28 Μαρ 2013

Για μας...




Δεν έχω καταφέρει ακόμα τα λόγια εκείνα που μπορούν να μιλήσουν στους άρρωστους και τους νεκρούς. Νιώθω όμως ότι κάτι μπορώ να πω σε όσους περιφέρονται κατηφείς εδώ κι εκεί δίχως να υπάρχει λόγος. Πάντοτε, θα πει κάποιος, υπάρχουν λόγοι. Ο λόγος όμως είναι βασικά ένας: ο κατηφής που δεν είναι άρρωστος και δεν είναι νεκρός δεν καταλαβαίνει την ομορφιά. Όσοι δεν μπορούν ν’ αγγίζουν το χέρι του συντρόφου τους και να νιώσουν ευτυχία, όσοι δεν μπορούν να κοιτάξουν το παιδί τους που παίζει στο χαλί και να βυθιστούν σε έκσταση, όσοι δεν μπορούν να πιουν μια μελωδία σαν από το μίσχο του τελευταίου λουλουδιού του μορφότερου ενδημικού είδους του παραδείσου... δεν είναι ούτε άρρωστοι ούτε νεκροί. Μια ασχήμια έχει τυλίξει όλες τους τις παραστάσεις. Οι υπόλοιποι ανάψτε ένα τσιγάρο, καθίστε αναπαυτικά και ακούστε μαζί μου ένα Ρούσσικο κομμάτι απόψε που είμαι στεναχωρεμένος. Γεια μας.

26 Μαρ 2013

And not to yield...



Just one more thing to say. My late husband was a great lover of poetry and I suppose some of it sank in, despite my best intentions. And here today I remember this, I think from Tennyson:  We are not now that strength which in old days, moved earth and heaven; that which we are, we are; One equal temper of heroic hearts, made weak by time and fate, but strong in will to strive, to seek, to find, and not to yield.

H Judi Dench στο φιλμ Skyfall.

20 Μαρ 2013

ΜΑΡΑ


ΜΑΡΑ

Γέρνεις τρυφερά πάνω στο στήθος μου
πλάσμα της νύχτας φαίνεται πως μοιάζεις
με τη θλίψη μου και με αγκαλιάζεις
με τον τρόπο που ξεσπά το ήθος μου.

Το στήθος σου αργά αποκαλύπτεις
με το γάλα σου ραίνεις τις πληγές μου
πλάσμα της νύχτας τ’ όνομά σου πες μου
στο σκότος ταξιδεύουμε μιας κρύπτης.

Το χορό μας δε θέλεις να τελειώσεις
συγκινημένη μέσα μου κουρνιάζεις
αυτό που με βουρκώνει θες να λιώσεις.

Τη ζέστα που θεριεύει στα μαλλιά σου
στην ψυχή μου ακίνητη σταλάζεις
το ποίημά μου παίρνει τ’ όνομά σου.

Πρώτη δημοσίευση στο "Παράθυρο" (τεύχος Μαρτίου 2013)

18 Μαρ 2013

Μεγάλη Βαβυλώνα...




*
Αν ήξερες ότι σ’ αγαπώ
δε θα γυρνούσες πίσω.
Θα γυρνούσες όμως πίσω
κλαίουσα
γονατιστή
ικέτισσα
αν ήξερες τι είσαι.
Το φάρμακό σου κυκλοφορεί
μόνο στις φλέβες μου
Μεγάλη Βαβυλώνα.

*
Απορώ που καταφέρναμε και φιλιόμασταν.
Απορώ πώς πλησιάζαμε τα χείλη
που είπαν το ίδιο σ’ αγαπώ
εγώ εδώ να κλαίω μ’ οδυρμούς
εσύ εκεί μ’ ένα φαλλό στο στόμα.
Στο χωρισμό μάθαμ’ ο ένας
τη γλώσσα του άλλου
κι απορώ που φιλιόμασταν.
Απορώ.

*
Δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω.
Έχω τόσα να σου πω
κι εσύ
είσαι τόσο ανάξια να τ’ ακούσεις.
Δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω
ποιήματα.

*
Αν μετανιώσεις
να έρθεις να μου το πεις.
Όσο αδιάφορο κι αν μου είναι
θα το γιορτάσω.
Ακόμη κι όταν δε θα νιώθω τίποτα
θα θυμάμαι τι ένιωσα κάποτε
-και με τη θύμηση αυτή
πάντοτε θα ντρέπομαι
πως το ’νιωσα για σένα.

*
Ένας μήνας χώρια
ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Εσύ δεν έχεις να πεις τίποτα.
Εγώ δεν έχω τίποτα να πω
που να μπορείς ν’ ακούσεις.

17 Μαρ 2013

Έγινα ψυχή...



Βρίσκομαι σ’ ένα χώρο σκοτεινό. Μπροστά μου μία μεγάλη δίφυλλη πόρτα, από τις χαραμάδες της οποίας ξεφεύγει φως. Προχωρώ προς την πόρτα, την ανοίγω κι αίφνης δεν ακούω τίποτα˙ απόλυτη σιωπή. Δε βλέπω τίποτα˙ βαθύ, πηχτό, απόλυτο σκότος. Δε μυρίζω τίποτα, δε νιώθω καν τον αέρα που αναπνέω, αν αναπνέω πια. Δεν μπορώ να κινηθώ, μα κι αν μπορούσα, δεν υπάρχει τίποτα να πιάσω, ούτε πάτωμα για να σταθώ.

Με κυριεύει τρόμος. Αισθάνομαι πως ιδρώνω χωρίς ιδρώτα. Ιδρώνω, κρυώνω, αδειάζω και πέφτω. Μετεωρίζομαι, αγαπημένα πρόσωπα περιστρέφονται γύρω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Συνεχίζω να ξέρω ότι υπάρχω, δίχως να μπορώ να είμαι τίποτα από την ύπαρξή μου, δίχως να μπορώ να κάνω έρωτα, να φιλήσω, να φέρω ένα λουλούδι στα ρουθούνια μου, να οδηγήσω την αγαπημένη μου Mustang, να γράψω στο χαρτί ποιήματα και σκέψεις. Ίσως δεν έχω πλέον σώμα.

Ο χρόνος περνά, το καταλαβαίνω. Τίποτα δεν αλλάζει. Αναμνήσεις έρχονται και παρέρχονται. Πάντοτε οι ίδιες. Φαίνεται πως ολάκερη ζωή στυμμένη δεν είναι παρά λίγες σταγόνες. Η φωνή της μάνας μου σα βύσσινο που χύνεται πάνω στο πιο αγνό καϊμάκι. Το τσιγάρο του πατέρα μου να σιγοκαίει στο ρουστίκ ως τα χαράματα. Ο έρωτας σε μια γκαρσονιέρα στην Πάτρα. Το μεγάλο πλυντήριο στο κατάστημα του ισογείου που η Δήμητρα μου ’λεγε πως είναι αλλιώτικο. Η γιαγιά μου να ρωτάει «κι αν το ξαναδιαβάσεις ακόμα μια φορά θα πάθεις τίποτε;». Ο παππούς να ορίζει «όταν κάποιος δει στο τέλος ενός κειμένου την υπογραφή σου, θα πρέπει να γνωρίζει ότι το κείμενο λέει αλήθεια προτού το διαβάσει». Ο κινηματογράφος Αλεξάνδρα στην Καλλιθέα που έκλεισε. Τα τρεχούμενα νερά στους Μένητες. Μερικές ακόμα˙ δε θέλω να κουράσω. Ήταν πάντοτε σα να μιλούσα σε κοινό.

Φαίνεται πως αυτή θα είναι η καινούρια μου ζωή. Έγινα ψυχή. Κι όμως, γνωρίζω ότι είμαι εγώ, κι ας μην έχω μάνα, κι ας μην έχω πατέρα, γυναίκα, συγγενείς, παιδιά, σπίτι, γείτονες, φαγητό, υποχρεώσεις˙ γνωρίζω πως είμαι εγώ, γιατί και τούτη εδώ την ώρα με το νήμα μου από καιρό κομμένο, συλλογίζομαι όσους έζησαν και ζουν πάνω στη γη σαν κι εμένα, δίχως καν να είναι νεκροί. Δώσε παράδεισο σ’ αυτούς, λέω, Θεέ μου, αν υπάρχεις και λυπάσαι τις επί γης ψυχές.

Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν.


16 Μαρ 2013

Αφού θα ξαναζήσουμε γιατί θρηνούμε;



*
Απ’ όταν έχασα τους γονείς μου
οι ειδήσεις αγκυροβολούν μέσα μου
σα χρυσαδαμάντινοι μετεωρίτες.
Πέθανε ο Θύμιος Καρακατσάνης, πέθανε
ο Jon Lord, πέθανε ο γιος του Stallone
συνομήλικός μου σχεδόν
που τον έβλεπα προ είκοσι ετών
στο Φλερύ της Καλλιθέας
να παίζει με τον πατέρα του.
Προτού πεθάνουν οι γονείς μου
δεν πέθαινε κανείς.

*
Να μάθετε να ρωτάτε
αν θέλετε ν’ απαλλαγείτε
από δασκάλους σαν κι εμένα.
Υπάρχει παράδεισος
για τις ψυχές των δένδρων;
Τα δάκρυα των ματιών μας
κλαίμε στις εικόνες μας;
Αφού θα ξαναζήσουμε
γιατί θρηνούμε;
Μίζερη και αχάριστη αυτή η αθανασία.

*
Ένα μήνα πριν
πεθάνει η μανούλα μου
βρέθηκα στο ασανσέρ
με κάποιον της ηλικίας μου
και τη δική του μάνα.
Της μιλούσε άσχημα, της φώναζε.
Ο Θεός δεν εκτίμησε
τον αποτροπιασμό που ένιωσα.

15 Μαρ 2013

Ως δια μαγείας όρθιος...




*
Μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο
δε θα ’μουν, βέβαια, ίδιος.
Μπορεί να δυσκολευόμουν να προφέρω λέξεις
να αδυνατούσα να κρατήσω
ένα ποτήρι
να ξεχνούσα τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα.
Μετά από ένα τροχαίο ατύχημα
δε θα ’μουν, βέβαια, ίδιος
μπορεί να φοβόμουν την άσφαλτο
και τα αυτοκίνητα
ή να ’μουν ένα φυτό
σταθμευμένο σε κάποιο ίδρυμα υπομονής.
Ακόμη και τότε, όμως
ίσως κάποιος ήλπιζε σ’ ένα θαύμα
να σηκωθώ ως δια μαγείας όρθιος
τραγουδώντας ένα τραγούδι
με όμορφα νοήματα.
Τίποτα δεν αφήνει ο νεκρός
σε όσους τον αγάπησαν.

*
Δε θυμάμαι αν ήταν την προηγούμενη
ή την επομένη της κηδείας
της μάνας μου
το νέο ότι οι πνεύμονες του πατέρα μου
και το συκώτι του
γέμισαν καρκίνο.
Του το κρύψαμε.
Όταν εντάθηκαν οι πόνοι
(νωπός καθώς ήταν ο χαμός)
μου είπε
«λύσσαξε να με πάρει μαζί της
αλλά δε θα της κάνω το χατίρι».
Τώρα που το σκέφτομαι
δεν μπορεί να κυριολεκτούσε.
Μάλλον θα εννοούσε
«αν ήταν να πάω να τη βρω
θα της το ’κανα το χατίρι».

*
Βιβλία για το πότισμα της ελιάς, τις οικογένειες
των σπερματοφύτων
τα είδη των ιστών
τα φάρμακα των ανθρώπων
τις οικονομικές θεωρίες των οικονομολόγων
και τις σκέψεις των φιλοσόφων
τα ψυχολογικά προβλήματα των σκύλων.
Βιβλία για τους ολοβασιδιομύκητες
τα αρθρόποδα
τις συνήθειες των Βουσμάνων, τις θρησκείες
των δυτικών, των ανατολικών, των Αζτέκων,
των Ίνκας, των Μάγιας, βιβλία για πρωτόνια,
ηλεκτρόνια, νετρόνια
μποζόνια
βιβλία για τη δαρβινική εξέλιξη και την
ηλεκτρονική διακυβέρνηση- κι όσοι τα έγραψαν,
νεκροί.

9 Μαρ 2013

Live and die on this day...



My dad was not without love. But a cliche’d Irish motherfucker when he wanted to be. Drinker, brawler, all that stuff. Never shed a tear, saw weakness everywhere. But he had this thing for poems, poetry - reading them, quoting them - probably thought it rounded him off, you know? His way of apologizing, I guess. And there was one that hung over the desk in his den, it was only when I was a lot older I realized he had written it. It was untitled, four lines. I read it at his funeral. 

Once more into the fray 
Into the last good fight I’ll ever know 
Live and die on this day 
Live and die on this day

Ο Liam Neeson στο φιλμ The Grey

7 Μαρ 2013

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ




Κάποτε, σε μια μακρινή πόλη όπου όλα ήταν γκρίζα, ζούσε ένα όμορφο, μικρό κορίτσι, η Λία. Η Λία δεν ήταν όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της˙ δεν μπορούσε να ονειρευτεί. Κάθε πρωί πήγαινε στο σχολείο της και άκουγε τους συμμαθητές της να μιλούν για το χρώμα που δεν υπήρχε πουθενά στην πόλη όπου όλα ήταν γκρίζα, το λευκό, το χρώμα που επισκέπτεται τα παιδικά όνειρα και τα χρωματίζει με την πραγματικότητα του ονείρου- και ζήλευε. Ζήλευε που εκείνη κοιμόταν και βυθιζόταν σ’ ένα απέραντο κενό μέσα στο οποίο δεν συνέβαινε τίποτε το συναρπαστικό, τίποτε που να αφήνει γεύση στα παιδικά της τσίνορα που τόσο διψούσαν για φαντασία.

Ένα βράδυ, απογοητευμένη καθώς ήταν, γονάτισε και προσευχήθηκε: «Θεούλη μου», είπε, «δε σου ζητώ τίποτα σπουδαίο, μόνο να, όλα τα παιδάκια βλέπουν όνειρα, σε παρακαλώ, στείλε και σε μένα ένα»- και με την επιθυμία της αυτή, έπεσε για να κοιμηθεί. Εκείνο το βράδυ, ένα άλογο επισκέφθηκε τη Λία στον ύπνο της. Ένα άλογο άσπρο, με μεγάλα, μυώδη πόδια, φουντωτή ουρά, κι ένα μαύρο σημάδι στο στήθος του. Πρώτη φορά η Λία έβλεπε το χρώμα που τόσον καιρό μονάχα άκουγε στις αφηγήσεις των συμμαθητών της. Το λευκό τη μέθυσε. Την έκανε να παρακαλά να μην τελειώσει ποτέ το όνειρό της.

Το πρωί ξύπνησε ενθουσιασμένη. Κοίταξε γύρω της τα γκρίζα σπίτια, τα γκρίζα φύλλα, τα γκρίζα σύννεφα, τον γκρίζο ουρανό κι ένιωσε μικρό και ασήμαντο τον κόσμο μπροστά στον κόσμο του ονείρου της. Τίποτα πια δεν της φαινόταν αρκετό. Περίμενε ανυπόμονα να τελειώσει η μέρα, να έρθει το σούρουπο, να έρθει η ώρα του ύπνου και του ονείρου-και, ακριβώς πριν πέσει να κοιμηθεί, προσευχήθηκε ξανά: «Θεούλη μου, στείλε ξανά στο όνειρό μου το περήφανο άσπρο άλογο που μου έστειλες και χθες, χωρίς, όμως, το μαύρο σημάδι στο στήθος˙ στείλε το μου ολόλευκο, τέλειο, αψεγάδιαστο, όπως διψώ να το ονειρευτώ».

Στο όνειρο, όμως, της Λίας δεν ξανάρθε το άσπρο άλογο. Ήρθε ένα άλογο μαύρο, ολόμαυρο, τρομακτικό. Ένα άλογο που την ξύπνησε πριν καλά καλά ξημερώσει. Τώρα η Λία έβλεπε την πόλη όπου όλα την γκρίζα εντελώς διαφορετικά. Τα γκρίζα σπίτια, τα γκρίζα φύλλα, τα γκρίζα σύννεφα, ο γκρίζος ουρανός... όλα της φαίνονταν τώρα όμορφα και σπουδαία.

Φοβούμενη μήπως την επισκεφθεί ξανά το μαύρο άλογο, δε ζήτησε ποτέ ξανά να ονειρευτεί- κι έτσι η Λία μας έζησε για πάντα μ’ ένα και μοναδικό όνειρο λευκού στην πόλη όπου όλα ήταν γκρίζα.

Δωμάτια χωρίς παράθυρα και πόρτες...




*
Για όλα υπάρχει η τελευταία φορά.
Η τελευταία φορά που τρως, που γελάς
που οδηγείς, που κλειδώνεις, που φτερνίζεσαι
η τελευταία φορά που πλένεις τα χέρια σου.
Αυτή είναι η φορά που δε σηκώνει
αναβολή
αργότερα, κάποια άλλη στιγμή, αύριο.
Κάθε χτύπος δευτερολέπτου
προσφέρει ένα τώρα
για μια τελευταία φορά.
Πίσω του δε βρίσκουμε
παρά τη μεγάλη σκιά
των τρωκτικών και των μακρόπνοων
δανείων.

*
Αυτός ο εφιάλτης
δε θα τελειώσει ποτέ˙
κι όταν κάποτε
ανακουφιστούμε από τη φρίκη του
δε θα υπάρχουμε καν
για να γιορτάσουμε το ανελέητο
κυνηγητό του
τα ξαφνικά κλάματα
τα δωμάτια χωρίς παράθυρα
και πόρτες.

*
Σε προσκυνώ.
Με το παντοδύναμο χέρι σου
στο πλάι τους
πεθαίνουν κάποιοι πλούσιοι
στο βαθύ τους ύπνο
όμορφα κι αταλαιπώρητα γερασμένοι
μ’ ολόκληρη τη σφύζουσα ζωή
ζωή τους στη μνήμη και στο όνειρό τους.
Με το παντοδύναμο χέρι σου
στο πλάι τους
γεμίζουν καρκίνο οι πνεύμονες παιδιών
που ακόμα έχουν στο στόμα τους
τη γεύση του γάλακτος της μάνας τους.
Σε προσκυνώ, τύχη.

6 Μαρ 2013

Εκεί που έφτιαξαν Θεούς οι ζωντανοί...


*
Μην τολμήσει κανείς να μου πει
ότι η γη δεν επαρκεί
για να ζήσουμε όλοι για πάντα.
Αν επρόκειτο να ζήσουμε όλοι
για πάντα
θα εποικούσαμε επιτυχώς άλλους πλανήτες
ίσως και άλλες διαστάσεις
ή μορφές ύλης
ή εικασίες που συμφέρουν.
Θρησκείες.

*
Είδα οράματα πολλά
μα πιο σπουδαίο απ’ όλα
το όραμα των νεκρών που σηκώνονται
είδα.
Σηκώνονται, ναι
με κλάματα, με λυγμούς, με οδυρμούς
γιομάτοι πανικό και αγωνία
για το χαμένο σώμα τους
όμως
το σώμα τους δε βρίσκεται
εκεί που έσκαψαν τη γη οι νεκροθάφτες
εκεί που έφτιαξαν Θεούς οι ζωντανοί.
Έτσι, αρνούμενοι το χώμα που τους σκέπασε
να δουν
οι νεκροί προσποιούνται ότι ψάχνουν
το κορμί τους.

*
Το «ματαιότης ματαιοτήτων» είναι η Αλήθεια
το «καλό ξημέρωμα» είναι η ευχή
των εκπλήξεων που φέρνει η νύχτα.
Σλάλομ σε εμφράγματα, καρκίνους, εγκεφαλικά
ανευρύσματα
ένοπλες ληστείες και αυτοκινητιστικά.
Όνειρα κι αυτά...
σεισμοί που ρίχνουν τη σκεπή
ύπνοι που δεν τελειώνουν
μέσα σε κουτιά.

Πεταλούδες...



*
Μου ’σπασες την καρδιά μου
σε χίλια κομμάτια
να μαζεύω, να μετρώ.
Ένα τα χειλάκια σου
δύο η μυρωδιά σου
τρία τα ματάκια σου
τέσσερα η τρέλα σου
ναι, η τρέλα σου˙
σ’ αυτήν ποντάρω τώρα
να ξαναβάλει τη σπασμένη καρδιά μου
στο μισό μου κορμί
μ’ ένα απροσδόκητο νεύμα
ένα κεραυνοβόλο τηλεφώνημα.

*
Για να το πεις ποίημα
πρέπει να ριμάρει.
Τώρα που έφυγες
Μπορώ να συμφωνήσω.

*
Πλάκα έχει η κακία σου.
Πασχίζεις να με δαιμονοποιήσεις.
Δε μ’ αγαπάς.
Καρφί δε σου καίγεται για μένα.
Κι έφυγες.
Τι τα θες τα υπόλοιπα.

Σημασίαν έχει να ζεις...



Λένε πως όταν πλησιάζει
της άμβλωσης ο απορροφητήρας
το έμβρυο τραβιέται.

Θέλει να ζήσει
να γεννηθεί
να γίνει παιδί
να γίνει ενήλικας

να γίνει γριά
που θα ταφεί σε φέρετρο ενηλίκου
όχι κυτταρόμαζα
απορριπτόμενη σ’ αποθέτη.
Δεν είναι το χώμα της χωματερής
(ξέρει το έμβρυο)
διαφορετικό απ’ του νεκροταφείου
το χώμα˙
ομοίως αποσυντίθεται κανείς
και στα δυο.
Σημασίαν έχει να ζεις.
Γι’ αυτό τραβιέται το έμβρυο
κι ουρλιάζει μες στην κοιλιά
και σκέπτεται τις μέρες
που αμέριμνο πασπάτευε το λώρο
σα να μην μπορεί μορφότερες απ’ αυτές
μέρες κανείς
να ζήσει.

Πρώτη δημοσίευση στο "Παράθυρο".

4 Μαρ 2013

Η αλήθεια που ξέρω...




*
Η ζωή μου έρχεται εδώ από τον Ιούλιο
του εβδομήντα εννέα
για ν’ ανοίξω το στόμα μου.
Το σκάει χώμα παλουκωμένο με σταυρούς.
Το σκάνε φωτογραφίες κολλημένες σε μάρμαρα.
Όλες οι ηλικίες εκρήγνυνται σε ταφόπλακες.
Όμως δεν μπορώ να σταματήσω
ν’ ασχολούμαι με το ένα και το άλλο.
Είμαι πολύ μικρός για την αλήθεια που ξέρω.




----------------------------------------------------------------------------

Όσοι επιθυμούν να σχολιάσουν τα όσα τις τελευταίες μέρες διάβασαν, παρακαλώ όπως αφήσουν το ίχνος τους στα σχόλια.


Της μέλισσας το γάλα...


*
Ένα χρόνο μετά τον αιφνίδιο και ταυτόχρονο
θάνατο των γονέων μου
πέρασα το αμάξι μου από ΚΤΕΟ.
«Από έλεγχο θα ξαναπεράσετε σε δύο χρόνια»
μου είπε ο υπάλληλος.
Αυτό το «σε δύο χρόνια» πήγε και κόλλησε
πάνω στα «χρόνια πολλά», στα «και του χρόνου»
στα «αύριο», ακόμη και στα «σε λίγο»
πήγε, δηλαδή, και κόλλησε
σ’ όλα τα «κάποτε» που με τόση ελαφράδα
ξεστομίζουμε
σαν τα ζώα που φχαριστιούνται το νερό
κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του λύκου
και ξεδιψάνε μελλοθάνατα.

*
Φασαρία στην πύλη του νεκροταφείου.
Καρκινοπαθής και υποψήφιος αυτόχειρ
προσπαθούν ν’ ανταλλάξουν ζωές.
Δε γίνεται, όμως.
Ο καρκινοπαθής, καρκινοπαθής.
Ο υποψήφιος αυτόχειρ, υποψήφιος αυτόχειρ.

*
Μπήκε μέσα στο σπίτι άνεμος
και σκόρπισε τα ρούχα χάμω˙
όχι αυτά που φοράς, αυτά
που ’χεις καλά κλειδώσει
στις ντουλάπες και τα συρτάρια.
Κι ήταν όλα φέρετρα αγαπημένων
του αίματος και της καρδιάς.
Μ’ αυτά από δω και πέρα
θα πηγαίνεις
σε θέατρα και δεξιώσεις.

*
Δεν έχω να σου δώσω τίποτα˙ όμως
το βλέμμα μου, το βλέμμα σου, η ώρα
που κοιτιόμαστε σημαίνει πολλά.
Ο ήλιος σηκώνεται, τα ηλιοτρόπια στρέφονται
απότομα, οι αχινοί τινάζουν θαλασσινή δροσιά
από τις γεμάτες ουσία άκανθες της ζωής
που τρέμει. Αρμέγουμε, αρμέγουμε σαν
τρελοί τα μελίσσια, θέλουμε για μας
της μέλισσας το γάλα
όσο η μέλισσα είναι καλά κι εμείς
με πάλλουσα καρδιά
οι έκθαμβοι εραστές της.


3 Μαρ 2013

Δεν αγαπιέσαι εύκολα...



*
Θα το απολάμβανα αν κάποτε
καταλάβαινες
πως ήμουν ο καλύτερος
γιατί μπόρεσα να σ’ αγαπήσω.
Δεν αγαπιέσαι εύκολα.
Όποιος έχει μάτια για την ψυχή
θα σε προσπεράσει
όποιος δεν έχει
δεν μπορεί να σ’ αγαπήσει.


Πίσω από μια δύουσα σκιά...




*
Όχι, δεν εμπόδισε η Παναγία
τον υπολογιστή σου
να μου στείλει το μήνυμα του χωρισμού.
Μην ανησυχείς καθόλου.
Η Παναγία εγκρίνει τις αποφάσεις σου.
Η Παναγία λυπάται και μένα.

*
Πιστεύω να έχεις πειστεί
ότι πλάστηκες από σπουδαίο Θεό
για μένα˙ όχι για να με συντροφεύεις
αλλά για να με κρατάς ζωντανό.
Στη σκέψη ότι κάποτε
θα καταδεχθείς ξανά να μ’ αγκαλιάσεις
δεν αρρωσταίνω.
Απρόσβλητος από τσιγάρα και ιούς
θωρακισμένος απέναντι σ’ όλους τους καρκίνους
σε προσμένω, αγάπη μου
κάτω από ένα σπασμένο φανάρι
πίσω από μια δύουσα σκιά.

*
Πού ήσουν όταν σου ’λεγα
ότι είσαι η ομορφότερη
απ’ όλες τις γυναίκες;
Να το δεχθώ
εμένα δε θες να με ξανακούσεις.
Αυτό όμως θα το ξανακούσεις;
Κι αν το ξανακούσεις
θα ’ν’ αλήθεια;

*
Να μη δώσεις κανένα σημείο ζωής.
Ποσώς με νοιάζει.
Στα όνειρά μου πάντοτε επιστρέφεις
όπως σ’ αγάπησα ακριβώς:
Δική μου.


Once more into the fray...



*
Ο χάρος πέρασε από το σπίτι μου
πήρε το κεφάλι της μάνας μου
πήρε το κεφάλι του πατέρα μου
κι έφυγε με την υπόσχεση
να επιστρέψει για ό,τι απέμεινε
στο σπίτι μου από την οικογένειά μου.
Αυτό που συνέβη
για σας δε σημαίνει τίποτα
μα για μένα που ήμουν εκεί
σημαίνει πως περπατώ
με λυγισμένους τους καρπούς
δίχως καν να είμαι σκύλος.
Στα δένδρα επιτίθεμαι
γιατί θα γίνουν φέρετρα.
Σκάβω το χώμα γιατί ψάχνω.
Ζητιανεύω κόκκαλα και χάδια.
Καταμήκος των στίχων μου κουνάω την ουρά.

*
Ένα χρόνο μετά το θάνατο των γονέων μου
βρίσκομαι στον προθάλαμο ενός χειρουργείου.
«Διηθεί την τρόπιδα», μου λέει ο γιατρός
«πρέπει να προχωρήσω σε πνευμονεκτομή».
Η αδερφή μου μέσα κοιμάται.
«Τσίμπα με γιατρέ» του λέω
«μάλλον ονειρεύομαι»˙ κι εκείνος με τσιμπά.
«Δε νιώθεις τίποτα», μου λέει, «ε;»
«δε νιώθω τίποτα γιατρέ».
«Δεν είναι όμως όνειρο» μου λέει ο γιατρός
που ξέρει εκ πείρας
με τι μεγαλοπρέπεια
μουδιάζει ο πόνος το κορμί
όταν δεν κοιμάσαι.

*
Δε γνωρίζω πόσους ζωντανούς χωρά
αυτή η γη
μα γνωρίζω έναν έναν
τους άπειρους νεκρούς της
που συνωστίζονται στα χώματα
ο ένας μέσα στον άλλον.

*
Καθόλου δεν αγωνιώ για
μια φιλοσοφική προσέγγιση
μια μεταφυσική ερμηνεία
μια πιλοτική επιστημονική διαλεύκανση
του πούστη του θανάτου.
Εγώ βλέπω στα νεκροταφεία
ό,τι άλλοι βλέπουν στα κρεματόρια
και τους φούρνους των χιτλερικών.
Με Θεό ή χωρίς
το μεγάλο κάθαρμα λέγεται χάρος.

*
Το μαξιλάρι μου το χειρούργησαν περιστέρια.
Μια ρίζα ξεδιψάει με νερό.
Ένα λουλούδι δυναμώνει.
Άρωμα ξεχύνεται στις μέλισσες.
Μέλι κρυσταλλώνει στη γλώσσα και λιγώνει.
Για την ασύλληπτη ζωή που μας χαρίστηκε
και το κλάσμα του δευτερολέπτου της
που μπόρεσα να καταλάβω
αντέχω μια ακόμη φλέβα τρυπημένη για
χημειοθεραπεία.

Πάλι γονατιστός σε μυτερά χαλίκια
σφίγγω τα δόντια και τα χέρια που αγαπώ.
Καθώς προσεύχομαι στον Όρθιο Θεό
σκύβουν επάνω μου σκιές τα αλμυρίκια.