16 Ιουν 2011

ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΚΕΙΜΕΝΑ

ΣKΟΥΛΗΚΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ

Κάποτε ξεδιψούσα σκύβοντας κάτω από τη βρύση: δροσερό, τρεχούμενο νεράκι δίχως τύπους και ποτήρια μα με λαίμαργες, γεμάτες γουλιές. Κάθε φορά που μ’ έβλεπε η γιαγιά μου, κάπως έντονα, είναι η αλήθεια, γι’ αυτή μου τη συνήθεια, και πάντως σίγουρα ενοχλητικά, προσπαθούσε να μ’ αποτρέψει: «Μην το κάνεις αυτό», μου έλεγε, «καμιά φορά στο νερό μπορεί να πάει σκουλήκι, κι έτσι όπως πίνεις, θα πέσει στο στόμα σου». Δυο, τρεις, πέντε, δέκα δεν της έδινα σημασία, μα μια φορά δεν άντεξα, της άρπαξα το χέρι κι έβαλα το δάχτυλό της πάνω στο μεταλλικό πλέγμα που έφρασσε το στόμιο της βρύσης, θριαμβολογώντας «πάει, δεν πάει σκουλήκι, γιαγιά, στο στόμα μου δε θα πέσει». Δια ψηλαφήσεως η γιαγιά μου αποστομώθηκε κι απόμεινε να με κοιτάζει λυπημένη…

…μόνον προσωρινά Δεν πέρασε καιρός απ’ όταν με ξανάπιασε να δροσίζομαι σκυφτός δίχως ποτήρι, οπότε και επανέλαβε «καμιά φορά στο νερό μπορεί να πάει σκουλήκι, κι έτσι όπως πίνεις, θα πέσει στο στόμα σου». Σκουλήκι στο στόμα μου η εμμονή της γιαγιάς κι ακόμη να χωνέψω πώς ξέχασε ολόκληρη ψηλάφηση, πόσο ανυπόφορο γίνεται και το παραμικρό, όπως κι αν εξηγείται.

Η ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Ο καθηγητής των μαθηματικών έγραφε με μεράκι τα φύλλα εργασίας που μοίραζε στο μάθημα, αλλά, αλλεργικός στο ενδεχόμενο να βλέπει τη δουλειά του σαΐτες δω και κει, προειδοποιούσε από καιρό σε καιρό: «κάποια στιγμή θα σας ζητήσω τα φυλλάδια κι όποιος δεν τα έχει, θα τιμωρηθεί».

Πλησίαζε το τέλος του τριμήνου και, ψυχαναγκαστικός πάντοτε, πραγματοποίησα μια προληπτική καταμέτρηση των φυλλαδίων του καθηγητή, στην οποία διαπίστωσα δύο απώλειες. Πανικός. Το πρωί, προτού καν καλημερίσω το Βασίλη το διπλανό μου, ρώτησα αν έχει μαζί του το υλικό κι έπειτα έσπευσα σε καταμέτρηση. Ακέραιος ήταν ο φάκελός του κι ο έπαινος του καθηγητή βέβαιος, με τέτοιες μηδενικές ελλείψεις. «Λοιπόν», του είπα, «θα μου δώσεις τα δύο που δεν έχω, θα τα φωτοτυπήσω και θα σ’ τα φέρω αύριο». «Όχι», με κεραυνοβόλησε ο Βασίλης, σα να τον είχα ρωτήσει. «Δε σου τα δίνω, μεγάλε», συμπλήρωσε εμφανώς ενοχλημένος.

Έμεινα ενεός. Τέτοια αναπάντεχη αντίδραση στράγγιξε κάθε μου διάθεση για διευκρινίσεις. Δανείστηκα τα φυλλάδια από την Αλεξάνδρα –μια καλημέρα είχα μαζί της όλη κι όλη, όπως αυτή που ξέχασα στο φίλο μου να πω μέσα στη βιάση μου– κι έλυσα το πρόβλημα, σίγουρος ότι ο Βασίλης ήταν σκάρτος. «Δεν είναι κακό που ζηλεύει», σκεφτόμουν, «κι εγώ ζηλεύω, μα δεν το αφήνω να με κυριεύσει».

Ο Σωτήρης, στην ίδια τάξη κι αυτός, ήρθε σε κάποιο διάλειμμα και μου είπε τους λόγους που ο κολλητός μου δε μου έδωσε τα φυλλάδια˙ τα ’χαν κουβεντιάσει μεταξύ τους. «Δεν ήταν δίκαιο να του τα δώσω αφού αυτός τα παρατούσε όπου να ’ναι, ενώ εγώ, όπως κι άλλοι, δεν τα χάναμε από τα μάτια μας». Ή μήπως δε θυμάμαι καλά; Μήπως είπε «ήθελα να του δώσω ένα μάθημα για να γίνει πιο προσεχτικός»; Ή μήπως «τον έχω κεράσει τρεις φορές τυρόπιτα και κείνος καμία»;

Ίσως όλα αυτά μαζί κι ίσως τόσα κι άλλα τόσα. Η λίστα του Βασίλη, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει τέλος, κι όσο κι αν δεν μπορώ να τη θυμηθώ, θυμάμαι το Σωτήρη να μη μου δίνει δίκιο.