1 Οκτ 2013

Οι θυμωμένοι


Ένα μεσημέρι καπνίζαμε με το Χρύσανθο στο γραφείο˙ στρατιώτες και οι δύο στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, εγώ στο φαρμακείο, εκείνος στη μοίρα, τα λέγαμε κάθε που πήγαινα να πάρω εξοδόχαρτο. Πάνω που μιλούσαμε τα δικά μας, μπαίνει μέσα ο επισμηνίας μας, μας βλέπει να φουμάρουμε και να κουβεντιάζουμε και μου λέει «Μήτσο, σ’αγαπάω, σ’ εκτιμάω, αλλά εδώ μέσα δε θέλω να καπνίζεις». Πραγματοποιεί μια παύση και συνεχίζει «τώρα θα μου πεις, γιατί καπνίζει ο Χρύσανθος...». «Όχι», του λέω, «δε θα σου πω». Και έσβησα το τσιγάρο. Ο Χρύσανθος ήταν όλη μέρα με τους επισμηνίες της μοίρας, βγάζανε τις υπηρεσίες, τους βοηθούσε, βλέπονταν και τρίβονταν. Ήταν φυσικό να έχει μια νότα ελευθερίας παραπάνω από τους λοιπούς φαντάρους ένεκα οικειότητας˙ επιπλέον, μέσα στο στρατιωτικό κλίμα, ο σμηνίτης υποτίθεται πως δεν πρέπει να κοιτά τι κάνει ο διπλανός του αλλά να εκτελεί τις διαταγές του ανωτέρου του. Ο επισμηνίας, επομένως, αντιλαμβανόταν εαυτόν νόμιμο να εκχωρήσει στο φαντάρο του γραφείου του το δικαίωμα του καπνίζειν, έχοντας, παράλληλα, την απαίτηση να μην μπαίνουν όλοι οι φαντάροι του νοσοκομείου στο γραφείο μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα.

Το αίτημα του επισμηνία δεν ήταν βεβαίως ούτε το δικαιότερο ούτε το αισθητικά ωραιότερο όλων των εποχών- σε καμιά περίπτωση, όμως, δε με έκανε να θέλω να πετάξω μολότωφ, να δώσω ληγμένα φάρμακα στους ασθενείς ή να του σκάσω τα λάστιχα του αυτοκινήτου του. Το άφησα να πέσει κάτω με συμπάθεια.

Όμως εγώ δεν ανήκα ποτέ σε αυτούς που βλέπουν μια πορεία και ερεθίζονται˙ έστω κι ενόψει του τίποτα.