16 Σεπ 2014

Ανοιχτή Επιστολή στον κ. Άδωνη Γεωργιάδη


Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Παρακολουθώ την υπεράσπιση εκ μέρους σας του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) με ειλικρινή απορία. Έχετε κατ' επανάληψιν δηλώσει πως ο κ. Αντώνης Σαμαράς τήρησε την προεκλογική του δέσμευση περί της φορολόγησης των ακινήτων, η οποία, κατ' εσάς, συνίστατο στην κατάργηση του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) και τη θέσπιση ενός ενιαίου φόρου ακίνητης περιουσίας (επομένως ενός φόρου που καταργεί όλους τους προηγούμενους) χαμηλότερου σε ύψος από το άθροισμα του ΕΕΤΗΔΕ και του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ).

Το πρόβλημα, κύριε Υπουργέ, είναι πως η προεκλογική δέσμευση του κ. Σαμαρά δεν ήταν αυτή. Καταγράφω επακριβώς την προεκλογική εξαγγελία: "θα αντικαταστήσουμε, επίσης, το περιβόητο χαράτσι με έναν ενιαίο νόμο για την ακίνητη περιουσία, όπως το ΕΤΑΚ, που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατάργησε. Το νέο ΕΤΑΚ θα είναι πιο δίκαιο, πιο ελαφρύ για όλους και πιο αποδοτικό για το κράτος".

Από τη δήλωση του κ. Σαμαρά προκύπτει σαφώς ότι η τότε αξιωματική αντιπολίτευση, ερχόμενη στην εξουσία, θα καταργούσε τόσο το ΕΕΤΗΔΕ όσο και το ΦΑΠ, αντικαθιστώντας τους με έναν ενιαίο φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ΕΤΑΚ, το οποίο εσφαλμένως η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατήργησε.  

Ως γνωστόν, κύριε Υπουργέ, το ΕΤΑΚ εισπράχθηκε τελευταία φορά για το έτος 2009, η δε επιβάρυνση για τους ιδιοκτήτες ήταν χαμηλότερη από το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας, ο οποίος εισπράχθηκε για τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, κι εν συνεχεία ενετάχθη στο λεγόμενο ΕΝΦΙΑ. Ο κύριος Σαμαράς, εν κατακλείδι, αντί να θεσπίσει έναν ενιαίο φόρο για την ακίνητη περιουσία, όπως το ΕΤΑΚ, θέσπισε τον ΕΝΦΙΑ, ενσωματώνοντας σε αυτόν το, βαρύτερο του ΕΤΑΚ, ΦΑΠ, διατηρώντας, ταυτόχρονα, και το περιβόητο "χαράτσι" με ανεπαίσθητες μικροδιαφορές.

Η ψευδολογία, κύριε Υπουργέ, την οποία χρεώνετε στην αξιωματική αντιπολίτευση αφορά στο τι και πώς αυτή θα πράξει στην περίπτωση που έλθει στην εξουσία. Πιστεύω, όμως, ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου πως κατά πολύ προκλητικότερη αυτής είναι η ψευδολογία που αφορά σε εκείνα που ήδη έχουν συμβεί.

31 Αυγ 2014

Ωδή Στις Εκφορές Της Αθανασίας


Πότε πότε οι κινηματογραφικές ταινίες χτίζονται γύρω από ένα ποίημα. Όταν συμβαίνει αυτό συγκλονίζομαι μ’ έναν τρόπο που δύσκολα περιγράφεται. Το πλησιέστερο που θα μπορούσα να πω προς απόπειρα αναπαράστασης του προκαλούμενου συναισθήματος είναι πως βιώνω το φιλμ ως βιογραφικό της δικής μου ζωής, κι ας είναι ξένο το ποίημα, κι ας είναι ξένες οι καταστάσεις, τα πρόσωπα, οι συνθήκες. Όταν ζεις για το στίχο έχεις γράψει όλους τους στίχους κι όλοι οι στίχοι γράφτηκαν για σένα. Τα έργα φέροντα ποίημα (ή αποσπάσματα ποιημάτων, για να ακριβολογήσω) στον πυρήνα τους είναι τριών ειδών: το ποίημα έχει γράψει ποιητής εγνωσμένης αξίας, το ποίημα έχει γραφτεί για τις ανάγκες του έργου και, τέλος, το ποίημα ανήκει σ’ έναν ποιητή που λησμονήθηκε.

Στην πρώτη κατηγορία ευρίσκεται το εξαίρετο φιλμ «Equilibrium» του σκηνοθέτη Kurt Wimmer. Το έργο παρουσιάζει μια μελλοντική κατάσταση κατόπιν ενός ολέθριου τρίτου παγκοσμίου πολέμου, στην οποία η ανθρωπότητα ελέγχει φαρμακευτικά τα συναισθήματά της (μίσος, οργή, θλίψη, φθόνος, έρωτας) προς αποφυγήν μίας ακόμη πολεμικής σύρραξης που θα την αφανίσει, αλλά και προς περιφρούρηση μιας κοινωνίας της οποίας τα μέλη συνυπάρχουν και συλλειτουργούν αρμονικά και ειρηνικά. Στο καθεστώς αυτό αντιτίθενται οι λεγόμενοι «παραβάτες της αίσθησης», οι οποίοι αρνούνται να λάβουν τη φαρμακευτική αγωγή που θα εκχερσώσει το συναισθηματικό τους κόσμο και οι οποίοι έρχονται σε ένοπλες συγκρούσεις με τις μονάδες καταστολής του καθεστώτος. Ο John Preston (τον οποίον υποδύεται ο έξοχος Christian Bale) και ο Partridge (το ρόλο του οποίου έχει αναλάβει ο πολύ καλός Sean Bean) είναι ανώτερα στελέχη των μονάδων καταστολής του καθεστώτος και συνεργάζονται στις εκκαθαρίσεις των «παραβατών της αίσθησης» αλλά και στις καταστροφές όλων των αντικειμένων (λογοτεχνικά βιβλία, δίσκοι βινυλίου, ζωγραφικοί πίνακες, διακοσμητικά αντικείμενα) που εγείρουν το συναίσθημα και που βρίσκονται στα χέρια των ανταρτών. Κατόπιν μιας τους εξόρμησης, ο Partridge δεν παραδίδει ως όφειλε ένα βιβλίο με ποιήματα του Yeats στις αρμόδιες αρχές, ο δε Preston αντιλαμβάνεται την παρατυπία και τρέχει να τον συναντήσει- κι εκεί, στη συνάντηση αυτή, ο Partridge, προτού εκτελεσθεί, διαβάζει στο συνεργάτη του τους στίχους:

Όμως εγώ, φτωχός ων, έχω μόνον τα όνειρά μου˙
τα όνειρά μου έχω σκορπίσει κάτω από τα πόδια σας˙
βαδίστε απαλά γιατί βαδίζετε στα όνειρά μου.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει το έργο «The Grey» του σκηνοθέτη Joe Carnahan. Πρόκειται για ένα φιλμ επιβίωσης μιας ομάδας εργατών στα αφιλόξενα όρη της Αλάσκας, μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα. Ο Ottway (τον οποίον υποδύεται ο υπέροχος Liam Neeson) μιλά στην ομήγυρη ένα βράδυ για τον πατέρα του: «ο πατέρας μου δεν ήταν χωρίς αγάπη. Όταν, όμως, ήθελε γινόταν ο κλασσικός Ιρλανδός καριόλης. Πότης, καυγατζής και τα σχετικά. Ποτέ δεν έχυσε ένα δάκρυ, παντού έβλεπε αδυναμίες. Είχε ωστόσο ένα θέμα με την ποίηση, τα ποιήματα –τα διάβαζε, τα ανέφερε– μάλλον νόμιζε ότι αυτό τον στρογγύλευε, ξέρεις. Ήταν, υποθέτω, ο τρόπος του να απολογείται. Ένα από αυτά κρεμόταν πάνω από το γραφείο του στο δωμάτιό του, και μόνον όταν είχα μεγαλώσει αρκετά κατάλαβα ότι το είχε γράψει ο ίδιος. Ήταν άτιτλο, τέσσερεις στίχοι. Το διάβασα στην κηδεία του.

Ακόμη μια φορά μες στη φιλονικία
Μες στον τελευταίο καλό καυγά κάποτε θα μάθω
Ζήσε και πέθανε αυτή τη μέρα
Ζήσε και πέθανε αυτή τη μέρα

Στην τρίτη και πλέον προσφιλή μου κατηγορία ανήκει η ταινία «Mask» του σκηνοθέτη Peter Bogdanovich. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το έργο παρακολουθεί τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Rocky Dennis, ενός εφήβου που έπασχε από μια σπανιότατη ασθένεια, συνέπεια της οποίας ήταν (μεταξύ άλλων) η παραμόρφωση του προσώπου, η οφειλόμενη στην εναπόθεση μεγάλων ποσοτήτων ασβεστίου στα οστά του κρανίου. Στην ταινία αναγιγνώσκεται ένα ποίημα που έγραψε ο ίδιος ο Rocky Dennis κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, το οποίο έχει ως ακολούθως:

Αυτά τα πράγματα είναι καλά:
παγωτό και κέικ
μια βόλτα με τη Χάρλεϋ
να βλέπω μαϊμούδες στα δέντρα
η βροχή στη γλώσσα μου
κι ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου.

Αυτά τα πράγματα είναι χάλια:
σκόνη στα μαλλιά μου
τρύπες στα παπούτσια μου
καθόλου λεφτά στην τσέπη μου
κι ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου.


Με αυτά φθάνω στο προκείμενο, που δεν είναι άλλο από μια συμβουλή στο νέο και φιλόδοξο ποιητή. Το να δεις ένα έργο που χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα ποιητή εγνωσμένης αξίας είναι φαινόμενο σπάνιο. Το να δεις ένα έργο που χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα γραμμένο για τις ανάγκες του έργου είναι φαινόμενο σπανιότερο. Το να δεις ένα έργο που χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα λησμονημένου ποιητή είναι φαινόμενο μοναδικό (και προκαλώ τους απανταχού επαΐοντες να μου υποδείξουν άλλο πέραν της «Μάσκας»). Όσο για μένα, τις αράδες αυτές έγραψα για να τις αφιερώσω σε αυτούς... τους ποιητές που δε μιλήθηκαν ποτέ.

30 Αυγ 2014

Η Δυστυχία Της Αφής Ενός Τυφλού


For being slightely more daring

Σε πρόσφατο σημείωμά του στο Protagon (αλλά και παλαιότερο, του 1990) ο Νίκος Δήμου απορεί σχετικώς με την προσοχή που έχει δοθεί στην Ελλάδα στον «Κύκλο Των Χαμένων Ποιητών», φιλμ που κατέστη επίκαιρο ξανά λόγω της αυτοκτονίας του πρωταγωνιστή Robin Williams. Η επιχειρηματολογία αποδόμησης της ταινίας μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα σημεία: α) Ο ποιητής παρουσιάζεται σε αυτήν ως ουρανοβάμων, φαντασιόπληκτος, αποσυνάγωγος, ιδιότυπος, ολίγον παράφρων, στην πραγματικότητα, όμως, οι ποιητές δεν είναι καθόλου έτσι, κυοφορούν, δε, την ποίησή τους στη σιωπή και την ενδοσκόπηση, β) Το εγχείρημα παρουσίασης ενός εμπνευσμένου δασκάλου αποτυγχάνει προσκρούοντας στις επιδεικτικά ανορθόδοξες συμπεριφορές του καθηγητή (το σκίσιμο των βιβλίων, το άλμα επί της έδρας) και γ) Το σενάριο πνίγεται στην υπερβολή (της συμπεριφοράς του καθηγητή, της σκληρότητας του σχολείου και του πατέρα αλλά και της ευαισθησίας του μαθητή που τελικώς αυτοκτονεί), επί εξόφθαλμα στημένου, δε, πλαισίου θεμελιώνει μια τραγική κατάληξη παραπέμποντας, τελικώς, σε φθηνό φωτορομάντζο. Σε αυτά προστίθεται η διαπίστωση της πνευματικής μας ένδειας που οδηγεί στην εκτίμηση των showmen από τους γνήσιους και σιωπηρούς εργάτες του πεδίου τους (ποιητές, στοχαστές, επιχειρηματίες, πολιτικούς), αλλά και η ενδιαφέρουσα αναρώτηση του γνωστού συγγραφέα επί της επιτυχίας της ταινίας στην Ελλάδα, «με ζώντα τον Ελύτη θαμπωθήκαμε απ’ τον Whitman;».

Διαβάζοντας τα δύο σημειώματα του κ. Δήμου ανεφώνησα «Excrement!» ωσάν να διάβαζα κάποια δοκιμή του δρ. J. Evans Pritchard. Μικρή, όμως, σημασία έχουν οι αναφωνήσεις, σημασία έχουν τα επιχειρήματα, οπότε ας τα δούμε αναλυτικά. Δε γνωρίζω σε ποιο σημείο του φιλμ ο κ. Δήμου εντόπισε την παρουσίαση του ποιητή, και δη ως ουρανοβάμονος, ολίγον παράφρονος και λοιπών κολακευτικών ή μη. Στην ταινία, πάντως, δεν παρουσιάζεται ο ποιητής. Παρουσιάζεται η ποίηση ως προς τη ζωή, η ποίηση ως επαναστατικός λόγος, η ποίηση ως φορέας συναισθήματος, η ποίηση ως μοχλός διδασκαλίας, η ποίηση ως καθημερινό βίωμα, η ποίηση ως αισθητική. Ο ποιητής δε σκιαγραφείται, δεν παρουσιάζεται παρά μόνο μέσα από τους στίχους του, στόχος, δε, του Keating, όπως, άλλωστε, ο ίδιος λέει στο φιλμ, δεν είναι να προετοιμάσει λογοτέχνες, αλλά σκεπτόμενους ανθρώπους.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι ο ποιητής παρουσιαζόταν όντως έτσι στο φιλμ. Θα έπεφτε, μήπως, η ζάχαρη στο νερό; Χρειάζεται να μιλήσω εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος στον κ. Δήμου για τον Πόε, τον Βωδελαίρο, τον Καρούζο, τον Ρεμπώ, τον Καρυωτάκη, τον Μήτσο Παπανικολάου, τον Μπουκόβσκι, τον Κέρουακ, την Γώγου, την Πλαθ; Δεν ξέρει ο κ. Δήμου ότι η ιδιορρυθμία, η αυτοκτονικότητα, η αλητεία, η εκκεντρικότητα, ο αλκοολισμός και η χρήση ναρκωτικών ουσιών αφορούν σε σημαντική μερίδα λογοτεχνών; Φυσικά και το ξέρει, οπωσδήποτε καλύτερα από μένα κι ίσως από τους περισσότερους. Ενίσταται, όμως, ωσάν να μην υπάρχει αυτή η πραγματικότητα στον κόσμο και την ιστορία της ποίησης. Εγώ, από τη μεριά μου, προτιμώ να φωτίζεται αυτή η πλευρά, μεροληπτικά έστω, από εκείνη των executives της ποίησης, των ακαδημαϊκών, των περιοδικαρχών, των επικεφαλής εύρωστων εκδοτικών οίκων, των καθηγητών πανεπιστημίου, ίσως επειδή οι καταθλιπτικοί, οι περιθωριακοί, οι φαντασιόπληκτοι, οι τρελοί και ημίτρελοι με τα πάθη, τα άλγη και τις πληγές τους μεταφέρουν στη βιογραφία τους καλύτερα την ουσία της ποίησης από τα παχυλά εισοδήματα και τα μεγαλόσχημα βραβεία των αστών και μεγαλοαστών που καταπιάστηκαν μαζί της. Αυτή, βέβαια, είναι μια προτίμηση προσωπική, όμως εγώ γνωρίζω ότι είναι τέτοια. Ως προς το πώς και πού κυοφορείται η ποίηση, δεν αμφιβάλλω ότι η κυοφορία λαμβάνει χώρα στη σιωπή με ενδοσκόπηση, τοιούτη κυοφορία, όμως, δεν είναι αποκλειστική, αφού και μέσα στις φυλακές και τα ουρλιαχτά, στο μέτωπο, στην εξορία, στα μπουρδέλα, σε πολυβουες ή ασθμαίνουσες δημόσιες υπηρεσίες όπου οι φωτοτυπίες πραγματοποιούνται εις τριπλούν και εις μάτην, σε ρωμαϊκά όργια ή συγκεντρώσεις με άφθονο αλκοόλ, καπνό και jazz ή θερινές εκδρομές μεγαλοαστών στο Μπατσί της Άνδρου κυοφορήθηκε, γράφτηκε, συνελήφθη και συνέβη ποίηση. Το ποια πτυχή επιλέγει να φωτίσει κανείς δε συνιστά στοιχείο ικανό για να κρίνει το εγχείρημα της παρουσίασης.

Πάμε στο σενάριο της ταινίας, το κατά τον κ. Δήμου υπερβολικό. Υπερβολικός, λοιπόν, ο καθηγητής που ανεβαίνει στην έδρα όρθιος και σκίζει βιβλία. Ζήτημα εκτίμησης, προφανώς. Όταν ήμουν μαθητής (σε «καλά», ιδιωτικά σχολεία, σε φροντιστήρια) είδα με τα μάτια μου καθηγητές να φτύνουν την ώρα του μαθήματος στο καλάθι της τάξης σαν ποδοσφαιριστές, να βρίζουν χυδαία, να προσβάλλουν μαθητές σε προσωπικό τόνο, να χαστουκίζουν, να σκίζουν τετράδια, να κλωτσούν θρανία, να πετούν βιβλία καταπρόσωπο, γι’ αυτό, ίσως, δε με εντυπωσιάζει το άλμα στην έδρα ή το σκίσιμο μιας εισαγωγής. Το πρώτο το βρήκα χαριτωμένο και το βίωσα με συμπάθεια, ως μια παθιασμένη απόπειρα επικοινωνίας και μετάδοσης ενός μηνύματος. Το δεύτερο, μέσα από το συμβολισμό του, έρχεται να θυμίσει ότι η ανάγνωση (ως πράξη) είναι εξίσου σημαντική με το φίλτρο της. Έρχεται, επίσης, να θυμίσει ότι στο όνομα της αυθεντίας πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά (και όχι μόνο) εγκλήματα. Αφαιρουμένου του σκισίματος, η όλη σκηνή θα αδυνάτιζε, θα έχανε το συγκινησιακό της φορτίο, την ψυχολογική διεισδυτικότητά της και το εξαιρετικό της συμβολικό δυναμικό. Υπερβολικά ευαίσθητος είναι και ο μαθητής που τελικώς αυτοκτονεί, κατά τον κ. Δήμου. Θα μπορούσα να το δεχθώ, αποδεχόμενος, όμως, παράλληλα και υποχρεωτικά πως όλοι οι αυτόχειρες του έρωτα ή της αποτυχίας των εξετάσεων ή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου ή μιας οικονομικής δυσμένειας είναι υπερευαίσθητοι. Δεν το νομίζω, πάντως. Φρονώ πως κάθε άνθρωπος μπορεί υπό συνθήκες να κάνει μια τρέλα. Και οι συνθήκες στην ταινία είναι πράγματι τέτοιες: ένα αυστηρό σχολείο κι ένας πατέρας που σχεδιάζει τη ζωή του γιου του χωρίς να τον ρωτήσει. Πρωτόγνωρο; Σπάνιο; Όχι βέβαια. Στον κόσμο κυκλοφορούμε κι έχουμε στοιχειώδη αντίληψη. Αυτές οι καταστάσεις (καταπιεστικοί γονείς, υπερπροστατευτικοί γονείς, δογματικοί γονείς, κακοποιητικοί γονείς, φασίζοντα περιβάλλοντα) είναι καταστάσεις καθημερινότατες κι ουχί της υπερβολής ή της εξαίρεσης. Αλίμονο.

Να δούμε λίγο και την δίψα μας για show (ελληνικό προνόμιο;). O Keating στο φιλμ είναι δάσκαλος. Ταυτοχρόνως, είναι και showman: μιμείται, χειρονομεί, έχει νεύρο, περνά από έκφραση σε έκφραση, από χροιά σε χροιά φωνής, αστεΐζεται, δημιουργεί κλίμα, υποβάλλει. Ο λόγος που αυτό αρέσει ή συγκινεί τον Έλληνα θεατή (ή οποιονδήποτε θεατή) είναι επειδή, λόγω πνευματικής ένδειας, αρεσκόμεθα σε μαϊμούδες των μπαλκονιών, σε φθηνές ποζεριές και γκλαμουράτες διακηρύξεις; Ήμαρτον! Για διδασκαλία μιλάμε, δάσκαλος είναι ο πρωταγωνιστής- και ναι, δεν είναι ο καθηγητής που ψιθυρίζει τη γνώση σε κατανυκτικό κλίμα αλληλοεκτίμησης, αλληλοσεβασμού και βασιλικού πρωτοκόλλου, είναι θεατρικός. Η θεατρικότητα στη διδασκαλία και δη της λογοτεχνίας είναι αυτονοήτως μέγιστο προσόν για το διδάσκοντα. Η διδασκαλία είναι από τη φύση της παράσταση. Διαφωνεί κανείς; Δεν ξέρω αν θα συνιστούσε, λοιπόν, κοινωνική πρόοδο η εκτίμηση χαμηλότονων και αθόρυβων πολιτικών, αλλά οι χαμηλότονοι κι αθόρυβοι δάσκαλοι, όσο εξαίρετοι επιστήμονες κι αν είναι, δεν πρόκειται ποτέ να εκτιμηθούν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι μύωπες των επτά βαθμών δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν πιλότοι. Ο καλός δάσκαλος ισορροπεί στη χρυσή τομή της ρητορικής και της υποκριτικής αν θέλει να είναι καλός, να εμπνεύσει, να μεταδώσει.

Άφησα τελευταία τη σύγκριση Ελύτη/Whitman. Κατ’ αρχάς να σημειώσω ότι οι Έλληνες (γενικώς) δεν ξέρουν τον Ελύτη. Τον Ελύτη (το έργο του, όχι το όνομά του), ίσως, ξέρουν κάποιοι από τους Έλληνες ποιητές (όπου Έλληνες ποιητές, το σύνολο των Ελλήνων που γράφουν ποιήματα), πόσο καλά, δε, αγνοώ. Σημειώνω πως με την ποίηση και τους ποιητές ασχολούνται μόνον οι ποιητές, φαινόμενο μάλλον διεθνές. Η ποίηση, εξ όσων γνωρίζω, είναι παγκοσμίως αντιεμπορική, οι εκδοτικοί οίκοι δεν την εκδίδουν, τουλάχιστον όχι υπό τους όρους που εκδίδουν άλλα είδη λόγου. Αν ρωτούσαμε έναν έναν τους Έλληνες ποιητές που γνωρίζουν επαρκώς και τον Ελύτη και τον Whitman, έχω την αίσθηση ότι ο Whitman θα κέρδιζε εύκολα την αναμέτρηση. Ο Ελύτης, στο βαθμό που η εντύπωσή μου δεν είναι εσφαλμένη, θεωρείται από τους περισσότερους σύγχρονους ποιητές αβαθής και τουριστικός, και, τελοσπάντων, οπωσδήποτε υποδεέστερος του Whitman. Σε τελική ανάλυση, η σύγκριση αυτή μόνο αυτονόητη δεν είναι.

Κάτι τελευταίο˙ περί υπερβολής. Η ίδια η ποίηση είναι λόγος υπερβολικός, από το πιο περίτεχνο καλολογικό ή στοχαστικό της ένδυμα έως την πλέον σπαρτιάτικη, καθημερινή της εκφορά. Ποίηση είναι ο λόγος που διευρύνει τα όρια του λόγου και της ταιριάζουν απόλυτα οι δάσκαλοι που δε βολεύονται σε κανένα εύρος αντίληψης ή συμπεριφοράς. Δάσκαλοι σαν Έλληνες, πάντα δυστυχισμένοι.

Η Θεωρία Της Πανσπερμίας Και Ο Νότης Σφακιανάκης



Ακούγοντας τον Νότη Σφακιανάκη να εκφράζει περίπου βεβαιότητα για την εξωγήινη παρέμβαση προκειμένου να φτιαχτούν οι Παρθενώνες αλλά και πίστη για την ανυπαρξία της εξελικτικής διαδικασίας, προσπάθησα να φανταστώ πώς ηχεί στα ώτα των πτυχιούχων Βιολογίας η έκφραση άποψης από το λαϊκό βάρδο. Αηδίες, αστειότητες, αυτάρεσκη κρίση μεγαλείου πιστεύω θα ήταν η αξιολόγηση των περισσότερων. Οι περισσότεροι πτυχιούχοι Βιολογίας ξέρουν καλά το ποίημά τους, το οποίο απλοϊκώς έχει ως εξής: προβιοτική σούπα, πρώτες μορφές ζωής σε αυτήν, μακρά χρονικώς εξέλιξη προς τη θαυμαστή πολυπλοκότητα που γνωρίζουμε σήμερα εκ των σύγχρονων παραστάσεων και εκ του αρχείου, φυσικά, των απολιθωμάτων.

Καλά και άγια όλα αυτά, κι ίσως, βέβαια, να ’χουν δίκιο και ως προς την προέλευση της ζωής και ως προς το λαϊκό βάρδο οι εν λόγω πτυχιούχοι. Διερωτώμαι, όμως, πόσοι εξ αυτών έχουν ακούσει για την πανσπερμία, όρο που πρωτοξεκίνησε από τα χείλη του Αναξαγόρα ταξιδεύοντας (μέσω Μπερζέλιους, Ρίχτερ, Κέλβιν και Χέλμχολτζ) μέχρι αυτά του Αρένιους στις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε και έλαβε διαστάσεις επιστημονικής υπόθεσης, ως η περιπλάνηση της ζωής στη μορφή σπορίων από πλανητικό σύστημα σε πλανητικό σύστημα. Φυσικά, η φιλολογία και παραφιλολογία περί πανσπερμίας δεν τελείωσε εκεί. Οι Crick και Orgel (1973)* , για παράδειγμα, παρατήρησαν διαφωνία ανάμεσα στη συγκέντρωση ορισμένων στοιχείων στο σώμα των ζώντων οργανισμών και της διαθεσιμότητας των στοιχείων αυτών στη γη. Ο μόλυβδος, φερειπείν, είναι στοιχείο σημαντικό για τις ενζυμικές χημικές αντιδράσεις, εντούτοις θα ήταν αδύνατο για τους πρωτο-οργανισμούς να εξελιχθούν τοιουτοτρόπως ώστε να παρουσιάζουν εξάρτηση από το στοιχείο αυτό, δεδομένης της σπανιότητάς του στη γη.

Η πραγματικότητα είναι ότι η θεωρία της πανσπερμίας δεν μπορεί να αποκλειστεί. Έχοντας παραδεχθεί τούτο, δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε πώς προέκυψε η «μόλυνση» ενός αβιοτικού περιβάλλοντος (Γη) από τη ζωή. Πρόκειται για τυχαίο γεγονός ή γεγονός κατευθυνόμενο από λογικά όντα; Η κατευθυνόμενη «μόλυνση» ίσως ηχεί σε κάποιους υπερβολική. Για την αναρώτησή της, όμως, δε διεκδικώ πατρότητα. Το βιβλίο εξέλιξης που μέχρι πρότινος διδάσκονταν οι φοιτητές της Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών έθετε ρητά το ερώτημα** .

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η «μόλυνση» της γης με ζωή εκ προθέσεως από εξωγήινα, λογικά όντα είναι ένα σενάριο το οποίο υπό κάποια πιθανότητα μπορεί να αληθεύει. Ερωτώ: αν τα όντα αυτά αρέσκονται σε τέτοια και άλλα παιχνίδια, τότε γιατί να μην ευθύνονται και για άλλα φαινόμενα, όπως για τη «μεταμόρφωση» ενός Homo sapiens που για το 95% και πλέον της εξελικτικής του ιστορίας ζούσε ως κυνηγός και τροφοσυλλέκτης σε αρχιτέκτονα Παρθενώνων, διαδικτυακό γκατζετάκια και ταξιδευτή της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος; Νομίζετε ότι η απόσταση που διανύεται από τον κυνηγό-τροφοσυλλέκτη στον ταξιδευτή του διαστήματος είναι μικρότερη από αυτή της γένεσης της ζωής στη γη δια μιας παθητικής διαδικασίας έως την ύπαρξη εξωγήινης ζωής η οποία επηρέασε τις γήινες εξελίξεις;

Να μην είστε σίγουροι για τίποτε, γατάκια. Κι όταν μιλά ο Νότης να μη γελάτε.

*Crick F. H. & Orgel L. E., 1973. Directed Panspermia, Icarus 19: 341-346

**Αλαχιώτης Σ., 1992. Εξέλιξη Και Μοριακή Εξέλιξη, Συμμετρία

O John Lennon Και Το Παρασιτικό Δυναμικό



Η Yoko Ono και ο John Lennon ζήτησαν κάποτε από τον Νίκο Μαστοράκη μια σχετικώς περίεργη χάρη. Ήθελαν να επισκεφτούν και να ακούσουν τις ορμηνείες όσων από τους αστρολόγους της Αθήνας θα επέλεγε ο γνωστός σκηνοθέτης. Ο Νίκος Μαστοράκης δεν τους χάλασε το χατίρι. Τελευταία στάση της παρέας Ono-Lennon-Μαστοράκη ήταν η Τασία Λούτα, γνωστή αστρολόγος της εποχής και προσωπική σύμβουλος πολλών διασήμων και επιτυχημένων στο είδος τους, όπως ο Μίνωας Κυριακού. Διαβάζοντας το χέρι του Lennon η αστρολόγος ορμήνεψε: «αγόρι μου να προσέχεις, διότι θα σε πυροβολήσουν σε ένα νησί». Θορυβημένο από την προφητεία, το ζευγάρι ακύρωσε τότε την κρουαζιέρα του στα ελληνικά νησιά και επέστρεψε στο Λονδίνο.

Πολλά χρόνια αργότερα, περί την αλλαγή της χιλιετίας, ο Νίκος Μαστοράκης λαμβάνει από την Ono συνέντευξη και της θυμίζει την προφητεία. Η Οno, εμφανώς ταραγμένη, ανακαλεί το γεγονός και διαπιστώνει: «Το Manhattan είναι νησί!». Το διάβασμα της χειρός είχε επιβεβαιωθεί. Ρίγος.

Aναλογιζόμενος την ιστορία αυτή, προσπάθησα να μαντέψω τις πιθανές σκέψεις του μέσου ανθρώπου που την πληροφορείται, του ανθρώπου, δηλαδή, που εμείς, οι επιδημιολόγοι της έννοιας, τόσο παιδεύουμε: α) Υπάρχουν αστρολόγοι και αστρολόγοι, και κάποιοι από αυτούς έχουν το χάρισμα, δεν μπορούμε να τους απορρίπτουμε όλους συλλήβδην και β) Παράξενη σύμπτωση, αλλά σύμπτωση.

Επιτρέψτε μου, τώρα, να σας πω τις δικές μου. Προφανώς συντάσσομαι με τους υπέρ της σύμπτωσης, δεδομένου ότι, μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν έχει συστηματοποιηθεί ανάγνωση μελλοντικού πυροβολισμού σε χέρι μετά του τόπου στον οποίον αυτός θα λάβει χώρα, ούτε, βέβαια, κρίνω την πιθανότητα επαλήθευσης μιας τέτοιας πρόβλεψης για ένα σημαίνον πρόσωπο (ακόμη κι αν η αστρολόγος δεν αναγνώρισε τον John, θα κατάλαβε, φρονώ, πως είναι σημαντικός) μικρότερη από το να κερδίσει κανείς το λαχείο.

Οι δικές μου σκέψεις, απλώς, δεν τελειώνουν εδώ. Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να πραγματοποιήσω την απαραίτητη παρένθεση της αποσαφήνισης του παρασιτισμού. Στη Βιολογία, παρασιτισμός είναι η κατάσταση συμβίωσης δύο οργανισμών που ανήκουν σε διαφορετικό είδος, του παρασίτου και του ξενιστή, η οποία χαρακτηρίζεται από μονόπλευρη ωφέλεια σε βάρος του ξενιστή και υπέρ του παρασίτου. Το παράσιτο, επιπροσθέτως, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον ξενιστή, ο ξενιστής, όμως, επιβιώνει ωραιότατα χωρίς το παράσιτο, το οποίο, σε τελική ανάλυση, μόνο ζημία επιφέρει σε αυτόν. Αγαπημένο μου παράδειγμα παρασίτων είναι οι γνωστοί σε όλους μας ιοί, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τα χημικά υλικά και τους βιολογικούς μηχανισμούς των κυττάρων μας, προκαλούν στον οργανισμό μας βλάβες ποικίλες σε ένταση και συνέπειες.

Ανάλογη των παρασίτων συμπεριφορά συναντούμε και στο κοινωνικό επίπεδο: ομάδες ατόμων, δηλαδή, που, αν και ανήκουν στο ίδιο είδος με μας, μας εκμεταλλεύονται ζημιώνοντάς μας προκειμένου να επιβιώσουν. Τέτοιοι, κατά τη γνώμη μου, είναι οι απανταχού αστρολόγοι. Εκμεταλλεύονται τη μεταφυσική ανάγκη, την απελπισία, τις δεισιδαιμονίες, υφέρπουσες και κραταιές, ώστε να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Πυροβολισμοί σε χέρια, γάμοι σε κατακάθια καφέ, επαγγελματικές επιτυχίες σε τράπουλες και ιδού πεδίο δόξης και εσόδευσης λαμπρόν.
Ζωή χωρίς παρασιτισμό δεν υπάρχει˙ κι ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ, θα αποτολμήσω την πρόβλεψη. Κατ’ αναλογία, θα αποτολμήσω την ορμηνεία, ούτε κοινωνία χωρίς παρασιτισμό πρόκειται ποτέ να υπάρξει. Και τούτο, διότι σύμφωνα με την ρηξικέλευθη και μεγαλοφυή θεωρία μου, το παρασιτικό δυναμικό της γης δε μεταβάλλεται.

Τούτο σημαίνει πως ακόμα κι αν, επί παραδείγματι, η αστρολογία και η άσκησή της απαγορευθούν δια ροπάλου, τα παράσιτα (η ύπαρξη των οποίων με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να απειληθεί) θα αλλάξουν, απλώς, τις παρασιτικές στρατηγικές τους. Θα κατεβαίνουν, ας πούμε, στις εκλογές, γλείφοντας, τάζοντας, βαφτίζοντας, έχοντας κατά νου μόνο πώς θα οικειοποιηθούν το δημόσιο χρήμα (ή και το ιδιωτικό, και οι μίζες καλές είναι). Θα ανοίγουν γραφεία παραψυχολογικών ερευνών και ψυχαναλυτικής θεραπευτικής. Θα ιδρύουν θρησκείες και θα ξεκινούν κινήματα. Θα βρίσκουν χρηματοδότες τοκογλυφικών επιχειρήσεων σε επίπεδο διακρατικό.


Δεν τα λέω όλα τούτα για να κατεβάσουμε τα όπλα. Να κυνηγήσουμε όσα παράσιτα υποπίπτουν στην αντίληψή μας. Να μην απογοητεύομαστε, όμως. Το παρασιτικό δυναμικό της γης θα είναι πάντα σταθερό. Κι ο παρασιτισμός αείποτε θα κρατά από το χέρι τη ζωή μας.

Προνόμιο Βίωσης


Συχνά μιλούμε έχοντας την αίσθηση ότι δεν αποδίδουμε την αλήθεια, μόνο και μόνο επειδή αδυνατούμε να μιλήσουμε αλλιώς. Λέμε, για παράδειγμα, ότι πίστη σε μία πολιτισμένη και δημοκρατική κοινωνία σημαίνει προσήλωση στο νόμο και αναγνώριση της αποκλειστικότητας της περιφρούρησής του στα όργανα της τάξεως. Καλώς λέμε μεν, μα κι ένα δωδεκάχρονο πιτσιρίκι αντιλαμβάνεται την ηθική ουσία, την αυτοθυσία και το καλό στο Σκοτεινό Ιππότη που βλέπει στον κινηματογράφο, μολονότι η δράση του μασκοφόρου εκδικητή κινείται εκτός νόμου και πολιτισμένων, δημοκρατικών διαδικασιών.

