5 Φεβ 2012

ΒΙΟΣ ΒΡΑΒΕΙΩΤΟΣ



Το κείμενο αυτό δε θα το έγραφα αν οι υπεράνω δεν υπήρχαν˙ υπάρχουν, όμως, και μ’ εκνευρίζουν αρκετά ώστε να επιθυμώ τα πράγματα στη θέση τους. Μιλώντας για πράγματα, αναφέρομαι στην ανάδειξη και δη την ανάδειξη του λογοτέχνη ως προσωπική επιδίωξη και δυνάμει πραγματικότητα. Την πραγματική θέση της λογοτεχνικής αναδείξεως μέσα στον ηθικό κόσμο θα τη διερευνήσουμε στις αράδες που ακολουθούν.

Οι υπεράνω ισχυρίζονται ότι μια γνησίως ποιητική στάση δε συνάδει με την επιδίωξη της διάκρισης. Ταυτίζουν, καθώς φαίνεται, τη διάθεση αναδείξεως με τη ματαιοδοξία. Όποιος θέλει να ξεχωρίσει, λοιπόν, είναι ματαιόδοξος. Στον αντίποδα, όποιος λειτουργεί πέρα από κάθε τέτοια φιλοδοξία, είναι σεμνός, ταπεινός, άξιος. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, λέω εγώ. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας.

Μόνο εξ απύθμενης ηλιθιότητας ή κάποιας, ίσως, ψυχολογικής ανισορροπίας δεν μπορεί νους να αναγνωρίσει την εντελώς φυσιολογική τάση για κοινωνική αποδοχή. Η ανάγκη μας να είμαστε οργανικά τοποθετημένοι στο σύνολο απολαμβάνοντας του σεβασμού των υπολοίπων προκύπτει φυσικά σαν εκ γονιδίων εκπορευόμενη, εκτείνεται, δε, εξίσου φυσικά ως τη φιλοδοξία για ανέλιξη, αναγνώριση, επιτυχία. Οι υπεράνω εξορύσσουν τη ματαιοδοξία από αυτήν ακριβώς την ανάγκη- τοιουτοτρόπως τη δαιμονοποιούν. Αυτή, όμως, δεν είναι παρά μια αυθαίρετη δαιμονοποίηση, όσο ηχηρά κι αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους οι ταπεινοί εμπρός στους φιλόδοξους.

Δε θέλω να παρεξηθώ: δεν έχω πρόβλημα με τη δαιμονοποίηση. Να διαμονοποιηθούν καταστάσεις, συναισθήματα, τάσεις και ένστικτα, να κλείσουμε, αν μπορούμε, το διάβολο στο μπουκάλι, αλλά να υπάρχει λόγος: να πρόκειται πράγματι για το διάβολο, όχι για έναν άκακο χωρικό. Δε λέω, λοιπόν, να μην εξορυχθεί η ματαιοδοξία. Να εξορυχθεί χίλιες φορές, ν’ αφεθεί ενώπιον όλων στο φως και να λάμψει σε βάθος. Δεν υπάρχει, όμως, ματαιοδοξία ούτε στην ανάγκη για αποδοχή ούτε στην απόλαυση της αναγνωρίσεως της εργασίας μας ούτε, βέβαια, στη φιλοδοξία μας για το αριστείο.


Η ματαιοδοξία ρέει αλλού. Όταν, λοιπόν, κάποιος θεοποιήσει το χρήμα και μετέλθει όλων των δοκιμασμένων και αδοκίμαστων τρόπων για να το σωρεύσει, τότε ναι, μπορούμε να μιλήσουμε για ματαιοδοξία. Το αντικείμενο της επιδίωξής του αναβλύζει ματαιότητα μ’ έναν τρόπο που δεν απαιτεί πολλές αποδεικτικές εξισώσεις. Δεν είναι η ανάγκη του παραδόπιστου να τον αγαπούν, να τον αναγνωρίζουν, να τον σέβονται που τον καθιστά ματαιόδοξο, αλλά ο τρόπος που διάλεξε να ικανοποιήσει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αυτή: ο πλούτος. Και ναι, κάποιος που καταστρατηγεί κάθε έννοια άγραφου δικαίου για να πλουτίσει (κι είναι συνήθης τρόπος πλουτισμού η πόρωση) χαίρει απολαύσεων και ηδονών παρόλη τη ματαιοδοξία και την ανηθικότητά του, δίχως να φταίει σε τίποτα η όποια έμφυτη τάση του να «τον δείχνουν με το δάχτυλο».

