30 Δεκ 2011

ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣ



Εξηναγκάσθη σε ανάσταση.
Στεκόταν αναιμικός πάνω στην πέτρα
κι άλλο δεν έλεγε, άλλο δεν ήξερε
να πει από αγάπη, αγάπη, αγάπη
όμως οι Iουδαίοι δεν είχαν ανάγκη
από θαύματα
από ανθρώπους γύρω σου όταν είσαι
στο νοσοκομείο, από γυναίκες που σου
προσφέρουν το στήθος τους όταν διψάς ή
φίλους που πέφτουν στον γκρεμό μαζί σου.
Θαυματοποιούς χρειάζονταν οι Iουδαίοι
να σβήνουν απ’ τον ουρανό το φως
του ήλιου
να βγάζουν κουνέλια απ’ τις τσέπες τους
και ν’ ανασταίνονται αφού πεθάνουν
μέσα από εκτυφλωτικές λάμψεις
πάνω σε χρυσοποίκιλτα άρματα
αγγελοτραγουδισμένα και φτεροδήγητα.

21 Δεκ 2011

ΕΛΛΗΝ ΘΕΟΣ



Στην τσέπη μου απόμειναν κέρματα.
Καμιά γυναίκα δε με επιθυμεί.
Όλοι οι φίλοι μου χάθηκαν
κι όσοι δε χάθηκαν, με πρόδωσαν.
Παιδιά δεν μπόρεσα να κάνω
ούτε ήμουν άξιος να κάνω.
Η γη ανέστρεψε το μαγνητικό της
πεδίο
κι έχασε την ατμόσφαιρά της.
Ο ήλιος έπεσε πάνω της
και την εξαφάνισε.
Τα οστά των ανθρώπων
δεν έλιωσαν
αιωρούνται μνημεία των Γκουλάγκ
και του Άουσβιτς στο διάστημα.
Η μάνα μου μ’ έφτυσε και πέθανε.
Το νερό φαρμακώθηκε από τα
δισεκατομμύρια χρόνια της εναπόθεσης
νέκρας στα σπλάχνα του χώματος.
Το ήπια όλο
ωστόσο
από το πουθενά εμφανίζω
ένα ποτήρι με φραπέ
κι από το θάνατό μου
απαιτώ το καλαμάκι.

13 Δεκ 2011

ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΑΙ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ



Βγάζω το πουκάμισο
και το παντελόνι μου.
Συνεχίζω με τα εσώρουχα
και τις κάλτσες.
Αφαιρώ με όρεξη·
θέλω να βγω από δω
θέλω ο λαιμός μου
ανάσες να ξεσφίξει.
Λιώνω το σταυρό στο στήθος μου
χτυπώ το κεφάλι μου
στην υπογραφή μου
όνομα, επίθετο ξεχνώ
ξεχνώ τη μάνα μου
ξεχνώ τους ανθρώπους π’ αγαπώ
και το Θεό μου
όλες μου τις προσευχές
τις καταργώ.
Βγαίνω στο δρόμο γυμνόψυχος.
Στις ταυτότητες του κόσμου
προτάσσω αίμα, σάρκα και οστά.
Στους ζωντανούς εχθρούς
επικαλούμαι νεκροταφεία.

8 Δεκ 2011

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΚΚΑΛΑ



Σηκώνομαι το πρωί.
Μιλιούνια τ’ αηδόνια αλείφουν
το πρόσωπό μου με χυμό καρύδας
τραγουδώντας πες.
Μπα, δε θα κατάλαβα καλά.
Tο μονοπάτι που σκέφτομαι να πάρω
στρώνεται αμέσως από φύλλα λεμονιάς·
το στρώνουν οι τερμίτες.
Όχι, δεν είναι δυνατόν να είναι έτσι
τα πράγματα.
Όρνεα πετούν πάνω απ’ τα κεφάλια
των εχθρών μου
βροντές προειδοποιούν τους θορυβούντες
κεραυνοί, τερμίτες, αηδόνια, καρύδες
εκλιπαρούν πες.
Ο ήλιος λιποτάχτησε
κρύφτηκε στο στόμα μου.
Oι πλανήτες τουρτουρίζουν
γυρίζουν μες στο σκοτάδι
γύρω από τη γλώσσα μου
να πάρουνε γεύση: πες!
Γλώσσα των σεισμόπληκτων και
των καρκινοπαθών, γλώσσα των
πλημμυροπαθών, των ορφανών
των φτωχών, των ακρωτηριασμένων
ποια ζέστη και ποιο φως
μπορεί να σ’ αποκαταστήσει;
Τι να πω που μπορεί ν’ αναπαύσει
τα ματωμένα κόκκαλα.




Πίναξ αναρτήσεως του Γεωργίου Καβούνη

7 Δεκ 2011

ΧΙΟΝΟΝΙΦΑΔΑ



Απειράριθμα χέρια οι λέξεις
ενός πλήθους διψασμένου για Θεό
φτερουγίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια
άτακτες και τρομώδεις.
O μαγνήτης που τις προσανατολίζει
όλες μαζί ταυτόχρονα σε πίστη
είναι απόψε μια χιονονιφάδα.
Tην είδα να σχηματίζεται ψηλά
από σταγόνες φρέσκιας δροσιάς
και να επιταχύνει προς τη γη
μ’ όλο λευκότερο βήμα
καμαρωτή, ελεύθερη, πανέμορφη.
Δεν άργησα να υπολογίσω
το σημείο της πτώσης της
όπου στάθηκα βγάζοντας από μέσα μου
όλη μου τη γλώσσα
έτοιμος για την έλευσή της.
Με τέτοια νιφάδα στη γλώσσα μου
να λιώνει
ζήλεψαν οι γυναίκες κι έκαναν φάτνη
τα στήθη τους
ν’ αποκοιμηθώ ευλογημένος
του μητρικού γάλακτος και του ουράνιου
παγωτού.

3 Δεκ 2011

ΥΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ

Χαράματα χαστουκίζω το παράθυρό μου.
Αναθαρρεί ο ήλιος
μπαίνει δειλά δειλά μες στο δωμάτιο
δειλά αγγίζει το γραφείο μου
το πάτωμα, το στρώμα
μα όταν ανύποπτος φτάνει
στο νυχτικό σου
λυγίζει κι αποσύρεται το φως
και πάλι σ' έχω ανάγκη στο σκοτάδι.