17 Μαρ 2013

Έγινα ψυχή...



Βρίσκομαι σ’ ένα χώρο σκοτεινό. Μπροστά μου μία μεγάλη δίφυλλη πόρτα, από τις χαραμάδες της οποίας ξεφεύγει φως. Προχωρώ προς την πόρτα, την ανοίγω κι αίφνης δεν ακούω τίποτα˙ απόλυτη σιωπή. Δε βλέπω τίποτα˙ βαθύ, πηχτό, απόλυτο σκότος. Δε μυρίζω τίποτα, δε νιώθω καν τον αέρα που αναπνέω, αν αναπνέω πια. Δεν μπορώ να κινηθώ, μα κι αν μπορούσα, δεν υπάρχει τίποτα να πιάσω, ούτε πάτωμα για να σταθώ.

Με κυριεύει τρόμος. Αισθάνομαι πως ιδρώνω χωρίς ιδρώτα. Ιδρώνω, κρυώνω, αδειάζω και πέφτω. Μετεωρίζομαι, αγαπημένα πρόσωπα περιστρέφονται γύρω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Συνεχίζω να ξέρω ότι υπάρχω, δίχως να μπορώ να είμαι τίποτα από την ύπαρξή μου, δίχως να μπορώ να κάνω έρωτα, να φιλήσω, να φέρω ένα λουλούδι στα ρουθούνια μου, να οδηγήσω την αγαπημένη μου Mustang, να γράψω στο χαρτί ποιήματα και σκέψεις. Ίσως δεν έχω πλέον σώμα.

Ο χρόνος περνά, το καταλαβαίνω. Τίποτα δεν αλλάζει. Αναμνήσεις έρχονται και παρέρχονται. Πάντοτε οι ίδιες. Φαίνεται πως ολάκερη ζωή στυμμένη δεν είναι παρά λίγες σταγόνες. Η φωνή της μάνας μου σα βύσσινο που χύνεται πάνω στο πιο αγνό καϊμάκι. Το τσιγάρο του πατέρα μου να σιγοκαίει στο ρουστίκ ως τα χαράματα. Ο έρωτας σε μια γκαρσονιέρα στην Πάτρα. Το μεγάλο πλυντήριο στο κατάστημα του ισογείου που η Δήμητρα μου ’λεγε πως είναι αλλιώτικο. Η γιαγιά μου να ρωτάει «κι αν το ξαναδιαβάσεις ακόμα μια φορά θα πάθεις τίποτε;». Ο παππούς να ορίζει «όταν κάποιος δει στο τέλος ενός κειμένου την υπογραφή σου, θα πρέπει να γνωρίζει ότι το κείμενο λέει αλήθεια προτού το διαβάσει». Ο κινηματογράφος Αλεξάνδρα στην Καλλιθέα που έκλεισε. Τα τρεχούμενα νερά στους Μένητες. Μερικές ακόμα˙ δε θέλω να κουράσω. Ήταν πάντοτε σα να μιλούσα σε κοινό.

Φαίνεται πως αυτή θα είναι η καινούρια μου ζωή. Έγινα ψυχή. Κι όμως, γνωρίζω ότι είμαι εγώ, κι ας μην έχω μάνα, κι ας μην έχω πατέρα, γυναίκα, συγγενείς, παιδιά, σπίτι, γείτονες, φαγητό, υποχρεώσεις˙ γνωρίζω πως είμαι εγώ, γιατί και τούτη εδώ την ώρα με το νήμα μου από καιρό κομμένο, συλλογίζομαι όσους έζησαν και ζουν πάνω στη γη σαν κι εμένα, δίχως καν να είναι νεκροί. Δώσε παράδεισο σ’ αυτούς, λέω, Θεέ μου, αν υπάρχεις και λυπάσαι τις επί γης ψυχές.

Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν.