22 Φεβ 2013

ΣΤΡΙΒΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΘΗΒΩΝ



Τις προάλλες, σκοτάδι έξω, ήρθα σε απόσταση αναπνοής μ’ ένα μηχανάκι που δεν είχε φώτα. Παρότι δεν το συνηθίζω, άνοιξα το παράθυρο για να πω στον οδηγό «άναψε τα φώτα σου»- κι όταν λέω δεν το συνηθίζω, εννοώ πως οι συζητήσεις στο δρόμο πιστεύω πως πρέπει να αποφεύγονται, να διδάσκεται, ει δυνατόν, τούτο στις σχολές οδηγών, να εγγραφεί, αν χρειαστεί, και στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ο αναβάτης απάντησε ατμοσφαιρικά: «σε μένα το λες ρε φίλε αυτό, που προηγουμένως πήγες να με σκοτώσεις;». «Πήγα να σε σκοτώσω», του λέω, «γιατί δε σε είδα», «και δε σε είδα επειδή δεν έχεις φώτα. Άναψε τα φώτα σου». «Ε, δεν έχω φώτα» μου λέει φωνάζοντας.

Κλείνοντας το παράθυρο, συνειδητοποιώ ότι την υπόδειξη «άνοιξε τα φώτα» ο αναβάτης δεν την άκουσε ως υπόδειξη προς την κατεύθυνση του να συνεχίζει να ζει. Την άκουσε ως πικάρισμα, ως εριστικότητα, ως επίθεση, ως μαγκιά- κι έσπευσε να μου πει ότι δε δικαιούμαι δια να ομιλώ, αφού πήγα να τον σκοτώσω.

Συμπέρασμα; Ή φταίει ο τρόπος που τα λέω ή ο αναβάτης τα ακούει αλλιώς. Πάντως πικάρισμα, εριστικότητα, επίθεση, μαγκιά δεν παίζει, φίλε. Δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που συναντάς κάθε μέρα.