Φυσικά δεν ανακαλύπτω την πυρίτιδα. Η φιλοσοφία έχει εξετάσει συστηματικά την ποιότητα και τη φύση αυτής της αντίφασης˙ εγώ ενδιαφέρομαι να ασχοληθώ μ’ ένα συγκεκριμένο πλοκάμι της. Λέμε, λοιπόν, ότι ο ποιητής έχει προνόμιο έκφρασης, όχι βίωσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι ορθώς το θέτουμε έτσι. Αλίμονο αν ανοίξουμε τον ασκό του Αιόλου πιστώνοντας στον ποιητή προνόμιο βίωσης. Ο ελλοχεύων υποκειμενισμός, η λογοτεχνική αυταρέσκεια, η εσφαλμένη γενίκευση θα καταστρέψουν κάθε απόπειρα άρσης της προτάσεως που περιχαρακώνει τη λογοτεχνική επιτυχία στις δονήσεις ρίγους που επάγουν τα όμορφα λόγια στους αναγνώστες τους.

Ο ποιητής, όμως, το ξέρουμε καλά, δεν κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους ως κάποιος που χρησιμοποιεί τις λέξεις όπως ο τεχνίτης χρησιμοποιεί το αλφάδι του. Η συναισθηματική και διανοητική κατάσταση που η ποίηση προϋποθέτει ξεφεύγει κατά πολύ από την επιδέξια εφαρμογή μιας τεχνικής ή τη δυνατότητα αποπεράτωσης μιας απαιτητικής έστω εργασίας. Για να παραφράσω τον Λεοντάρη, η ποίηση συμβαίνει. Η ποίηση συμβαίνει πάνω στη γυναίκα που ο ποιητής αγγίζει. Η ποίηση συμβαίνει πίσω από τα γεγονότα που διαθλώνται και αναλύονται στο μυαλό του ποιητή. Η ποίηση συμβαίνει μέσα στις ταξιανθίες που ο ποιητής επιστρατεύει για να παράγει το μέλι του. Η ποίηση συμβαίνει γύρω από τις μυρωδιές που τυχαία συναντούν τον οσφρητικό βλεννογόνο του ποιητή. Η διεργασία αυτή είναι τρομακτική μα τρομακτικό είναι και το ταυτόχρονο αίτημα της προσφοράς μιας νέας οπτικής του κόσμου, του Θεού, του πόνου και του μέλλοντος. Η ζωή του ποιητή είναι γεμάτη από την υποχρέωση της υποδούλωσης και της ισχνότερης καθημερινής παράστασης στην ανθρώπινη εξύψωση. Το σώμα του ποιητή είναι ο χώρος εντός του οποίου διυλίζονται, αποδομούνται, ανασυνδυάζονται και ανασυνθέτονται τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι εικόνες, η ιστορία.

Βεβαίως, εσύ που τον συνάντησες, του ζήτησες να σου γράψει μία εργασία, μια διαφημιστική ατάκα, μια έκθεση για το παιδί σου που πάει στο σχολείο ή έναν τίτλο για το θέμα που κλήθηκες να αναπτύξεις- και πήγες παρακάτω. Η ποίηση δε σε άγγιξε, σε άφησε να ξύνεις το δόντι σου με ένα μαργαριτάρι, να νομίζεις ότι όλα είναι μια εξυπηρέτηση ή μια φτωχή κι απλούστατη, αναλώσιμη κλίση.


Όμως αυτό που δεν καταλαβαίνεις δεν είναι τα όμορφα λόγια.

14 Μαρ 2014

Pieces



Tης Ιωάννας

*
Ούτε ρουμπίνι ούτε διαμάντι.
Βότσαλο.
Για να μπορείς με τα χείλη σου
να γράψεις
εκεί που χρόνια ολόκληρα
η θάλασσα προσπάθησε
με κύμα.

*
Επειδή είσαι ένα σπάνιο λουλούδι
επειδή τα χρώματά σου δεν μπορεί να τα δει άνθρωπος
μόνον, ίσως, κάποια έντομα που πίνουνε το νέκταρ των ανθέων
κι εκπνέουν μέλι για να φάνε τα παιδιά τους και οι άνθρωποι
επειδή από τότε που σε γνώρισα βλέπω μέσα από τους τοίχους
σε όλα τα δωμάτια που κλείστηκα
εσένα
επειδή τα δένδρα σε καρποφορούν το καλοκαίρι και σκας
με κρότο στο έδαφος πλουτίζοντας το χώμα που πατάω με χυμούς
βγαίνεις από μέσα μου νικήτρια σ’ έναν θρίαμβο σεισμού
και σε ρωτώ πού ήσουν τόσα χρόνια
ν’ ακούσεις το τραγούδι σου παιγμένο απ’ τη λύρα μου
με τις χορδές αηδονιών που πέθαναν στον αέρα
σχίζοντας δεσποτικά τη γη του παραδείσου.

*
Θα κόψω τη μέρα που ήρθες στη ζωή μου
από το σώμα της ζωής μου
και θα τη βάλω σ' ένα ανθοδοχείο
να τη ζωγραφίσει ο Θεός.

*
Τα μάτια σου
οι ώμοι σου, το στήθος, τα μαλλιά σου
τα δάχτυλα, τα πέλματα, τα γόνατά σου
πηλός που περίσσεψε στην τράπεζα
με των Θεών τις καταθέσεις.
Χρόνια πολλά περίμενα για να σε συναντήσω
να γίνω κορμί ολόκληρο
κορμί που δεν αναρωτιέται.

*
Είσαι η τελευταία μου απόπειρα.
Μετά από σένα η καρδιά μου δε θα ’χει πια αγγεία
κι έτσι, δίχως κορμί, θα πάλλεται
στέλνοντας αίμα στο κενό.