Ματαιοδοξία βρίσκουμε και στους λογοτέχνες. Ποιους, όμως; Όχι αυτούς, βέβαια, που θέλουν το έργο τους να διαβαστεί, να μιληθεί, να κριθεί. Τίποτα το μάταιο δε βρίσκω στην πλέον αυτονόητη επιδίωξη (ας την πούμε έκδοση) του παράγοντος έργου: το έργο του να καταναλωθεί. Βρίσκω, όμως, αηδιαστικούς πίδακες ματαιότητας και ματαιοδοξίας στους λογοτέχνες που στέλνουν έτοιμες-ετοίμων, δηλαδή, ερωτήσεων και απαντήσεων-συνεντεύξεις τους (μετά ηδυπαθών φωτογραφιών τους) στους δημοσιογράφους που τους ζητούν συνέντευξη. Βρίσκω τρομακτική ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που παραγγέλνουν τα βραβεία τους σε κάλπικες επιτροπές κρίσεων. Βρίσκω αναιδή ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που οργανώνουν το δημοσιογραφικό σύστημα γύρω από το όνομά τους εις τρόπον ώστε κάθε βήμα τους να αποθεώνεται από μια άθλια συνομοταξία αυλικών, δήθεν ιθυνόντων. Βρίσκω κατάπτυστη ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που διεκδικούν την υστεροφημία τους ως απόρροια της διαπλοκής τους με κεκυρωμένους ακαδημαϊκούς, παντοδύναμους εμπόρους, βουλευτές και υπουργούς.

Στην τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια, ανακεφαλαιώνοντας, που διαπερνούν το λογοτέχνη καθώς εκείνος παρακολουθεί (ορέγεται, ονειρεύεται, ζει ή φαντάζεται) την αναγνώριση του έργου του δε βρίσκω τίποτε το περισσότερο επιλήψιμο από την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον πατέρα που μαθαίνει ότι ο γιος του αρίστευσε στο σχολείο ή την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον επιστήμονα ο οποίος παρακολουθεί το προϊόν του μόχθου του να προστατεύει την υγεία των ανθρώπων ή να βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους. Για ποιο πράγμα προσπαθούν οι υπεράνω να μας πείσουν; Ότι ο περήφανος πατέρας ή ο περήφανος επιστήμονας ή ο περήφανος λογοτέχνης οφείλουν κατά κάποια ηθική επιταγή να νιώσουν αδιαφορία ή αποτροπιασμό; Δεν είμαστε καλά. Όχι, κύριοι, κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται επειδή πέτυχε, όταν αυτό που πέτυχε είναι σπουδαίο. Γνησίως, εξάλλου, ποιητική στάση δεν επισημαίνω σε όσους χλευάζουν την τιμή που αποδίδεται στο έργο τους ή, γενικώς, την τιμή που αποδίδεται στο έργο οιουδήποτε- μάλλον μια κακώς νοούμενη ιδιορρυθμία επισημαίνω σε αυτές τις περιπτώσεις, μια κάποια, ίσως, συναισθηματική ένδεια, μιαν όζουσα μιζέρια ή μια παθολογική αντικοινωνικότητα. Γνησίως ποιητική στάση, εστιάζοντας στα λογοτεχνικά, εντοπίζω σε όσους επιθυμούν (και παρεμβαίνουν προς την κατεύθυνση αυτή) να ξεχωρίσει το άριστο˙ ένα άριστο που είναι αδύνατον να προκύψει εκ μιλημένων επιτροπών ή υποδείξεων εμπόρων ή ετοίμων συνεντεύξεων-μετά ηδυπαθών φωτογραφιών-που στέλνονται προς δημοσίευση σε κεκυρωμένα έντυπα. Οι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα αναδείξουν το άριστο ως το ποίημα που τους εμβαπτίζει στο κάλλος και όχι ως το ποίημα που κάποιος μιλημένος φύτεψε στο σχολικό τους βιβλίο- και γι’ αυτό πρέπει επειγόντως να ξυπνήσουν από τη βρώση της προκατασκευασμένης εποχής τους.