21 Φεβ 2012

ΑΧ ΕΛΛΑΔΑΡΑ ΜΟΥ



όταν ξαναμακρύνουν οι τρίχες απ' τ' αρχίδια σου
τα μάτια σου δε θα βλέπουν
πια.

9 Φεβ 2012

ΣΕΙΣΜΟΣ


Tρεις η ώρα τα χαράματα
κι αρχίζει να κουνάει.
Σαστίζω και σκέφτομαι:
λες να δυναμώσει;
Όμως δε δυναμώνει.
Αυτός ο σεισμός
απλώς
επιμένει.
Αυτός ο σεισμός
δε θέλει να με σκοτώσει.
O σεισμός αυτός
θέλει
απλώς
να με ξυπνήσει.

8 Φεβ 2012

MIROSLAV HOLUB, ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Η ΠΟΡΤΑ

Τράβα κι άνοιξ’ την πόρτα.
Ίσως έξω είναι
ένα δένδρο, ένα ξύλο
ένας κήπος
ή μια πόλη μαγική.

Τράβα κι άνοιξ’ την πόρτα.
Ίσως ένας σκύλος σκάβει.
Ίσως δεις ένα πρόσωπο
ή ένα μάτι
ή μια φωτογραφία
κάποιας εικόνας.

Τράβα κι άνοιξ’ την πόρτα.
Αν υπάρχει ομίχλη
θα καθαρίσει.

Τράβα κι άνοιξ’ την πόρτα.
Ακόμη κι αν μονάχα το σκοτάδι
χρόνο μετρά
ακόμη κι αν υπάρχει μόνο
ένας άδειος άνεμος
ακόμη κι αν
τίποτα
δεν είναι εκεί
τράβα κι άνοιξ’ την πόρτα.

Τουλάχιστον
θα υπάρξει
ρεύμα.

ΚΟΚΚΑΛΑ

Αφήνουμε στην άκρη
τ’ άχρηστα κόκκαλα,
τα πλευρά των ερπετών,
τις γνάθους αιλουροειδών,
το γοφό της θύελλας,
το γιάντες του πεπρωμένου.

Για να στηρίξουμε τ’ αναπτυσσόμενο κεφάλι
του Ανθρώπου
Αναζητούμε
ένα κόκκαλο
που θα παραμείνει
όρθιο.

ΦΤΕΡΑ

Έχουμε
ένα χάρτη του σύμπαντος
για μικρόβια,
έχουμε
το χάρτη ενός μικροβίου
για το σύμπαν.

Έχουμε ένα
βιρτουόζο του σκακιού
καμωμένο από ηλεκτρoνικά κυκλώματα.

Μα πάνω απ’ όλα
έχουμε
την ικανότητα
να ξεδιαλέγουμε μπιζέλια
να κρατάμε νερό στη χούφτα μας
να ψάχνουμε
τη σωστή βίδα
κάτω από τον καναπέ
για ώρες.

Αυτό
μας δίνει
φτερά.

ΝΑΠΟΛΕΩΝ

Παιδιά, πότε γεννήθηκε
ο Ναπολέων Βοναπάρτης,
ρωτά ο δάσκαλος.

Χίλια χρόνια πριν, λένε τα παιδιά.
Εκατό χρόνια πριν, λένε τα παιδιά.
Πέρσι, λένε τα παιδιά.
Κανείς δεν ξέρει.

Παιδιά, τι έκανε
ο Ναπολέων Βοναπάρτης,
ρωτά ο δάσκαλος.
Κέρδισε έναν πόλεμο, λένε τα παιδιά.
Έχασε έναν πόλεμο, λένε τα παιδιά.
Κανείς δεν ξέρει.

Ο χασάπης μας είχε ένα σκύλο
το Ναπολέοντα,
είπε ο Φράντισεκ.
Ο χασάπης τον έδερνε κι ο σκύλος πέθανε
από την πείνα
πριν ένα χρόνο.

Κι όλα τα παιδιά τώρα
το Ναπολέοντα λυπούνται.

ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ

Όταν εγώ μεγαλώσω κι εσύ μικρύνεις
τότε
(στη θεωρία του Καλούζα η πέμπτη διάσταση
παρουσιάζεται ως κύκλος
συνδεόμενος με κάθε σημείο
του χωροχρόνου)
-τότε, όταν πεθάνω, δε θα ζήσω ποτέ ξανά;
Ποτέ.
Ποτέ ποτέ;
Ποτέ ποτέ.
Ναι, αλλά ποτέ ποτέ ποτέ;
Όχι... όχι ποτέ ποτέ ποτέ
απλώς ποτέ ποτέ.
Πραγματοποιήσαμε λοιπόν
μια μικρή οικογενειακή συνεισφορά
στο κβαντικό πρόβλημα της υπερβαρύτητας των ένδεκα διαστάσεων.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΕΝΟΣ ΑΓΟΡΙΟΥ

Έχει μέσα ένα διαστημόπλοιο
και μια μηχανορραφία
για να γλιτώσει απ’ το μάθημα πιάνου.

Κι υπάρχει
η κιβωτός του Νώε
που θα ’ναι η πρώτη.

Κι έχει μέσα
ένα ολοκαίνουριο πουλί
έναν ολοκαίνουριο λαγό
μια ολοκαίνουρια αγριομέλισσα.

Υπάρχει ένα ποτάμι
που ρέει προς τα πάνω.

Υπάρχει μια προπαίδεια.

Υπάρχει η αντιύλη.

Και δεν μπορεί να περικοπεί.

Πιστεύω πως μονάχα ό,τι δεν περικόπτεται
είναι κεφάλι.

Πολλά υποσχόμενο
το ότι τόσοι άνθρωποι
διαθέτουν κεφάλια.

ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

Αγαπάς μονάχα
όταν μάταια αγαπάς.

Κάνε μια νέα ραδιοφωνική έρευνα
όταν δέκα αποτύχουν,
πάρε διακόσια κουνέλια
όταν εκατό πεθάνουν:
μόνον αυτό είναι επιστήμη.

Ρωτάς το μυστικό.
Έχει μόνον ένα όνομα:
ξανά.

Στο τέλος
ένας σκύλος έχει στα σαγόνια του
νερό που καθρεφτίζει τη μορφή του,
οι άνθρωποι αγκαλιάζουν τη νουμηνία, σ’ αγαπώ.

Σαν καρυάτιδες
τα σηκωμένα χέρια μας
κρατούν το γρανιτένιο φορτίο του χρόνου

ακόμη κι ηττημένοι
πάντοτε θα κερδίζουμε.

(μεταγραφή: Δημήτριος Μουζάκης)

7 Φεβ 2012

ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΝ ΟΙ ΣΟΦΟΙ


Μαζεύτηκαν όλοι οι σοφοί
του κόσμου
μαζί
κι εμείς κρατήσαμε
την αναπνοή μας.
Πάνε τα βάσανά μας
είπαμε
όλοι οι σοφοί του κόσμου
μαζί
δε θ’ αργήσουν ν’ απαντήσουν
στα μεγάλα ερωτήματα
δε θα καθυστερήσουν να βρουν
τρόπους να απαλλαγούμε
να ξεφύγουμε
να γλιτώσουμε και να
λυτρωθούμε.
Όλοι οι σοφοί του κόσμου
μαζί
μαζεύτηκαν για μια
φωτογραφία.

5 Φεβ 2012

ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΑ



Εντάξει, μπορώ να πω
ηλιοφωτόσφαιρα, φωτοσφαιρήλιο
ατμόφως
ζεστό ατμόφως αχνιστό.
Μα κι αυτές οι κάπως καινούριες λέξεις
σπειρί δεν είναι ομορφότερες από τις
λέξεις που όλοι ξέρουν.
Σκοπός είναι το φως, ο ήλιος, η ατμόσφαιρα
ο ατμός
να ’ναι μοναδικές όπως τις ξέρω και τις λέω
εγώ
αφού άλλος Γεράσιμος, άλλη Ευανθία
άλλος Αντώνης
όπως αυτοί της γειτονιάς μου
δεν υπάρχουν.
Γίνομαι, λοιπόν, όλες οι λέξεις
κι όλες οι λέξεις γίνονται ό,τι είδαν
τα μάτια μου κι ό,τι έσφιξε μέσα της
η καρδιά μου
την ώρα που έβλεπα όνειρα
μ’ ανοιχτή την αγκαλιά μου.

ΒΙΟΣ ΒΡΑΒΕΙΩΤΟΣ



Το κείμενο αυτό δε θα το έγραφα αν οι υπεράνω δεν υπήρχαν˙ υπάρχουν, όμως, και μ’ εκνευρίζουν αρκετά ώστε να επιθυμώ τα πράγματα στη θέση τους. Μιλώντας για πράγματα, αναφέρομαι στην ανάδειξη και δη την ανάδειξη του λογοτέχνη ως προσωπική επιδίωξη και δυνάμει πραγματικότητα. Την πραγματική θέση της λογοτεχνικής αναδείξεως μέσα στον ηθικό κόσμο θα τη διερευνήσουμε στις αράδες που ακολουθούν.

Οι υπεράνω ισχυρίζονται ότι μια γνησίως ποιητική στάση δε συνάδει με την επιδίωξη της διάκρισης. Ταυτίζουν, καθώς φαίνεται, τη διάθεση αναδείξεως με τη ματαιοδοξία. Όποιος θέλει να ξεχωρίσει, λοιπόν, είναι ματαιόδοξος. Στον αντίποδα, όποιος λειτουργεί πέρα από κάθε τέτοια φιλοδοξία, είναι σεμνός, ταπεινός, άξιος. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, λέω εγώ. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας.

Μόνο εξ απύθμενης ηλιθιότητας ή κάποιας, ίσως, ψυχολογικής ανισορροπίας δεν μπορεί νους να αναγνωρίσει την εντελώς φυσιολογική τάση για κοινωνική αποδοχή. Η ανάγκη μας να είμαστε οργανικά τοποθετημένοι στο σύνολο απολαμβάνοντας του σεβασμού των υπολοίπων προκύπτει φυσικά σαν εκ γονιδίων εκπορευόμενη, εκτείνεται, δε, εξίσου φυσικά ως τη φιλοδοξία για ανέλιξη, αναγνώριση, επιτυχία. Οι υπεράνω εξορύσσουν τη ματαιοδοξία από αυτήν ακριβώς την ανάγκη- τοιουτοτρόπως τη δαιμονοποιούν. Αυτή, όμως, δεν είναι παρά μια αυθαίρετη δαιμονοποίηση, όσο ηχηρά κι αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους οι ταπεινοί εμπρός στους φιλόδοξους.

Δε θέλω να παρεξηθώ: δεν έχω πρόβλημα με τη δαιμονοποίηση. Να διαμονοποιηθούν καταστάσεις, συναισθήματα, τάσεις και ένστικτα, να κλείσουμε, αν μπορούμε, το διάβολο στο μπουκάλι, αλλά να υπάρχει λόγος: να πρόκειται πράγματι για το διάβολο, όχι για έναν άκακο χωρικό. Δε λέω, λοιπόν, να μην εξορυχθεί η ματαιοδοξία. Να εξορυχθεί χίλιες φορές, ν’ αφεθεί ενώπιον όλων στο φως και να λάμψει σε βάθος. Δεν υπάρχει, όμως, ματαιοδοξία ούτε στην ανάγκη για αποδοχή ούτε στην απόλαυση της αναγνωρίσεως της εργασίας μας ούτε, βέβαια, στη φιλοδοξία μας για το αριστείο.


Η ματαιοδοξία ρέει αλλού. Όταν, λοιπόν, κάποιος θεοποιήσει το χρήμα και μετέλθει όλων των δοκιμασμένων και αδοκίμαστων τρόπων για να το σωρεύσει, τότε ναι, μπορούμε να μιλήσουμε για ματαιοδοξία. Το αντικείμενο της επιδίωξής του αναβλύζει ματαιότητα μ’ έναν τρόπο που δεν απαιτεί πολλές αποδεικτικές εξισώσεις. Δεν είναι η ανάγκη του παραδόπιστου να τον αγαπούν, να τον αναγνωρίζουν, να τον σέβονται που τον καθιστά ματαιόδοξο, αλλά ο τρόπος που διάλεξε να ικανοποιήσει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αυτή: ο πλούτος. Και ναι, κάποιος που καταστρατηγεί κάθε έννοια άγραφου δικαίου για να πλουτίσει (κι είναι συνήθης τρόπος πλουτισμού η πόρωση) χαίρει απολαύσεων και ηδονών παρόλη τη ματαιοδοξία και την ανηθικότητά του, δίχως να φταίει σε τίποτα η όποια έμφυτη τάση του να «τον δείχνουν με το δάχτυλο».

Ματαιοδοξία βρίσκουμε και στους λογοτέχνες. Ποιους, όμως; Όχι αυτούς, βέβαια, που θέλουν το έργο τους να διαβαστεί, να μιληθεί, να κριθεί. Τίποτα το μάταιο δε βρίσκω στην πλέον αυτονόητη επιδίωξη (ας την πούμε έκδοση) του παράγοντος έργου: το έργο του να καταναλωθεί. Βρίσκω, όμως, αηδιαστικούς πίδακες ματαιότητας και ματαιοδοξίας στους λογοτέχνες που στέλνουν έτοιμες-ετοίμων, δηλαδή, ερωτήσεων και απαντήσεων-συνεντεύξεις τους (μετά ηδυπαθών φωτογραφιών τους) στους δημοσιογράφους που τους ζητούν συνέντευξη. Βρίσκω τρομακτική ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που παραγγέλνουν τα βραβεία τους σε κάλπικες επιτροπές κρίσεων. Βρίσκω αναιδή ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που οργανώνουν το δημοσιογραφικό σύστημα γύρω από το όνομά τους εις τρόπον ώστε κάθε βήμα τους να αποθεώνεται από μια άθλια συνομοταξία αυλικών, δήθεν ιθυνόντων. Βρίσκω κατάπτυστη ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που διεκδικούν την υστεροφημία τους ως απόρροια της διαπλοκής τους με κεκυρωμένους ακαδημαϊκούς, παντοδύναμους εμπόρους, βουλευτές και υπουργούς.

