22 Φεβ 2013

ΤΑΤΑΝΑ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ



Από τα όρνεα της καθημερινότητάς μας, τον ψεύτη, τον αλαζόνα, τον αποθρασυμένο, τον παραδόπιστο, τον ηλίθιο, τον αποποιητή της ευθύνης, η πουτάνα είναι η πιο ολοκληρωμένη παρουσία, η κορωνίδα στο κατακάθι της βρομιάς. Μην παρεξηγηθώ, δεν αναφέρομαι στις επαγγελματίες. Στις άλλες αναφέρομαι, που, παρά τον ερασιτεχνισμό τους, συνδυάζουν θαυμάσια τα ειδεχθέστερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Είναι ψεύτρες, φυσικά: καμία πουτάνα δε θα δηλώσει πουτάνα, το πολύ πολύ να δηλώσει κοινωνική. Τις πουτανιές της η πουτάνα δεν πρόκειται να τις παραδεχθεί, εκτός αν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία, φωτογραφίες, ταινίες, ηχογραφήσεις, πιάσιμο στα πράσα. Τα αδιάσειστα στοιχεία την κάνουν να κλαίει (αν είναι μικρή πουτάνα) ή να επιτίθεται (αν είναι μεγάλη πουτάνα). Η επιτυχία της πουτάνας στην πουτανιά τής τονώνει την αυτοπεποίθηση, την ανυψώνει στα ουράνια της φιλαυτίας. Εκεί που οποιαδήποτε άλλη γυναίκα νιώθει χρησιμοποιημένη, εξαπατημένη, υποτιμημένη, η πουτάνα νιώθει θελκτική, κυρίαρχη, σπουδαία. Είναι τόσο ηλίθια. Όχι, είναι ακόμη πιο ηλίθια. Συχνά η πουτάνα παρουσιάζεται να μη γνωρίζει ότι είναι πουτάνα. Τις πουτανιές της η πουτάνα της φορτώνει στη δικαιοσύνη (δεν την καλύπτει ο σύντροφός της), στη συγκυρία (όλοι οι άνθρωποι δεν κάνουν λάθη;), στο βρασμό ψυχής (η άτιμη κενωνία πλήγωσε την ευάλωτη πασχαλίτσα και κείνη έπνιξε το τραύμα της στην πουτανιά), στην κοσμοθεωρία (μια ζωή την έχουμε ή κανείς άντρας δεν αξίζει). Η πουτάνα, άλλωστε, δε φταίει ποτέ και για τίποτα. Για όλα φταίνε μόνο, και στο μέγιστο βαθμό, οι άλλοι: η οικογένεια, οι άνδρες, οι συνάδελφοι, οι σύντροφοι, οι κακές φίλες που δίνουν κακές συμβουλές (όταν τη συμφέρει), οι οποίες, αναλόγως φυσήματος ανέμου, μπορεί να γίνουν και καλές φίλες που δίνουν καλές συμβουλές. Όταν παίρνει, παίρνει αέρινα, αυτονόητα, απλά. Όταν δίνει, το σκέφτεται εκατό φορές και το καταγράφει χίλιες. Το μυαλό της πουτάνας δεν μπορεί να δεχθεί ότι υπάρχουν γυναίκες που δεν κάνουν πουτανιές: δεν πηδιούνται για μια νύχτα, δε λένε σ’ αγαπώ την Τρίτη και την Τετάρτη το παίρνουν πίσω ή το λένε αλλού, δε σκέφτονται διαρκώς τις πλαστικές εγχειρίσεις, δεν ψάχνουν πρώην γκόμενους αμέσως μόλις χωρίσουν, δεν απιστούν στους νυν γκόμενους με τους πρώην γκόμενους ή και με άλλους που δεν ήταν ποτέ γκόμενοι. Γι’ αυτό και δεν παραδέχεται την ύπαρξη των γυναικών αυτών με τη λύσσα που ο Dawkins δεν παραδέχεται την ύπαρξη του Θεού. Η πουτάνα ξοδεύει αλόγιστα. Ίσως πιστεύει ότι και επί εξαντλήσεως των αποθεμάτων, θα σπεύσει να τη θρέψει ο λαός που την ικανοποιεί. Μέσα στο όργιο αυτό της  πουτανιάς και των εξόδων, φοβάται μόνο τη μέρα που θα σταφιδιάσει και δε θα μπορεί πια να είναι αυτό που της χαρίζει ευτυχία: πουτάνα.

Πιο χαμηλά από την πουτάνα στέκεται αυτός που δεν εννοεί ότι η πουτάνα είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως (μπιχεβιοριστικής, συμβουλευτικής, δομο-λειτουργικής, υποθετικο-συμπερασματικής, ψυχαναλυτικής, φιλοσοφικοθεωρητικής, δαρβινοεξελικτικής, ηθικοχριστιανικής). Μολονότι, όμως, η βλακεία του, όπως και το σύμπαν, δεν έχει όρια, η υπομονή του έχει. Έρχεται, λοιπόν, καθυστερημένα ο καιρός που και ο βλαξ κάθεται επιτέλους στα αυγά του, αποκαμωμένος και ηττημένος. Τα κοτοπουλάκια που σκάνε δεν τα ξεκοκκαλίζει, τα αφήνει να τραγουδούν το πουλάκι τσίου.

Γιατί τα λέω όλα αυτά, ίσως κάποιος αναρωτηθεί. Μα γιατί ορέγομαι μια άλλη πουτάνα. Μια πουτάνα που θα δηλώνει ευθέως ότι της αρέσει το περιστασιακό σεξ, ότι απολαμβάνει να έχει αυλή, ότι αντιλαμβάνεται χρεωμένο έναντί της τον άνδρα με τον οποίο συνουσιάζεται (επομένως αυτός οφείλει να την υπηρετεί), ότι δε θέλει ή δεν μπορεί να νιώσει τίποτα και για κανέναν, ότι της είναι αφόρητο να είναι πιστή (ή, όταν είναι πιστή, πως είναι μεγάλη η χάρη αυτού για τον οποίο παραμένει πιστή), ότι τη χτυπούν μετεωρισμοί και στην ιδέα ακόμη μιας μόνιμης σχέσης, ότι η δική της προσφορά εξαντλείται στο κορμί της. Αυτήν την πουτάνα θα τη σεβόμουν μέσα από τη συνέπειά της.

Αλλά πού τέτοια τύχη.