26 Φεβ 2013

ΠΑΡΑΠΟΝΟ



Ο Σκοτεινός Ιππότης του Christopher Nolan έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Σήμερα θα σταθώ σε μία από αυτές. Είναι παραπονεμένος. Είναι παραπονεμένος γιατί η Rachel προτίμησε τον Harvey. Είναι παραπονεμένος γιατί έχασε τους γονείς του. Είναι παραπονεμένος γιατί, με το παραμικρό, ο κόσμος που τον επευφημεί στρέφεται εναντίον του. Είναι παραπονεμένος γιατί η Miranda τον μαχαιρώνει πισώπλατα. Είναι παραπονεμένος γιατί ο Alfred τον εγκαταλείπει. Είναι παραπονεμένος γιατί η Selina δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. Εγκαταλελειμμένος, προδομένος, μισητός, σακάτης, αποσύρεται στον εαυτό του γεμάτος παράπονο που δεν ανοίγουν περισσότερες πληγές στο σώμα του- να τον ανακουφίσουν.  O Zimmer, ο Γερμανός που γράφει τη μουσική για τα φιλμ, εφευρίσκει το παράπονο από την αρχή: με όλο τον ηρωισμό του. Υποκλίνομαι.


25 Φεβ 2013

Love of my life




Έρωτα της ζωής μου με πλήγωσες.
Έσπασες την καρδιά μου κι ύστερα μ’ άφησες.

Έρωτα της ζωής μου δεν μπορείς να δεις;
Φέρ’το πίσω φέρ’το πίσω
μην το πάρεις από μένα
γιατί δεν ξέρεις τι σημαίνει για μένα.

Έρωτα της ζωής μου μη μ’ αφήνεις.
Έκλεψες την αγάπη μου, τώρα μ’ εγκαταλείπεις.
Έρωτα της ζωής μου γιατί δεν μπορείς να δεις;
Φέρ’το πίσω φέρ’το πίσω
μην το πάρεις από μένα
γιατί δεν ξέρεις τι σημαίνει για μένα.

Όταν καθίσει η σκόνη
και όλα έχουν τελειώσει
εγώ, μεγάλος πια, θα ’μαι δίπλα σου
να σου θυμίζω πως ακόμη σ’ αγαπώ.
Ακόμη σ’ αγαπώ.

Έλα γρήγορα έλα γρήγορα
μην το πάρεις από μένα
γιατί δεν ξέρεις τι σημαίνει για μένα.

ΕΤΣΙ




Οι εύκολες διδαχές και οι κοινότοπες εκφράσεις δε μου ταιριάζουν. Οι γκουρού που λένε αηδίες του τύπου «βρες το εσωτερικό σου φως», «ακολούθησε το μονοπάτι που οδηγεί στον εαυτό σου», «μην αφήνεις τους άλλους να σου στερούν τον εαυτό σου» πειράζουν τα νεύρα μου. Ώρες ώρες θέλω να δείρω κάτι παιδιά σαν τον Robin Sharma ή τον Paulo Coelho.

Παρόλα αυτά, υπάρχει η κινηματογραφική εξαίρεση μιας κοινοτοπίας που εκφράζει όλους τους πυρήνες όλων των κυττάρων μου. Το φιλμ είναι του Τζαβέλλα και είναι το συγγνωστό «Μια ζωή την έχουμε». Ο φυλακισμένος Κλέων, λοιπόν, εξηγεί στο φύλακα Χαράλαμπο πώς ερωτεύτηκε την Μπιμπή: «... την Μπιμπή... από την πρώτη στιγμή που την είδα την αγάπησα... την αγάπησα... θα μου πεις πώς... έτσι... ήτανε τόσο όμορφη».

Πράγματι, τα λόγια αυτά που δεν περιέχουν κανένα πυροτέχνημα, καμιά χιονοστιβάδα, καμία έκρηξη,  εγώ τα ακούω ως ένα μεγαλειώδες ποίημα ενός μεγαλοφυούς ποιητή.

ΗΤΑΝΕ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ

Από την πρώτη στιγμή που την είδα
την αγάπησα.

Την αγάπησα.

Θα μου πεις πώς...
Έτσι.

Ήτανε τόσο όμορφη.

Υποθέτω πως υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αγαπήσει ένας άνδρας. Να εκτιμήσει, να συμπορευθεί, να ανακαλύψει σιγά σιγά, να δεθεί υπό το καθεστώς των κοινών υποχρεώσεων και ευθυνών... όμως εγώ τον έρωτα τον καταλαβαίνω έρωτα μόνο στην πιο καταστροφική και επικίνδυνη μορφή του: αυτήν της αχαλίνωτης, της ξέσκεπης όρθιας θαλάσσιας χημείας. Της μυρωδιάς. Της ανάσας. Της αγκαλιάς. Της ομορφιάς. Θα μου πεις πώς... έτσι.


