30 Οκτ 2013

Άρωμα


Aπόψε θα παίξουμε παιχνίδι.
Δως μου δυο λέξεις που σου αρέσουν˙
τουλίπα διαλέγεις και δελφίνι
υγρές οι λέξεις που μου δίνεις
με κέντρο τους το λάμδα.
Στη θάλασσα που κολυμπάς
περιπλανιέμαι χρόνια
κι απ’ το χώμα που ξεριζώθηκες
πενθώ και περιμένω.
Στο σώμα μου σήμερα διαλύεσαι, λουλούδι
ένας Θεός στο στήθος του
χαμογελά και μας απλώνει.

25 Οκτ 2013

I have crossed oceans of time to find you



Kι ύστερα ήρθες εσύ κι όπως κούρνιασα μέσα στο άρωμα σου, υποσχέθηκες. Κι όλα αυτά τα κύματα που πέρασαν από πάνω μου; "Να τα ξεχάσεις", είπες, "σ' αγαπώ". Μην το λες αυτό, σε κοίταξα, φοβάμαι, όμως εσύ όχι, επιμένεις, σηκώνεις τα χέρια σου ψηλά και καλείς τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού να σ' επιβεβαιώσουν. Κι αρχίζει να βρέχει. Το νερό πλημμυρίζει τις ψυχές μας που ενώνονται. Δε θα περιμένω να σου το πω. Θα σε ερωτευθώ παράφορα όπως μόνο εγώ ξέρω να ερωτεύομαι. Κι αν είσαι αληθινή, δε θα μου αφήσεις ποτέ το χέρι.

I have crossed oceans of time to find you

11 Οκτ 2013

When God Made You




Δεν ξέρω να οδηγώ, να διαβάζω, να γράφω, να διαπραγματεύομαι, δεν μπορώ να βγω στο μπαλκόνι, ίλιγγος, φοβάμαι, όμως, κορίτσι μου, ήθελα να σου δώσω τα πάντα αφού καθίσω στο πιάνο δίχως δάχτυλα, δίχως να μπορώ ν’ ακούσω τίποτα μετά τη μυρωδιά σου κι έτσι τετραπληγικός να συντονίσω ένα τραγούδι με τους χτύπους της καρδιάς μου κι οι νότες ολόσωστες, κορίτσι μου, πίστεψέ με, γιατί να φύγεις όταν σ’ είχα ανάγκη όπως το νερό τα χείλη του διψασμένου. Για να φτάσεις δε χρειαζόταν να πας πουθενά.

6 Οκτ 2013

Στιγμιότυπο



Περνάς από δίπλα μου και λες
γιατ’ είναι χάμω πεσμένα τ’ αστέρια σου;
πού είν’ ο ουρανός σου;
κι αρχίζεις σε δευτερόλεπτα μέσα να τα μαζεύεις
ένα ένα στην αγκαλιά σου
κι εγώ αμίλητος να μην μπορώ να σου εξηγήσω
πως άρπαξε φωτιά μια μέρα το αυτοκίνητο
και κάηκα σε μια στιγμή για πάντα
και πια φωνή δεν έχω να εξηγώ τα δάκρυα
μόνο ελπίδα πως είσ’ αληθινή
και πως δε ζω ξανά μια φαντασία.
Κι εκεί που κάνεις να σηκώσεις το κεφάλι
τ’ αστέρια μου ξανά στη λάμψη τους να στείλεις
χάνεσαι σ’ ένα απότομο μακροβούτι στη λάσπη.

Niki needed a reason


Στην πρώτη γνωριμία με τη μετέπειτα γυναίκα του, ο Niki Lauda βρίσκεται μαζί της σ’ ένα αυτοκίνητο μαζί με δύο νεαρούς, οι οποίοι τον αναγνωρίζουν και του ζητούν να οδηγήσει. «Αυτός είναι ο Niki Lauda, o οδηγός της Ferrari», λένε οι νεαροί στην κοπέλα, κι εκείνη αποκρίνεται «δε γίνεται, αυτός οδηγεί σα γέρος». «Η υψηλή ταχύτητα», σχολιάζει ο Lauda, «αυξάνει την επικινδυνότητα, και αυτή τη στιγμή δεν πληρώνομαι, γιατί να τρέξω;». «Γιατί σ’ το ζητώ εγώ», λέει η κοπέλα. Κι ο Niki απογειώνει το αμάξι.

Ταυτίστηκα.

(εξαιρετική μουσική απ' τον Zimmer, γοητευτική απεικόνιση του συναισθηματικού πραγματιστή Lauda και της σχέσης του με το συναισθηματικό ονειροπόλο Hunt, με διαφορά το καλύτερο φιλμ που είδα το '13).

5 Οκτ 2013

Time



I got air in my lungs and Gilmour's guitar. Maybe it's all I ought to be, full of melody and word, a misfit thinker and translator of beauty.

1 Οκτ 2013

Οι θυμωμένοι


Ένα μεσημέρι καπνίζαμε με το Χρύσανθο στο γραφείο˙ στρατιώτες και οι δύο στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, εγώ στο φαρμακείο, εκείνος στη μοίρα, τα λέγαμε κάθε που πήγαινα να πάρω εξοδόχαρτο. Πάνω που μιλούσαμε τα δικά μας, μπαίνει μέσα ο επισμηνίας μας, μας βλέπει να φουμάρουμε και να κουβεντιάζουμε και μου λέει «Μήτσο, σ’αγαπάω, σ’ εκτιμάω, αλλά εδώ μέσα δε θέλω να καπνίζεις». Πραγματοποιεί μια παύση και συνεχίζει «τώρα θα μου πεις, γιατί καπνίζει ο Χρύσανθος...». «Όχι», του λέω, «δε θα σου πω». Και έσβησα το τσιγάρο. Ο Χρύσανθος ήταν όλη μέρα με τους επισμηνίες της μοίρας, βγάζανε τις υπηρεσίες, τους βοηθούσε, βλέπονταν και τρίβονταν. Ήταν φυσικό να έχει μια νότα ελευθερίας παραπάνω από τους λοιπούς φαντάρους ένεκα οικειότητας˙ επιπλέον, μέσα στο στρατιωτικό κλίμα, ο σμηνίτης υποτίθεται πως δεν πρέπει να κοιτά τι κάνει ο διπλανός του αλλά να εκτελεί τις διαταγές του ανωτέρου του. Ο επισμηνίας, επομένως, αντιλαμβανόταν εαυτόν νόμιμο να εκχωρήσει στο φαντάρο του γραφείου του το δικαίωμα του καπνίζειν, έχοντας, παράλληλα, την απαίτηση να μην μπαίνουν όλοι οι φαντάροι του νοσοκομείου στο γραφείο μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα.

Το αίτημα του επισμηνία δεν ήταν βεβαίως ούτε το δικαιότερο ούτε το αισθητικά ωραιότερο όλων των εποχών- σε καμιά περίπτωση, όμως, δε με έκανε να θέλω να πετάξω μολότωφ, να δώσω ληγμένα φάρμακα στους ασθενείς ή να του σκάσω τα λάστιχα του αυτοκινήτου του. Το άφησα να πέσει κάτω με συμπάθεια.

Όμως εγώ δεν ανήκα ποτέ σε αυτούς που βλέπουν μια πορεία και ερεθίζονται˙ έστω κι ενόψει του τίποτα.