7 Μαρ 2013

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ




Κάποτε, σε μια μακρινή πόλη όπου όλα ήταν γκρίζα, ζούσε ένα όμορφο, μικρό κορίτσι, η Λία. Η Λία δεν ήταν όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της˙ δεν μπορούσε να ονειρευτεί. Κάθε πρωί πήγαινε στο σχολείο της και άκουγε τους συμμαθητές της να μιλούν για το χρώμα που δεν υπήρχε πουθενά στην πόλη όπου όλα ήταν γκρίζα, το λευκό, το χρώμα που επισκέπτεται τα παιδικά όνειρα και τα χρωματίζει με την πραγματικότητα του ονείρου- και ζήλευε. Ζήλευε που εκείνη κοιμόταν και βυθιζόταν σ’ ένα απέραντο κενό μέσα στο οποίο δεν συνέβαινε τίποτε το συναρπαστικό, τίποτε που να αφήνει γεύση στα παιδικά της τσίνορα που τόσο διψούσαν για φαντασία.

Ένα βράδυ, απογοητευμένη καθώς ήταν, γονάτισε και προσευχήθηκε: «Θεούλη μου», είπε, «δε σου ζητώ τίποτα σπουδαίο, μόνο να, όλα τα παιδάκια βλέπουν όνειρα, σε παρακαλώ, στείλε και σε μένα ένα»- και με την επιθυμία της αυτή, έπεσε για να κοιμηθεί. Εκείνο το βράδυ, ένα άλογο επισκέφθηκε τη Λία στον ύπνο της. Ένα άλογο άσπρο, με μεγάλα, μυώδη πόδια, φουντωτή ουρά, κι ένα μαύρο σημάδι στο στήθος του. Πρώτη φορά η Λία έβλεπε το χρώμα που τόσον καιρό μονάχα άκουγε στις αφηγήσεις των συμμαθητών της. Το λευκό τη μέθυσε. Την έκανε να παρακαλά να μην τελειώσει ποτέ το όνειρό της.

Το πρωί ξύπνησε ενθουσιασμένη. Κοίταξε γύρω της τα γκρίζα σπίτια, τα γκρίζα φύλλα, τα γκρίζα σύννεφα, τον γκρίζο ουρανό κι ένιωσε μικρό και ασήμαντο τον κόσμο μπροστά στον κόσμο του ονείρου της. Τίποτα πια δεν της φαινόταν αρκετό. Περίμενε ανυπόμονα να τελειώσει η μέρα, να έρθει το σούρουπο, να έρθει η ώρα του ύπνου και του ονείρου-και, ακριβώς πριν πέσει να κοιμηθεί, προσευχήθηκε ξανά: «Θεούλη μου, στείλε ξανά στο όνειρό μου το περήφανο άσπρο άλογο που μου έστειλες και χθες, χωρίς, όμως, το μαύρο σημάδι στο στήθος˙ στείλε το μου ολόλευκο, τέλειο, αψεγάδιαστο, όπως διψώ να το ονειρευτώ».

Στο όνειρο, όμως, της Λίας δεν ξανάρθε το άσπρο άλογο. Ήρθε ένα άλογο μαύρο, ολόμαυρο, τρομακτικό. Ένα άλογο που την ξύπνησε πριν καλά καλά ξημερώσει. Τώρα η Λία έβλεπε την πόλη όπου όλα την γκρίζα εντελώς διαφορετικά. Τα γκρίζα σπίτια, τα γκρίζα φύλλα, τα γκρίζα σύννεφα, ο γκρίζος ουρανός... όλα της φαίνονταν τώρα όμορφα και σπουδαία.

Φοβούμενη μήπως την επισκεφθεί ξανά το μαύρο άλογο, δε ζήτησε ποτέ ξανά να ονειρευτεί- κι έτσι η Λία μας έζησε για πάντα μ’ ένα και μοναδικό όνειρο λευκού στην πόλη όπου όλα ήταν γκρίζα.