24 Φεβ 2013

Marnie



Στο χιτσκοκικό φιλμ, η Marnie είναι ψεύτρα, κλέφτρα, αλλόκοτη˙ κάθε φορά που άνδρας την πλησιάζει ερωτικά, ουρλιάζει, το κόκκινο χρώμα την αναστατώνει, τα αστραπόβροντα της φέρνουν λιποθυμία. Όταν της εμπιστεύονται εργασία, το εκμεταλλεύεται για να το σκάσει με το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου. Η μητέρα της είναι απόκοσμη, παράξενη, εκφοβιστική. Το βλέμμα της είναι άδειο.

Η Marnie πιάνει δουλειά στο γραφείο του Mark- και κει ξεκινά η Οδύσσειά του για την καρδιά και τα προβλήματά της. Φυσικά και θα προσπαθήσει να τον κλέψει, να το σκάσει, φυσικά και θα υστεριάσει στο ενδεχόμενο να της κάνει έρωτα, όταν χυθεί κόκκινο μελάνι στη μπλούζα της ή όταν αρχίσει να βρέχει... εκείνος όμως δε θα σταματήσει πουθενά. Σε όλο το φιλμ θα ασχολείται μαζί της, θα ψάχνει, θα κάνει υπομονή, θα αγωνιά, θα προσπαθεί.

Κάποιοι κριτικοί λένε πως είναι εντελώς αφύσικη, ανεξήγητη, εξωπραγματική η δοτικότητα του Mark. Τι διάβολο, ρε παλικάρια, δεν έχετε ερωτευθεί ποτέ σας;

Από την πρώτη στιγμή που τη βλέπει τη λατρεύει. 

22 Φεβ 2013

ΣΤΡΙΒΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΘΗΒΩΝ



Τις προάλλες, σκοτάδι έξω, ήρθα σε απόσταση αναπνοής μ’ ένα μηχανάκι που δεν είχε φώτα. Παρότι δεν το συνηθίζω, άνοιξα το παράθυρο για να πω στον οδηγό «άναψε τα φώτα σου»- κι όταν λέω δεν το συνηθίζω, εννοώ πως οι συζητήσεις στο δρόμο πιστεύω πως πρέπει να αποφεύγονται, να διδάσκεται, ει δυνατόν, τούτο στις σχολές οδηγών, να εγγραφεί, αν χρειαστεί, και στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ο αναβάτης απάντησε ατμοσφαιρικά: «σε μένα το λες ρε φίλε αυτό, που προηγουμένως πήγες να με σκοτώσεις;». «Πήγα να σε σκοτώσω», του λέω, «γιατί δε σε είδα», «και δε σε είδα επειδή δεν έχεις φώτα. Άναψε τα φώτα σου». «Ε, δεν έχω φώτα» μου λέει φωνάζοντας.

Κλείνοντας το παράθυρο, συνειδητοποιώ ότι την υπόδειξη «άνοιξε τα φώτα» ο αναβάτης δεν την άκουσε ως υπόδειξη προς την κατεύθυνση του να συνεχίζει να ζει. Την άκουσε ως πικάρισμα, ως εριστικότητα, ως επίθεση, ως μαγκιά- κι έσπευσε να μου πει ότι δε δικαιούμαι δια να ομιλώ, αφού πήγα να τον σκοτώσω.

Συμπέρασμα; Ή φταίει ο τρόπος που τα λέω ή ο αναβάτης τα ακούει αλλιώς. Πάντως πικάρισμα, εριστικότητα, επίθεση, μαγκιά δεν παίζει, φίλε. Δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που συναντάς κάθε μέρα.

ΤΑΤΑΝΑ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ



Από τα όρνεα της καθημερινότητάς μας, τον ψεύτη, τον αλαζόνα, τον αποθρασυμένο, τον παραδόπιστο, τον ηλίθιο, τον αποποιητή της ευθύνης, η πουτάνα είναι η πιο ολοκληρωμένη παρουσία, η κορωνίδα στο κατακάθι της βρομιάς. Μην παρεξηγηθώ, δεν αναφέρομαι στις επαγγελματίες. Στις άλλες αναφέρομαι, που, παρά τον ερασιτεχνισμό τους, συνδυάζουν θαυμάσια τα ειδεχθέστερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Είναι ψεύτρες, φυσικά: καμία πουτάνα δε θα δηλώσει πουτάνα, το πολύ πολύ να δηλώσει κοινωνική. Τις πουτανιές της η πουτάνα δεν πρόκειται να τις παραδεχθεί, εκτός αν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία, φωτογραφίες, ταινίες, ηχογραφήσεις, πιάσιμο στα πράσα. Τα αδιάσειστα στοιχεία την κάνουν να κλαίει (αν είναι μικρή πουτάνα) ή να επιτίθεται (αν είναι μεγάλη πουτάνα). Η επιτυχία της πουτάνας στην πουτανιά τής τονώνει την αυτοπεποίθηση, την ανυψώνει στα ουράνια της φιλαυτίας. Εκεί που οποιαδήποτε άλλη γυναίκα νιώθει χρησιμοποιημένη, εξαπατημένη, υποτιμημένη, η πουτάνα νιώθει θελκτική, κυρίαρχη, σπουδαία. Είναι τόσο ηλίθια. Όχι, είναι ακόμη πιο ηλίθια. Συχνά η πουτάνα παρουσιάζεται να μη γνωρίζει ότι είναι πουτάνα. Τις πουτανιές της η πουτάνα της φορτώνει στη δικαιοσύνη (δεν την καλύπτει ο σύντροφός της), στη συγκυρία (όλοι οι άνθρωποι δεν κάνουν λάθη;), στο βρασμό ψυχής (η άτιμη κενωνία πλήγωσε την ευάλωτη πασχαλίτσα και κείνη έπνιξε το τραύμα της στην πουτανιά), στην κοσμοθεωρία (μια ζωή την έχουμε ή κανείς άντρας δεν αξίζει). Η πουτάνα, άλλωστε, δε φταίει ποτέ και για τίποτα. Για όλα φταίνε μόνο, και στο μέγιστο βαθμό, οι άλλοι: η οικογένεια, οι άνδρες, οι συνάδελφοι, οι σύντροφοι, οι κακές φίλες που δίνουν κακές συμβουλές (όταν τη συμφέρει), οι οποίες, αναλόγως φυσήματος ανέμου, μπορεί να γίνουν και καλές φίλες που δίνουν καλές συμβουλές. Όταν παίρνει, παίρνει αέρινα, αυτονόητα, απλά. Όταν δίνει, το σκέφτεται εκατό φορές και το καταγράφει χίλιες. Το μυαλό της πουτάνας δεν μπορεί να δεχθεί ότι υπάρχουν γυναίκες που δεν κάνουν πουτανιές: δεν πηδιούνται για μια νύχτα, δε λένε σ’ αγαπώ την Τρίτη και την Τετάρτη το παίρνουν πίσω ή το λένε αλλού, δε σκέφτονται διαρκώς τις πλαστικές εγχειρίσεις, δεν ψάχνουν πρώην γκόμενους αμέσως μόλις χωρίσουν, δεν απιστούν στους νυν γκόμενους με τους πρώην γκόμενους ή και με άλλους που δεν ήταν ποτέ γκόμενοι. Γι’ αυτό και δεν παραδέχεται την ύπαρξη των γυναικών αυτών με τη λύσσα που ο Dawkins δεν παραδέχεται την ύπαρξη του Θεού. Η πουτάνα ξοδεύει αλόγιστα. Ίσως πιστεύει ότι και επί εξαντλήσεως των αποθεμάτων, θα σπεύσει να τη θρέψει ο λαός που την ικανοποιεί. Μέσα στο όργιο αυτό της  πουτανιάς και των εξόδων, φοβάται μόνο τη μέρα που θα σταφιδιάσει και δε θα μπορεί πια να είναι αυτό που της χαρίζει ευτυχία: πουτάνα.

Πιο χαμηλά από την πουτάνα στέκεται αυτός που δεν εννοεί ότι η πουτάνα είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως (μπιχεβιοριστικής, συμβουλευτικής, δομο-λειτουργικής, υποθετικο-συμπερασματικής, ψυχαναλυτικής, φιλοσοφικοθεωρητικής, δαρβινοεξελικτικής, ηθικοχριστιανικής). Μολονότι, όμως, η βλακεία του, όπως και το σύμπαν, δεν έχει όρια, η υπομονή του έχει. Έρχεται, λοιπόν, καθυστερημένα ο καιρός που και ο βλαξ κάθεται επιτέλους στα αυγά του, αποκαμωμένος και ηττημένος. Τα κοτοπουλάκια που σκάνε δεν τα ξεκοκκαλίζει, τα αφήνει να τραγουδούν το πουλάκι τσίου.

Γιατί τα λέω όλα αυτά, ίσως κάποιος αναρωτηθεί. Μα γιατί ορέγομαι μια άλλη πουτάνα. Μια πουτάνα που θα δηλώνει ευθέως ότι της αρέσει το περιστασιακό σεξ, ότι απολαμβάνει να έχει αυλή, ότι αντιλαμβάνεται χρεωμένο έναντί της τον άνδρα με τον οποίο συνουσιάζεται (επομένως αυτός οφείλει να την υπηρετεί), ότι δε θέλει ή δεν μπορεί να νιώσει τίποτα και για κανέναν, ότι της είναι αφόρητο να είναι πιστή (ή, όταν είναι πιστή, πως είναι μεγάλη η χάρη αυτού για τον οποίο παραμένει πιστή), ότι τη χτυπούν μετεωρισμοί και στην ιδέα ακόμη μιας μόνιμης σχέσης, ότι η δική της προσφορά εξαντλείται στο κορμί της. Αυτήν την πουτάνα θα τη σεβόμουν μέσα από τη συνέπειά της.

Αλλά πού τέτοια τύχη.