού, τα προνόμια των ημετέρων, την ασυλία των νταβατζήδων και τα πολλά ακόμη τα στραβά που ζει κανείς σ’ αυτό το ευλογημένο χώμα.

Στη χειρότερή τους μέρα, τα στραβά αυτά, πολλαπλασιασμένα με τον αριθμό των άστρων, δεν μπορούν με τίποτα να φτάσουν τον όνυχα της διαστροφής που ηγείται σήμερα στην Ευρώπη.


Αναντίρρητα, είναι προς το συμφέρον του τόπου να παραμείνουμε σε αυτό το σχηματισμό της διαστροφής. Αυτούς δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε. Ελπίζω να αλλάξουμε τους εαυτούς μας.