30 Απρ 2013

H γυναίκα και το κελί



Κάποτε ο Θεός φώναξε τους τρεις μηχανικούς του και τους παρήγγειλε: "φτιάξτε μου τον ποιητή". Ο πρώτος, ο γεωμέτρης, πήρε όλες τις λέξεις, τις έβαλε στο μαγικό του εργαστήριο, κι άρχισε να τις ανακατεύει και να τις συνταιριάζει τυχαία ώσπου κάποιος συνδυασμός τους να φέρει δάκρυ σε κάποιο μάτι, προκειμένου, δάκρυ το δάκρυ, κλάμα το κλάμα, να πληθύνει το συναίσθημα και η συγκίνηση και να αποπνεύσει το σώμα του ποιητή μέσ’ από τις άπειρες λέξεις των φθόγγων και των αναπνοών. Ο δεύτερος, ο οικιστής, πήρε σβάρνα τα καπηλειά και τα μέρη όπου οι αμαρτίες σκοτώνουν τους ανθρώπους και τους ταπεινώνουν κι έστησε αυτί να δει ποιος μπορεί να μιλήσει τον πόνο που οι άλλοι σιωπηλά υπομένουν μέσα στο αίμα και τους καπνούς. Κι όπως και με το γεωμέτρη, τσιμουδιά, βλέπετε, οι θαμώνες, και κανένας συνδυασμός της τύχης δε γεννοβολά σώμα ποιητή, απέτυχε οικτρά ν’ ακούσει ποίημα στα μέρη όπου συχνάζει η κατάρα. Ο τρίτος μηχανικός, ο κυνηγός, ζήτησε ένα κελί και μια γυναίκα. Ποιο ανθυπόκλασμα του δευτερολέπτου δεν μπορούμε να μετρήσουμε που συνώστισε τον ποιητή μέσα στο κελί, δίπλα στη γυναίκα- κι ευχαριστημένος ο Θεός έπνιξε στους κεραυνούς του ό,τι υποδύεται το ποίημα έξω από το κελί με τη γυναίκα, όπου ο ποιητής διοικεί τον υπόλοιπο κόσμο των αισθήσεων με έρωτα και απομόνωση. Και μολονότι ο Θεός συνέχισε να αγνοεί την προέλευση του ποιητή, προστατεύει κι ευλογεί τη γυναίκα και το κελί με ζωή και λουλούδι.