20 Μαΐ 2013

Βραχμαπούτρες





Υπάρχουν κάτι τύποι, σίγουρα τους έχετε ακούσει, σίγουρα τους έχετε συναναστραφεί, σίγουρα έχετε ζητήσει το σχόλιό τους, που αναλύουν τα δεδομένα τους χωρίς πρόσημο. Μαθαίνεις, για παράδειγμα, ότι η γυναίκα σου τα έφτιαξε με τον καλύτερό σου φίλο στο περιθώριο του χρόνου της, όταν δεν κάνει σεξ με όλους όσοι της έχουν μιλήσει σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, και εκείνοι σου λένε «η γυναίκα σου είναι μπερδεμένη, προσευχήσου στο Θεό να βρει τον εαυτό της, να βρει την ευτυχία, να λουστεί με φως απολαμβάνοντας το σεξ με τον καλύτερό σου φίλο και όλους όσοι την έχουν σκουντήξει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Οι τύποι αυτοί καμιά φορά διαβάζουν και βιβλία. Όταν πηγαίνουν στο βιβλιοπωλείο διαλέγουν την τελευταία μεγάλη επιτυχία του Paulo Coelho ή του Robin Sharma και θεώνονται με αφηγήσεις, αφορισμούς, παραβολές και διδακτισμούς του τύπου «εντυπωσιάστηκα με το παιδί μου όταν εκείνο αφαίρεσε την κόρα για να φάει την ψίχα˙ έτσι και ο άνθρωπος πρέπει να αφαιρεί το περιττό για να φθάσει στην ουσία» ή «η φορά της ροής του ποταμού δεν αλλάζει».

Εγώ, βέβαια, δεν είμαι ποδοσφαιρόφιλος ούτε ελληναράς. Η κόρνα στο αυτοκίνητό μου παραμένει άβατη. Θυμηδία με κυριεύει όταν οι θερμόαιμοι ουρλιάζουν συνθήματα, μας καλούν να ξυπνήσουμε, να αφήσουμε τους καναπέδες, να γίνουμε ακτιβιστές της ζωής και χούλιγκανς του κάθε τυχάρπαστου και ασήμαντου γεγονότος. Το αίμα μου δεν είναι Μεσογειακό. Μάλλον είμαι βορειοκαταθλιπτικός, όταν βλέπω αρνιά να σουβλίζονται με πιστολιές παραδίδομαι σε συνειρμούς τύπου Shaka Zulu και βάλε, με πιάνει αγοραφοβία, αποσύρομαι στη σοφίτα. Είμαι ξενέρωτος, μονόχνωτος και μονίμως βυθισμένος σε περισυλλογή. Στη στάση του λεωφορείου κρατώ τουλάχιστον τρία μέτρα απόσταση από τον κοντινότερο αίλουρο.

Αυτούς του Βραχμαπούτρες, όμως, αδερφέ μου, τους Βραχμαπούτρες του «βρες τον εαυτό σου», «λούσου με φως», «κανείς δεν είναι κακός» και του «είναι μπερδεμένη» δεν τους παλεύω. Δεν ξέρω αν είναι μόδα ή αν μαζεύτηκαν πολλοί γύρω μου, αλλά δεν τους παλεύω. Δεν ξέρω τι να τους κάνω. Να τους βρίσω δε θέλω. Να τους πω τίποτα δεν έχω. Να τους εξηγήσω το όνειρο αδυνατώ.

Θα χτίσω, λοιπόν, το μοναστήρι του Βραχμαπούτρα. Θα είναι πάλλευκο, σαν εξ εκρήξεως σε γαλακτοκομείο. Για μουσική θα έχει ήχους κυμάτων, τραγούδια πτηνών του δάσους και συγχορδίες ερπυσμών εξωτικών φιδιών. Στις ολονυχτίες θα διαβάζονται ευαγγέλια καθημερινής κοσμογονίας, υψηλοτάτης, φυσικά, συμβολικής αξίας, όπως η διάθλαση του ηλιακού φωτός στη θάλασσα, το κλάμα του νεογνού μετά τη βραδυνή κένωση, ο αερισμός της αράχνης μετά τη χώνεψη του γρύλλου και η υποχώρηση του νερού κατά το θαύμα της άμπωτης. Κανείς δε θα φταίει για τίποτα, όλοι θα είναι μπερδεμένοι˙ και το βασικότερο, όλοι θα ψάχνουν τον εαυτό τους και το φως.

Μέσα από την καρδιά μου θα πραγματοποιήσω τη δωρεά. Ας μου κρατά όμως κάποιος το στόμα μην τυχόν και κακαρίσω- και εγώ, παιδιά, μπερδεμένος είμαι, και καμιά φορά κυνηγάω τις κότες και δείχνω την ουρά μου στους περαστικούς και λέω τις πουτάνες, πουτάνες, τα καθίκια, καθίκια, τους ναζιστές, ναζιστές και τους βραχμαπούτρες, βραχμαπούτρες. Και ξεμπερδεύω.

Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν.