30 Αυγ 2014

Η Δυστυχία Της Αφής Ενός Τυφλού


For being slightely more daring

Σε πρόσφατο σημείωμά του στο Protagon (αλλά και παλαιότερο, του 1990) ο Νίκος Δήμου απορεί σχετικώς με την προσοχή που έχει δοθεί στην Ελλάδα στον «Κύκλο Των Χαμένων Ποιητών», φιλμ που κατέστη επίκαιρο ξανά λόγω της αυτοκτονίας του πρωταγωνιστή Robin Williams. Η επιχειρηματολογία αποδόμησης της ταινίας μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα σημεία: α) Ο ποιητής παρουσιάζεται σε αυτήν ως ουρανοβάμων, φαντασιόπληκτος, αποσυνάγωγος, ιδιότυπος, ολίγον παράφρων, στην πραγματικότητα, όμως, οι ποιητές δεν είναι καθόλου έτσι, κυοφορούν, δε, την ποίησή τους στη σιωπή και την ενδοσκόπηση, β) Το εγχείρημα παρουσίασης ενός εμπνευσμένου δασκάλου αποτυγχάνει προσκρούοντας στις επιδεικτικά ανορθόδοξες συμπεριφορές του καθηγητή (το σκίσιμο των βιβλίων, το άλμα επί της έδρας) και γ) Το σενάριο πνίγεται στην υπερβολή (της συμπεριφοράς του καθηγητή, της σκληρότητας του σχολείου και του πατέρα αλλά και της ευαισθησίας του μαθητή που τελικώς αυτοκτονεί), επί εξόφθαλμα στημένου, δε, πλαισίου θεμελιώνει μια τραγική κατάληξη παραπέμποντας, τελικώς, σε φθηνό φωτορομάντζο. Σε αυτά προστίθεται η διαπίστωση της πνευματικής μας ένδειας που οδηγεί στην εκτίμηση των showmen από τους γνήσιους και σιωπηρούς εργάτες του πεδίου τους (ποιητές, στοχαστές, επιχειρηματίες, πολιτικούς), αλλά και η ενδιαφέρουσα αναρώτηση του γνωστού συγγραφέα επί της επιτυχίας της ταινίας στην Ελλάδα, «με ζώντα τον Ελύτη θαμπωθήκαμε απ’ τον Whitman;».

Διαβάζοντας τα δύο σημειώματα του κ. Δήμου ανεφώνησα «Excrement!» ωσάν να διάβαζα κάποια δοκιμή του δρ. J. Evans Pritchard. Μικρή, όμως, σημασία έχουν οι αναφωνήσεις, σημασία έχουν τα επιχειρήματα, οπότε ας τα δούμε αναλυτικά. Δε γνωρίζω σε ποιο σημείο του φιλμ ο κ. Δήμου εντόπισε την παρουσίαση του ποιητή, και δη ως ουρανοβάμονος, ολίγον παράφρονος και λοιπών κολακευτικών ή μη. Στην ταινία, πάντως, δεν παρουσιάζεται ο ποιητής. Παρουσιάζεται η ποίηση ως προς τη ζωή, η ποίηση ως επαναστατικός λόγος, η ποίηση ως φορέας συναισθήματος, η ποίηση ως μοχλός διδασκαλίας, η ποίηση ως καθημερινό βίωμα, η ποίηση ως αισθητική. Ο ποιητής δε σκιαγραφείται, δεν παρουσιάζεται παρά μόνο μέσα από τους στίχους του, στόχος, δε, του Keating, όπως, άλλωστε, ο ίδιος λέει στο φιλμ, δεν είναι να προετοιμάσει λογοτέχνες, αλλά σκεπτόμενους ανθρώπους.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι ο ποιητής παρουσιαζόταν όντως έτσι στο φιλμ. Θα έπεφτε, μήπως, η ζάχαρη στο νερό; Χρειάζεται να μιλήσω εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος στον κ. Δήμου για τον Πόε, τον Βωδελαίρο, τον Καρούζο, τον Ρεμπώ, τον Καρυωτάκη, τον Μήτσο Παπανικολάου, τον Μπουκόβσκι, τον Κέρουακ, την Γώγου, την Πλαθ; Δεν ξέρει ο κ. Δήμου ότι η ιδιορρυθμία, η αυτοκτονικότητα, η αλητεία, η εκκεντρικότητα, ο αλκοολισμός και η χρήση ναρκωτικών ουσιών αφορούν σε σημαντική μερίδα λογοτεχνών; Φυσικά και το ξέρει, οπωσδήποτε καλύτερα από μένα κι ίσως από τους περισσότερους. Ενίσταται, όμως, ωσάν να μην υπάρχει αυτή η πραγματικότητα στον κόσμο και την ιστορία της ποίησης. Εγώ, από τη μεριά μου, προτιμώ να φωτίζεται αυτή η πλευρά, μεροληπτικά έστω, από εκείνη των executives της ποίησης, των ακαδημαϊκών, των περιοδικαρχών, των επικεφαλής εύρωστων εκδοτικών οίκων, των καθηγητών πανεπιστημίου, ίσως επειδή οι καταθλιπτικοί, οι περιθωριακοί, οι φαντασιόπληκτοι, οι τρελοί και ημίτρελοι με τα πάθη, τα άλγη και τις πληγές τους μεταφέρουν στη βιογραφία τους καλύτερα την ουσία της ποίησης από τα παχυλά εισοδήματα και τα μεγαλόσχημα βραβεία των αστών και μεγαλοαστών που καταπιάστηκαν μαζί της. Αυτή, βέβαια, είναι μια προτίμηση προσωπική, όμως εγώ γνωρίζω ότι είναι τέτοια. Ως προς το πώς και πού κυοφορείται η ποίηση, δεν αμφιβάλλω ότι η κυοφορία λαμβάνει χώρα στη σιωπή με ενδοσκόπηση, τοιούτη κυοφορία, όμως, δεν είναι αποκλειστική, αφού και μέσα στις φυλακές και τα ουρλιαχτά, στο μέτωπο, στην εξορία, στα μπουρδέλα, σε πολυβουες ή ασθμαίνουσες δημόσιες υπηρεσίες όπου οι φωτοτυπίες πραγματοποιούνται εις τριπλούν και εις μάτην, σε ρωμαϊκά όργια ή συγκεντρώσεις με άφθονο αλκοόλ, καπνό και jazz ή θερινές εκδρομές μεγαλοαστών στο Μπατσί της Άνδρου κυοφορήθηκε, γράφτηκε, συνελήφθη και συνέβη ποίηση. Το ποια πτυχή επιλέγει να φωτίσει κανείς δε συνιστά στοιχείο ικανό για να κρίνει το εγχείρημα της παρουσίασης.

Πάμε στο σενάριο της ταινίας, το κατά τον κ. Δήμου υπερβολικό. Υπερβολικός, λοιπόν, ο καθηγητής που ανεβαίνει στην έδρα όρθιος και σκίζει βιβλία. Ζήτημα εκτίμησης, προφανώς. Όταν ήμουν μαθητής (σε «καλά», ιδιωτικά σχολεία, σε φροντιστήρια) είδα με τα μάτια μου καθηγητές να φτύνουν την ώρα του μαθήματος στο καλάθι της τάξης σαν ποδοσφαιριστές, να βρίζουν χυδαία, να προσβάλλουν μαθητές σε προσωπικό τόνο, να χαστουκίζουν, να σκίζουν τετράδια, να κλωτσούν θρανία, να πετούν βιβλία καταπρόσωπο, γι’ αυτό, ίσως, δε με εντυπωσιάζει το άλμα στην έδρα ή το σκίσιμο μιας εισαγωγής. Το πρώτο το βρήκα χαριτωμένο και το βίωσα με συμπάθεια, ως μια παθιασμένη απόπειρα επικοινωνίας και μετάδοσης ενός μηνύματος. Το δεύτερο, μέσα από το συμβολισμό του, έρχεται να θυμίσει ότι η ανάγνωση (ως πράξη) είναι εξίσου σημαντική με το φίλτρο της. Έρχεται, επίσης, να θυμίσει ότι στο όνομα της αυθεντίας πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά (και όχι μόνο) εγκλήματα. Αφαιρουμένου του σκισίματος, η όλη σκηνή θα αδυνάτιζε, θα έχανε το συγκινησιακό της φορτίο, την ψυχολογική διεισδυτικότητά της και το εξαιρετικό της συμβολικό δυναμικό. Υπερβολικά ευαίσθητος είναι και ο μαθητής που τελικώς αυτοκτονεί, κατά τον κ. Δήμου. Θα μπορούσα να το δεχθώ, αποδεχόμενος, όμως, παράλληλα και υποχρεωτικά πως όλοι οι αυτόχειρες του έρωτα ή της αποτυχίας των εξετάσεων ή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου ή μιας οικονομικής δυσμένειας είναι υπερευαίσθητοι. Δεν το νομίζω, πάντως. Φρονώ πως κάθε άνθρωπος μπορεί υπό συνθήκες να κάνει μια τρέλα. Και οι συνθήκες στην ταινία είναι πράγματι τέτοιες: ένα αυστηρό σχολείο κι ένας πατέρας που σχεδιάζει τη ζωή του γιου του χωρίς να τον ρωτήσει. Πρωτόγνωρο; Σπάνιο; Όχι βέβαια. Στον κόσμο κυκλοφορούμε κι έχουμε στοιχειώδη αντίληψη. Αυτές οι καταστάσεις (καταπιεστικοί γονείς, υπερπροστατευτικοί γονείς, δογματικοί γονείς, κακοποιητικοί γονείς, φασίζοντα περιβάλλοντα) είναι καταστάσεις καθημερινότατες κι ουχί της υπερβολής ή της εξαίρεσης. Αλίμονο.

Να δούμε λίγο και την δίψα μας για show (ελληνικό προνόμιο;). O Keating στο φιλμ είναι δάσκαλος. Ταυτοχρόνως, είναι και showman: μιμείται, χειρονομεί, έχει νεύρο, περνά από έκφραση σε έκφραση, από χροιά σε χροιά φωνής, αστεΐζεται, δημιουργεί κλίμα, υποβάλλει. Ο λόγος που αυτό αρέσει ή συγκινεί τον Έλληνα θεατή (ή οποιονδήποτε θεατή) είναι επειδή, λόγω πνευματικής ένδειας, αρεσκόμεθα σε μαϊμούδες των μπαλκονιών, σε φθηνές ποζεριές και γκλαμουράτες διακηρύξεις; Ήμαρτον! Για διδασκαλία μιλάμε, δάσκαλος είναι ο πρωταγωνιστής- και ναι, δεν είναι ο καθηγητής που ψιθυρίζει τη γνώση σε κατανυκτικό κλίμα αλληλοεκτίμησης, αλληλοσεβασμού και βασιλικού πρωτοκόλλου, είναι θεατρικός. Η θεατρικότητα στη διδασκαλία και δη της λογοτεχνίας είναι αυτονοήτως μέγιστο προσόν για το διδάσκοντα. Η διδασκαλία είναι από τη φύση της παράσταση. Διαφωνεί κανείς; Δεν ξέρω αν θα συνιστούσε, λοιπόν, κοινωνική πρόοδο η εκτίμηση χαμηλότονων και αθόρυβων πολιτικών, αλλά οι χαμηλότονοι κι αθόρυβοι δάσκαλοι, όσο εξαίρετοι επιστήμονες κι αν είναι, δεν πρόκειται ποτέ να εκτιμηθούν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι μύωπες των επτά βαθμών δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν πιλότοι. Ο καλός δάσκαλος ισορροπεί στη χρυσή τομή της ρητορικής και της υποκριτικής αν θέλει να είναι καλός, να εμπνεύσει, να μεταδώσει.

Άφησα τελευταία τη σύγκριση Ελύτη/Whitman. Κατ’ αρχάς να σημειώσω ότι οι Έλληνες (γενικώς) δεν ξέρουν τον Ελύτη. Τον Ελύτη (το έργο του, όχι το όνομά του), ίσως, ξέρουν κάποιοι από τους Έλληνες ποιητές (όπου Έλληνες ποιητές, το σύνολο των Ελλήνων που γράφουν ποιήματα), πόσο καλά, δε, αγνοώ. Σημειώνω πως με την ποίηση και τους ποιητές ασχολούνται μόνον οι ποιητές, φαινόμενο μάλλον διεθνές. Η ποίηση, εξ όσων γνωρίζω, είναι παγκοσμίως αντιεμπορική, οι εκδοτικοί οίκοι δεν την εκδίδουν, τουλάχιστον όχι υπό τους όρους που εκδίδουν άλλα είδη λόγου. Αν ρωτούσαμε έναν έναν τους Έλληνες ποιητές που γνωρίζουν επαρκώς και τον Ελύτη και τον Whitman, έχω την αίσθηση ότι ο Whitman θα κέρδιζε εύκολα την αναμέτρηση. Ο Ελύτης, στο βαθμό που η εντύπωσή μου δεν είναι εσφαλμένη, θεωρείται από τους περισσότερους σύγχρονους ποιητές αβαθής και τουριστικός, και, τελοσπάντων, οπωσδήποτε υποδεέστερος του Whitman. Σε τελική ανάλυση, η σύγκριση αυτή μόνο αυτονόητη δεν είναι.

Κάτι τελευταίο˙ περί υπερβολής. Η ίδια η ποίηση είναι λόγος υπερβολικός, από το πιο περίτεχνο καλολογικό ή στοχαστικό της ένδυμα έως την πλέον σπαρτιάτικη, καθημερινή της εκφορά. Ποίηση είναι ο λόγος που διευρύνει τα όρια του λόγου και της ταιριάζουν απόλυτα οι δάσκαλοι που δε βολεύονται σε κανένα εύρος αντίληψης ή συμπεριφοράς. Δάσκαλοι σαν Έλληνες, πάντα δυστυχισμένοι.