10 Ιουλ 2013

Ο έρωτας της βαθιάς οικειότητας


Στη Βανέσσα
επειδή μου χάρισε το τέλος

Θυμάμαι πάντα τον καθηγητή της κοινωνιολογίας, Δημήτριο Μόνο, να εξηγεί το weltanschauung. «Έστω», έλεγε, «ένας άνδρας που κυνηγά έναν άλλο άνδρα στο δρόμο, κρατώντας στα χέρια του ένα μαδέρι. Αν φέρουμε τον Marx στο παράθυρο και τον ρωτήσουμε τι βλέπει, θα μας πει ότι βλέπει έναν προλετάριο να κυνηγά ένα στυγνό καπιταλιστή. Αν φέρουμε τον Freud στο ίδιο παράθυρο, θα δει ένα γιο που κυνηγάει τον εραστή της μάνας του, είτε αυτός είναι ο πατέρας του είτε όχι». Ο καθείς, λοιπόν, βλέπει τα πράγματα υπό συγκεκρισμένο πρίσμα. Στην παρέα αυτή του παραθύρου προσέθεσα αργότερα στη ζωή μου τους εξελικτιστές, τον Dawkins, τον Wilson, τον Alcock και την παρέα τους, οι οποίοι αρέσκονται στις λεγόμενες «απώτατες» εξηγήσεις. Μέσα στο παράδειγμα του Μόνου, φερειπείν, αυτοί θα έβλεπαν την εγγενή ανθρώπινη επιθετικότητα, χωρίς να πολυνοιάζονται για τις λεπτομέρειες του κυνηγητού. Σημασία γι’ αυτούς έχει ότι είμαστε ένα είδος πιθήκου που υπό συνθήκας μπορεί να καταστεί πολύ επιθετικό. Τώρα, αν η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζεται προς υπεράσπιση ή προάσπιση ενός τσαμπιού μπανάνες, ενός μέσου παραγωγής ή ενός άπιστου θηλυκού, ολίγον τους ενδιαφέρει, εμπρός εις το ότι είμαστε επιθετικοί (διότι, αν το καλοσκεφτούμε, θα μπορούσαμε να μη γινόμαστε ποτέ επιθετικοί- και αυτό κάνει όλη τη διαφορά, για να θυμηθώ τον Φροστ).

H ανάγκη αυτή για «απώτατες» εξηγήσεις, για την απολύτως έσχατη αναγωγή, υπάρχει μέσα μου και εκτός εξέλιξης. Και έρχομαι στο προκείμενο. Προσφάτως διάβαζα στην «Καθημερινή» το ωραιότατο κείμενο του κυρίου Κώστα Κουτσουρέλη για το διαζύγιο ποιητών και κοινού. Χειμαρρώδης ο κ. Κουτσουρέλης, δε φείδεται αυστηρότητας προς τους ομοτέχνους του. Αλαζονικοί αρχιερείς οι ρομαντικοί, ανθρωποδιωκτικοί επαΐοντες οι συμβολιστές, επιτηδευμένοι παραδοξογράφοι οι μοντερνιστές- και εγένετο σχίσμα.

Μπορεί τούτα να είναι αληθινά. Μπορεί πράγματι η ποίηση να έχασε τοιουτοτρόπως πολλούς  που θα τη μιλούσαν. Όμως εγώ στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Στρέφω το βλέμμα μου σε αυτούς που ρίχνουν το χρόνο τους πάνω στις σελίδες του Dan Brown και τις αποχρώσεις του γκρι, σε ίντριγκες, πάθη, ερωτικά τρίγωνα, δολοφονίες, μυστήρια και μεταφυσικές αποκαλύψεις, κι ούτε που έχουν ασχοληθεί ποτέ τους με την ποίηση, ούτε από μοντερνιστές, συμβολιστές ή ρομαντικούς γνωρίζουν. Γιατί στρέφω το βλέμμα σε αυτούς; Μα γιατί είναι αναγνώστες. Ως γνωστό, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καν αναγνώστες, επομένως δεν μπορούμε να τους προσάψουμε διαζύγιο, πέραν αυτού με την ανάγνωση.

Οι αναγνώστες αυτοί, λοιπόν, γουστάρουν το διάβασμα- αλλά όχι το διάβασμα της ποίησης. Κι όσο κι αν η ποίηση έχει βληθεί από αλαζονικούς αρχιερείς, ανθρωποδιωκτικούς επαΐοντες και επιτηδευμένους παραδοξογράφους, τα λοιπά λογοτεχνικά είδη (από τα οποία όμως οι αναγνώστες αυτοί δεν έχουν λάβει διαζύγιο) έχουν αντιστοίχως βληθεί από ακαλαίσθητους αναμασητές, χυδαίους εμπόρους και φτηνούς διδακτιστές. Αναζητώ, λοιπόν, το διαζύγιο στη φύση της αναγνωστικής εμπειρίας, όχι της συγκυρίας, όχι της ιστορίας, όχι των όσων υπηρέτησαν μια τέχνη που μοιραίως τους υπερβαίνει.

Επ’ αυτού επιθυμώ να επισημάνω δύο. Η ποίηση δε στηρίζει την ουσία της στην πλοκή. Όποιος θέλει να μασουλήσει καλαμπόκι μπροστά από χαρτί ή οθόνη, να καθίσει αναπαυτικά και να χαθεί μέσα σε ίντριγκες, πάθη, μεταφυσικά φαινόμενα, βουδδιστικό διδακτισμό του πανεριού, ερωτικά τρίγωνα και λοιπά ευπώλητα, στην ποίηση θα απογοητευθεί. Τί θα απογοητευθεί, θα φρίξει, θα ουρλιάξει από ανία και αποτροπιασμό, ωσάν οπαδός που πήγε στο καφενείο να δει τον αγώνα και βρέθηκε αντιμέτωπος με το τριπλό κονσέρτο του Μπετόβεν στη γιγαντοοθόνη. Η αποχαύνωση δεν προσφέρεται από τη Μεγάλη Κυρία. Η Μεγάλη Κυρία μπορεί να σε ταξιδέψει μονάχα όταν συμμετέχεις. Η Μεγάλη Κυρία δε γουστάρει τους κουρασμένους, τους ψόφιους, τους κοιμήσηδες. Τους αποδιώχνει.

Η ποίηση είναι στον πυρήνα της μια εξομολόγηση. Τα χρώματά της είναι ακριβώς γι’ αυτό θολά. Ποίηση είναι να λες το ανείπωτο, αυτό που η γλώσσα δεν έχει προβλέψει, αυτό που κινείται πέρα από κάθε έννοια συνεννόησης. Η ανάγνωση της ποίησης προϋποθέτει τη μύηση. Η εμπειρία της προϋποθέτει την οικειότητα.

Σε πείσμα, λοιπόν, του χαύνου πλήθους, θα υπάρχουν πάντοτε αυτοί, οι ποιητές, που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα. Σε πείσμα των ποιητών που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα, θα υπάρχει πάντοτε το χαύνο πλήθος, στο οποίο αρέσουν οι σχέσεις της μιας βραδιάς. Δεν μπορεί να υπάρξει έρωτας έτσι.


Ένα άδειο δωμάτιο περιμένει έναν επισκέπτη. Δεν τον περιμένει τώρα˙ ας είναι κάποτε. Δεν περιμένει πολλούς˙ ένας αρκεί.

(Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν)