3 Φεβ 2012

ΜΠΟΥΝΑΤΣΑ



Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος μοναχικός. Καθόταν με τις ώρες στο γραφείο, στηρίζοντας το κεφάλι του με τον αντίχειρα του χεριού που κρατούσε και το τσιγάρο. Αυτή του η στάση πρέπει στην κυριολεξία να ήταν η μισή του ζωή. Δεν μπορώ να ξέρω τι σκεφτόταν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω καν αν σκεφτόταν. Ίσως απολάμβανε- μ’ όση απόλαυση μπορεί ο διψασμένος να νιώσει όταν πράσινα φύλλα τινάξουν απάνω του φρέσκια δροσιά-τον εαυτό του χαλαρό, κάποιες αναμνήσεις του παρελθόντος, ένα τραγούδι του Φώτη Πολυμέρη, κάποια φιλοδοξία για τις ελιές του στην Άνδρο ή μια ενδεχόμενη αρχιτεκτονική καινοτομία για το σπίτι του στο Μπολάτι. Έμοιαζε να μην έχει ανάγκη τίποτα και κανέναν παρά μόνον την μπουνάτσα.

Μεγάλη υπόθεση η μπουνάτσα. Η καλοσύνη του καιρού είναι η ευτυχία. Η καλοσύνη του καιρού είναι ο Θεός. Κι όταν ο Θεός τον εγκατέλειψε, όταν τα πράγματα αγρίεψαν, όταν οι περιστάσεις τού κάρφωσαν ένα μαχαίρι στον αυχένα κι έχασε τη γυναίκα του και την υγεία του, κοιτούσα το πρόσωπό του.

Μην πάει ο νους σας στην αγωνία. Ένιωθε κάποια έκπληξη που όλα έγιναν τόσο γρήγορα- κι ήταν κάπως λυπημένος που δε θα ξαναπήγαινε στην Άνδρο.