Στην τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια, ανακεφαλαιώνοντας, που διαπερνούν το λογοτέχνη καθώς εκείνος παρακολουθεί (ορέγεται, ονειρεύεται, ζει ή φαντάζεται) την αναγνώριση του έργου του δε βρίσκω τίποτε το περισσότερο επιλήψιμο από την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον πατέρα που μαθαίνει ότι ο γιος του αρίστευσε στο σχολείο ή την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον επιστήμονα ο οποίος παρακολουθεί το προϊόν του μόχθου του να προστατεύει την υγεία των ανθρώπων ή να βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους. Για ποιο πράγμα προσπαθούν οι υπεράνω να μας πείσουν; Ότι ο περήφανος πατέρας ή ο περήφανος επιστήμονας ή ο περήφανος λογοτέχνης οφείλουν κατά κάποια ηθική επιταγή να νιώσουν αδιαφορία ή αποτροπιασμό; Δεν είμαστε καλά. Όχι, κύριοι, κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται επειδή πέτυχε, όταν αυτό που πέτυχε είναι σπουδαίο. Γνησίως, εξάλλου, ποιητική στάση δεν επισημαίνω σε όσους χλευάζουν την τιμή που αποδίδεται στο έργο τους ή, γενικώς, την τιμή που αποδίδεται στο έργο οιουδήποτε- μάλλον μια κακώς νοούμενη ιδιορρυθμία επισημαίνω σε αυτές τις περιπτώσεις, μια κάποια, ίσως, συναισθηματική ένδεια, μιαν όζουσα μιζέρια ή μια παθολογική αντικοινωνικότητα. Γνησίως ποιητική στάση, εστιάζοντας στα λογοτεχνικά, εντοπίζω σε όσους επιθυμούν (και παρεμβαίνουν προς την κατεύθυνση αυτή) να ξεχωρίσει το άριστο˙ ένα άριστο που είναι αδύνατον να προκύψει εκ μιλημένων επιτροπών ή υποδείξεων εμπόρων ή ετοίμων συνεντεύξεων-μετά ηδυπαθών φωτογραφιών-που στέλνονται προς δημοσίευση σε κεκυρωμένα έντυπα. Οι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα αναδείξουν το άριστο ως το ποίημα που τους εμβαπτίζει στο κάλλος και όχι ως το ποίημα που κάποιος μιλημένος φύτεψε στο σχολικό τους βιβλίο- και γι’ αυτό πρέπει επειγόντως να ξυπνήσουν από τη βρώση της προκατασκευασμένης εποχής τους.

3 Φεβ 2012

ΜΠΟΥΝΑΤΣΑ



Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος μοναχικός. Καθόταν με τις ώρες στο γραφείο, στηρίζοντας το κεφάλι του με τον αντίχειρα του χεριού που κρατούσε και το τσιγάρο. Αυτή του η στάση πρέπει στην κυριολεξία να ήταν η μισή του ζωή. Δεν μπορώ να ξέρω τι σκεφτόταν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω καν αν σκεφτόταν. Ίσως απολάμβανε- μ’ όση απόλαυση μπορεί ο διψασμένος να νιώσει όταν πράσινα φύλλα τινάξουν απάνω του φρέσκια δροσιά-τον εαυτό του χαλαρό, κάποιες αναμνήσεις του παρελθόντος, ένα τραγούδι του Φώτη Πολυμέρη, κάποια φιλοδοξία για τις ελιές του στην Άνδρο ή μια ενδεχόμενη αρχιτεκτονική καινοτομία για το σπίτι του στο Μπολάτι. Έμοιαζε να μην έχει ανάγκη τίποτα και κανέναν παρά μόνον την μπουνάτσα.

Μεγάλη υπόθεση η μπουνάτσα. Η καλοσύνη του καιρού είναι η ευτυχία. Η καλοσύνη του καιρού είναι ο Θεός. Κι όταν ο Θεός τον εγκατέλειψε, όταν τα πράγματα αγρίεψαν, όταν οι περιστάσεις τού κάρφωσαν ένα μαχαίρι στον αυχένα κι έχασε τη γυναίκα του και την υγεία του, κοιτούσα το πρόσωπό του.

Μην πάει ο νους σας στην αγωνία. Ένιωθε κάποια έκπληξη που όλα έγιναν τόσο γρήγορα- κι ήταν κάπως λυπημένος που δε θα ξαναπήγαινε στην Άνδρο.

1 Φεβ 2012

ΠΛΕΞΟΥΔΕΣ ΑΠΟ ΔΑΧΤΥΛΑ


Αδύνατον να με φτάσεις
τεντώνοντας το χέρι σου
επί του κύκλου.
Tείνε το χέρι σου πίσω
να σφιχταγκαλιαστούν τα δάχτυλά μας
εκεί που οι συνήθειές μας
κι οι μικροί μας εγωισμοί
δε βλέπουν με πόση λαχτάρα
πιανόμαστε.