26 Ιουλ 2013

Εξεγερθείτε


Στον αδερφό μου απ'τον Κρύπτονα

Βαρέθηκα να εξηγώ σε πιθήκους ότι είναι πίθηκοι.
Εγώ έχω απλώς αποδεχθεί
ότι μ’ αρέσει να κρέμομαι απ’ τα δένδρα
ότι με πιάνει ταχυπαλμία
όταν ακουμπάνε τη γυναίκα μου.
Ιστορία μου δεν είναι το Βυζάντιο
τα φεμινιστικά κινήματα
οι παγκόσμιοι πόλεμοι, οι σταγόνες στον ωκεανό.
Έμαθα να σκέφτομαι με τα εκατοντάδες χιλιάδες
τα εκατομμύρια, τα δισεκατομμύρια χρόνια ίσως
όπου τα πρωτοκύτταρα σάλεψαν στη λάσπη.
Παρόλ’ αυτά χρειάζεται να πείσω
πως ο πιο ζηλιάρης πίθηκος
έκανε περισσότερα παιδιά
από τους άνετους συμπιθήκους του κερατάδες.
Προφανώς δε θα πείσω.
Δηλώνω ευθέως όμως
απευθείας απόγονος. Αρκεί.
Εξεγερθείτε.

24 Ιουλ 2013

Το ποίημα που ολόκληρη είσαι...


Να μην ξανακοιμηθούμε. Συνεχώς να καταρρέουμε
αλλά να μην αφήνουμε τον ύπνο να μας πάρει
γιατί εκεί που πάμε εμείς με ολάνοιχτα μάτια
και τεντωμένη ψυχή
κανένα όνειρο δεν πήγε. Εσύ κι εγώ
εγώ κι εσύ κρυφτό μέσα στους πίνακές σου
και τους στίχους μου˙ είμαι μέσα σου
ψάξε να με βρεις, είσαι μέσα μου
γι’ αυτό δεν ξέρω τι άλλο να γράψω.
Κι άντε να γεμίσουν μελάνι τα δόντια μου
να δαγκώνω παντού το δέρμα που σε σκεπάζει
να φέρω στην επιφάνεια το ποίημα
που ολόκληρη είσαι.

22 Ιουλ 2013

Όταν χορεύεις...


Ό,τι και να γίνει

Πατάς να παίξει μουσική, ανάβεις ένα τσιγάρο, γυρίζεις πλάτη
     λες: θα σου χορέψω.
         Πυγολαμπίδες μπαίνουν απ’ την μπαλκονόπορτα
                ρίχνουν φως στους ώμους και το στήθος σου.
                    Με την πρώτη σου κίνηση
     το τσιγάρο σταματάει να καπνίζει˙ σβήνει
κάποιος Θεός μου μιλάει˙ με ζηλεύει˙ συνεχίζεις
                       δε γυρίζεις να κοιτάξεις, βασανίζεις
κατεβαίνεις κάτω χαμηλά, τα πόδια σου ανοιχτά, ανοίγουν οι ουρανοί
       βρέχει μέσα στο σπίτι, ανοίγουν παντού λουλούδια
                  αποδιώχνουν τον αέρα, είσαι μόνο άρωμα
δεν μπορώ να αναπνεύσω, φίλα με να σε αντέξω.
                       Η μουσική σταματά˙ συσκότιση
      πλησιάζεις δάκρυ δάκρυ, κλαίω
                           μπαίνω στα μάτια σου
        γίνομαι η θλίψη σου, βουρκώνεις
άσε με να ’μαι αυτός που σε κοιτά
                                                                    όταν χορεύεις μόνη.
                               Μ’ αγαπάς.


18 Ιουλ 2013

Τρέμεις...



Συναισθησία
                          σκέπτομαι με τη γεύση, βλέπω με την αφή
     ακούω με τη γλώσσα το κορμί σου
             παραλογίζομαι το δέρμα σου
                 μουρμουρίζω ασυναρτησίες, εξεγείρομαι, ανεβαίνω ψηλά όταν
       αρχίζεις να χορεύεις και γλιστράω στον ιδρώτα σου
                   και σωριάζομαι στα φρούτα που αχνίζει η ψυχή σου.
                           Μυρίζω χρώματα, ακούω λουλούδια, βλέπω μελωδίες
                ξεκάθαρα όταν με τρίβεις μέσα σου ολόλευκη πορσελάνη.
            Ποιος άλλος από μένα ξέρει να σου μιλήσει;
                             Σχίζεσαι στα δυο όταν λικνίζεσαι, το ξέρω
κλαις χωρίς λόγο, ζωγραφίζεις ένα φόβο και μια άρνηση.
                                     Η καμπάνα της εκκλησίας είναι μέσα στο σπίτι σου
        σε τρελαίνει, θες να τρέξεις, να ξεφύγεις, να προστατεύσεις
την ελευθερία σου απ’ τους Θεούς που δεν υπάρχουν. Το αίμα σου με χρειάζεται
                                                                                       σωρεύεται μέσα σου πολύ
ασφυκτιά, πνίγεται, πονάει. Ποιος άλλος από μένα ξέρει να σε πιει
        να σε δαγκώσει εκεί που γεννήθηκες, εκεί που έμαθες ό,τι νομίζεις ότι ξέρεις.
                                                Τίποτα δεν ξέρεις.
Τύμπανο από λάβα ζήτα μου να σε χτυπήσω˙ αλλά ζήτα μου να σε χτυπήσω με νερό
                    γιατί νερό χρειάζεσαι. Διψάς. Ξεραίνεται η γλώσσα σου
   αλλά δεν είναι μέθη. Ξυπνάς μόνη μέσα σε μια προσευχή. Εμένα παρακαλάς.
          Σε αρπάζω από το χέρι που μου κλέβεις. Το δικό σου. Εδώ κάθισε
πήγαινε στο λουτρό, μάθε να πλένεσαι μπροστά μου, με το νερό που ρέει
           θα βράσουμε τα χρώματα προτού ενέσουμε στο σώμα μας το σχήμα.
Μέσ’ απ’ το στήθος σου το στήθος μου θηλάζει ένα δάκρυ.

                     Όπως σε βλέπω εγώ κανείς δε σε βλέπει. Τρέμεις.

15 Ιουλ 2013

Θα λείπω



Across the clouds I see my shadow fly
Out of the corner of my watering eye

Τα παλαιά δάση στις άγριες βουνοπλαγιές
οι χοροί στα απόμερα χωριά
η άμμος στις λευκές, απάτητες παραλίες
τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων
άπαντα τα εναπομείναντα πηγάδια
όλες οι θάλασσες
ο ουρανός με τ’ άστρα

χάρισμά σου.

Όμως εγώ θα λείπω από τον κόσμο που προτίμησες.

10 Ιουλ 2013

Ο έρωτας της βαθιάς οικειότητας


Στη Βανέσσα
επειδή μου χάρισε το τέλος

Θυμάμαι πάντα τον καθηγητή της κοινωνιολογίας, Δημήτριο Μόνο, να εξηγεί το weltanschauung. «Έστω», έλεγε, «ένας άνδρας που κυνηγά έναν άλλο άνδρα στο δρόμο, κρατώντας στα χέρια του ένα μαδέρι. Αν φέρουμε τον Marx στο παράθυρο και τον ρωτήσουμε τι βλέπει, θα μας πει ότι βλέπει έναν προλετάριο να κυνηγά ένα στυγνό καπιταλιστή. Αν φέρουμε τον Freud στο ίδιο παράθυρο, θα δει ένα γιο που κυνηγάει τον εραστή της μάνας του, είτε αυτός είναι ο πατέρας του είτε όχι». Ο καθείς, λοιπόν, βλέπει τα πράγματα υπό συγκεκρισμένο πρίσμα. Στην παρέα αυτή του παραθύρου προσέθεσα αργότερα στη ζωή μου τους εξελικτιστές, τον Dawkins, τον Wilson, τον Alcock και την παρέα τους, οι οποίοι αρέσκονται στις λεγόμενες «απώτατες» εξηγήσεις. Μέσα στο παράδειγμα του Μόνου, φερειπείν, αυτοί θα έβλεπαν την εγγενή ανθρώπινη επιθετικότητα, χωρίς να πολυνοιάζονται για τις λεπτομέρειες του κυνηγητού. Σημασία γι’ αυτούς έχει ότι είμαστε ένα είδος πιθήκου που υπό συνθήκας μπορεί να καταστεί πολύ επιθετικό. Τώρα, αν η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζεται προς υπεράσπιση ή προάσπιση ενός τσαμπιού μπανάνες, ενός μέσου παραγωγής ή ενός άπιστου θηλυκού, ολίγον τους ενδιαφέρει, εμπρός εις το ότι είμαστε επιθετικοί (διότι, αν το καλοσκεφτούμε, θα μπορούσαμε να μη γινόμαστε ποτέ επιθετικοί- και αυτό κάνει όλη τη διαφορά, για να θυμηθώ τον Φροστ).

H ανάγκη αυτή για «απώτατες» εξηγήσεις, για την απολύτως έσχατη αναγωγή, υπάρχει μέσα μου και εκτός εξέλιξης. Και έρχομαι στο προκείμενο. Προσφάτως διάβαζα στην «Καθημερινή» το ωραιότατο κείμενο του κυρίου Κώστα Κουτσουρέλη για το διαζύγιο ποιητών και κοινού. Χειμαρρώδης ο κ. Κουτσουρέλης, δε φείδεται αυστηρότητας προς τους ομοτέχνους του. Αλαζονικοί αρχιερείς οι ρομαντικοί, ανθρωποδιωκτικοί επαΐοντες οι συμβολιστές, επιτηδευμένοι παραδοξογράφοι οι μοντερνιστές- και εγένετο σχίσμα.

Μπορεί τούτα να είναι αληθινά. Μπορεί πράγματι η ποίηση να έχασε τοιουτοτρόπως πολλούς  που θα τη μιλούσαν. Όμως εγώ στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Στρέφω το βλέμμα μου σε αυτούς που ρίχνουν το χρόνο τους πάνω στις σελίδες του Dan Brown και τις αποχρώσεις του γκρι, σε ίντριγκες, πάθη, ερωτικά τρίγωνα, δολοφονίες, μυστήρια και μεταφυσικές αποκαλύψεις, κι ούτε που έχουν ασχοληθεί ποτέ τους με την ποίηση, ούτε από μοντερνιστές, συμβολιστές ή ρομαντικούς γνωρίζουν. Γιατί στρέφω το βλέμμα σε αυτούς; Μα γιατί είναι αναγνώστες. Ως γνωστό, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καν αναγνώστες, επομένως δεν μπορούμε να τους προσάψουμε διαζύγιο, πέραν αυτού με την ανάγνωση.

Οι αναγνώστες αυτοί, λοιπόν, γουστάρουν το διάβασμα- αλλά όχι το διάβασμα της ποίησης. Κι όσο κι αν η ποίηση έχει βληθεί από αλαζονικούς αρχιερείς, ανθρωποδιωκτικούς επαΐοντες και επιτηδευμένους παραδοξογράφους, τα λοιπά λογοτεχνικά είδη (από τα οποία όμως οι αναγνώστες αυτοί δεν έχουν λάβει διαζύγιο) έχουν αντιστοίχως βληθεί από ακαλαίσθητους αναμασητές, χυδαίους εμπόρους και φτηνούς διδακτιστές. Αναζητώ, λοιπόν, το διαζύγιο στη φύση της αναγνωστικής εμπειρίας, όχι της συγκυρίας, όχι της ιστορίας, όχι των όσων υπηρέτησαν μια τέχνη που μοιραίως τους υπερβαίνει.

Επ’ αυτού επιθυμώ να επισημάνω δύο. Η ποίηση δε στηρίζει την ουσία της στην πλοκή. Όποιος θέλει να μασουλήσει καλαμπόκι μπροστά από χαρτί ή οθόνη, να καθίσει αναπαυτικά και να χαθεί μέσα σε ίντριγκες, πάθη, μεταφυσικά φαινόμενα, βουδδιστικό διδακτισμό του πανεριού, ερωτικά τρίγωνα και λοιπά ευπώλητα, στην ποίηση θα απογοητευθεί. Τί θα απογοητευθεί, θα φρίξει, θα ουρλιάξει από ανία και αποτροπιασμό, ωσάν οπαδός που πήγε στο καφενείο να δει τον αγώνα και βρέθηκε αντιμέτωπος με το τριπλό κονσέρτο του Μπετόβεν στη γιγαντοοθόνη. Η αποχαύνωση δεν προσφέρεται από τη Μεγάλη Κυρία. Η Μεγάλη Κυρία μπορεί να σε ταξιδέψει μονάχα όταν συμμετέχεις. Η Μεγάλη Κυρία δε γουστάρει τους κουρασμένους, τους ψόφιους, τους κοιμήσηδες. Τους αποδιώχνει.

Η ποίηση είναι στον πυρήνα της μια εξομολόγηση. Τα χρώματά της είναι ακριβώς γι’ αυτό θολά. Ποίηση είναι να λες το ανείπωτο, αυτό που η γλώσσα δεν έχει προβλέψει, αυτό που κινείται πέρα από κάθε έννοια συνεννόησης. Η ανάγνωση της ποίησης προϋποθέτει τη μύηση. Η εμπειρία της προϋποθέτει την οικειότητα.

Σε πείσμα, λοιπόν, του χαύνου πλήθους, θα υπάρχουν πάντοτε αυτοί, οι ποιητές, που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα. Σε πείσμα των ποιητών που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα, θα υπάρχει πάντοτε το χαύνο πλήθος, στο οποίο αρέσουν οι σχέσεις της μιας βραδιάς. Δεν μπορεί να υπάρξει έρωτας έτσι.


Ένα άδειο δωμάτιο περιμένει έναν επισκέπτη. Δεν τον περιμένει τώρα˙ ας είναι κάποτε. Δεν περιμένει πολλούς˙ ένας αρκεί.

(Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν)