5 Σεπ 2013

Στάχτη



Πιωμένος τρεις η ώρα το πρωί φυσώ μια μουτζούρα
στο τετράδιό μου. Την πέρασα για στάχτη.
Η μουτζούρα δε φεύγει, πεισμώνω, φυσώ ακόμη δυνατότερα
φυσώ όπως στα πανιά του πλοίου ο ονειροπόλος
φυσώ όπως ο αέρας στις Κυκλάδες όταν πιάνει φωτιά
φυσώ όπως στο στόμα του λιπόθυμου ο νοσοκόμος
που μαλάζει την καρδιά του.
Οι πνεύμονές μου εκπτύσσονται, σκίζουν το στήθος μου
καταβολάδες πνεύμονα βγαίνουν απ’ τη σάρκα μου
σαν απεγνωσμένα χέρια ναυαγού αναπνοής.
Πιωμένος τρεις η ώρα το πρωί
μ’ έναν εξωσκελετό πνεύμονα να δυσκολεύει τα βήματά μου
περιφέρομαι σαν εξωγήινος στο σπίτι μου, τρεκλίζω
κάποιος απ’ το απέναντι διαμέρισμα με βλέπει και ουρλιάζει.
Σύντομα θα με συλλάβουν, θα κάνουν πειράματα πάνω μου
με τόσα σκουπίδια που άφησες μέσα μου, λένε
ίσως να ’μαι εγώ αυτός που μπορεί να αντέξει
τον παλμό της καρδιάς του στα χέρια σου.