24 Σεπ 2013

O William Chuckney και η έξαρση της βίας



H προχθεσινή μου συνάντηση με την παλιά μου συμμαθήτρια είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Τη ρώτησα αν θυμόταν τον παλαιό μας καθηγητή της Αγγλικής-φυσικά και τον θυμόταν-κι είχα την ευκαιρία να εκφράσω το θαυμασμό μου για εκείνον σε κάποια που ήταν εκεί, στο μάθημα, σε κάποια που είδε και άκουσε˙ δεν είναι το ίδιο να μιλάς για ένα πρόσωπο σε τρίτους που δε γνωρίζουν, κι εγώ το συνηθίζω, αποτυγχάνοντας να μεταφέρω τον πραγματικό παλμό.

O William Chuckney δεν έμοιαζε με κανέναν καθηγητή της Αγγλικής- κι είχα πολλούς, η αλήθεια είναι. Δεν του άρεσαν οι κανόνες, οι τυπικότητες, το πρόγραμμα. Δίδασκε εκμεταλλευόμενος στο έπακρο το γλωσσικό αισθητήριο και την τριβή με τη γλώσσα. «What’s new ρωτούσε στην αρχή εκάστου μαθήματος, κι όποια λέξη μας δυσκόλευε, φορτωνόταν στην ορθογραφία της επόμενης φοράς. Απολάμβανε την αφήγηση περιστατικών από τα ταξίδια του ανά τον κόσμο, οι οποίες απέληγαν σ’ ένα ηθικό διδάγμα που κλείδωνε πάνω στα επίκαιρα της τάξης (beggars shouldn’t be choosy θυμάμαι για μια περίπτωση διαπραγμάτευσης τιμωρίας και I have two eyes and I can see για μια περίπτωση αντιγραφής). Τις Πέμπτες σκοτωνόμασταν να αποκωδικοποιήσουμε τα σύμβολα στο βιβλίο που ο ίδιος είχε γράψει, το Skeleton, πίσω από τα οποία κρύβονταν υπέροχες ιστορίες.  Εκείνη τη χρονιά, με τούτα και με κείνα, έμαθα να μιλώ Αγγλικά. Απλά, αβίαστα, όμορφα, διασκεδαστικά.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά, όμως, η συμμαθἠτριά μου μου αποκάλυψε ότι ο Chuckney δεν ήταν και ο αγαπημένος των γονέων. Κάποιοι, μου είπε, είχαν παραπονεθεί ότι δεν προχωρούσε στα βιβλία. Δεν μπορώ να πω ότι είχαν άδικο- όχι που διαμαρτυρήθηκαν, αλλά επί του ότι η ενασχόλησή μας με την ύλη σε επίπεδο κανόνων, σελίδων και κεφαλαίων ήταν στο φόντο της εκμαθήσεως. Κάποιες φορές δε βγάζαμε καν τα βιβλία από τις τσάντες μας- κι αυτές οι φορές είναι που μου έχουν μείνει αξέχαστες, διότι είναι οι φορές στις οποίες πρωτοσυνέλαβα τον εαυτό μου να εκφράζεται κατά ρέοντα τρόπο σε μια άλλη γλώσσα. Ο ακατάλληλος κάποιων γονέων και ακατανόητος, ίσως, κάποιων μαθητών, ο αντισυμβατικός, ο περίεργος, ο διαφορετικός, ήταν στα δικά μου μάτια, στα δικά μου αυτιά, στου δικού μου μυαλού τ’αυλάκια, ο μάγος της Αγγλικής.

Τα ερωτήματα του τύπου «πώς είναι δυνατόν να μη βλέπετε;», «πώς είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνετε;», «πώς είναι δυνατόν να κάνετε τέτοιο λάθος;» δεν είναι η πρώτη φορά που ανακύπτουν μέσα μου, ούτε, προφανώς, η τελευταία. Αναδύθηκαν, ναι, όταν με εικοσιπενταετή καθυστέρηση έμαθα για τις γονεϊκές διαμαρτυρίες για τον παλαιό μου δάσκαλο και με πιέζουν, βεβαίως, αυτόν τον καιρό αφόρητα, τώρα που η βία είναι περισσότερη επίκαιρη από ποτέ (στη διάρκεια της δικής μου, τουλάχιστον, ζωής, σε αυτόν εδώ τον τόπο). Έχουμε περικυκλωθεί από δυνάμεις που είναι έτοιμες να ενδώσουν (ή ενδίδουν ήδη) στη βία. Εξαθλιωμένοι Έλληνες, απεγνωσμένοι, ταπεινωμένοι είναι έτοιμοι να μπαρουτιάσουν το σύμπαν για τα δίκαιά τους. Ρατσιστές είναι έτοιμοι να σκοτώσουν για τα εθνικοσοσιαλιστικά ιδανικά τους. Αριστεριστές είναι έτοιμοι να σφάξουν τους εθνικοσοσιαλιστές. Μία σπίθα αρκεί για να καούμε όλοι ζωντανοί. Να φάμε ο ένας τον άλλο.

Μέσα στην έκρυθμη ατμόσφαιρα αυτή, κάποιοι εχέφρονες υπερασπίζονται τη μη βία. Καταδικάζουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Κηρύττουν τη στεγανή απόρριψή της. Κι έρχονται οι άλλοι, αυτοί που τη γουστάρουν, αυτοί που στο βάθος ορέγονται το χαμό, να βρουν επιχειρήματα να τη στηρίξουν. Βία, λένε κάποιοι από αυτούς, άσκησε και ο Παναγούλης και ο Κολοτρώνης και ο Γκεβάρα και ο Στάλιν και ο Χίτλερ. Δεν είναι πάντοτε ίδια η βία, η βία αλλάζει μορφή ανάλογα με το πρόσωπο που την ασκεί.

Πώς είναι δυνατόν να μη βλέπετε; Πώς είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνετε; Πώς είναι δυνατόν να κάνετε τέτοιο λάθος; Νομίζετε ότι ο Κολοκοτρώνης ή ο Παναγούλης ήταν ξεχωριστοί επειδή ήταν πρόθυμοι να σκοτώσουν για τις ιδέες τους; Ε, λοιπόν όχι. Εγώ δεν αισθάνομαι περήφανος για τον Κολοκοτρώνη φέρνοντάς τον στο νου μου να σφαγιάζει Τούρκους, ούτε για τον Παναγούλη φανταζόμενός τον να προσπαθεί να ανατινάξει το δικτάτορα. Αυτό που τους καθιστά ξεχωριστούς είναι η προθυμία τους να πεθάνουν για την ελευθερία, όχι να σκοτώσουν γι’ αυτή.

Δε χρειάζονται βιβλιογραφικές αναφορές για την κατανόηση της απλής, απλούστατης αυτής αλήθειας. Ούτε το κλασσικό δοκίμιο της Hannah Arendt ούτε το με πούλιτζερ βραβευμένο βιβλίο του Edward Wilson On Human Nature. Αν δεν έχετε ακούσει ποτέ για τον Gandhi, δείτε το ομώνυμο φιλμ του Attenborough:

In this cause I too am prepared to die but, my friends, there is no cause for which I am prepared to kill

Μου αρκεί. Τους δασκάλους μας τους επιλέγουμε ανεξάρτητα από τον αν οι άλλοι τους χλευάζουν- κι αυτούς και τις διδαχές τους.