22 Μαΐ 2011

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΑΝ ΤΣΙΓΑΡΟ ΒΡΕΓΜΕΝΟ





Τι να πεις για έναν ποιητή που γνωρίζεις προσωπικά, όταν η φωνή μέσα σου επαναλαμβάνει «μιλάμε για τα ποιήματα σα να μην τα έγραψε κανείς, σα να υπήρχαν πάντα» κατακυριεύοντας κάθε σου κρίση; Κοινοποιείς την προσωπική επαφή και λες ό,τι θες.



Αυθόρμητα συμπάθησα τον Γιάννη Τόλια. Tα ποιήματά του όλα είναι γυναίκα. Πρόκειται, λοιπόν, για ποιήματα που καταλαβαίνω. Στη δισκοθήκη του βρίσκεις τον Wim Mertens, τους Diary of Dreams, τους Secret Garden. Στη βιβλιοθήκη του βρίσκεις τον Τσέσλαφ Μίλος, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Τάσο Ζερβό. Από τις ταινίες του είχα τσιμπήσει το Sin City και τον Batman του Μπάρτονα. Τον τελευταίο σκέφτηκα να του τον κλέψω, αλλά τελικά του τον επέστρεψα. Του έκλεψα, όμως, μια φράση που χρησιμοποιεί συχνά: «από λεπτότητα έχω χάσει τη ζωή μου».



Κριτήρια... δίσκοι, βιβλία, ταινίες, γυναίκα και απώλεια ζωής εξαιτίας (ή χάρη στη, όπως προτιμάτε) της λεπτότητος. Ο καθείς από το μετερίζι του μιλάει- κι εγώ απ’ το δικό μου. Κλείνω με ένα ποίημα από κάθε συλλογή της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Γιάννη Τόλια και λέω: κάποια βιβλία αξίζει να τα αγοράσει κανείς δύο φορές. Για να τα διαβάσει και για να τα δωρίσει.


ΜΟΝΙΜΟΣ ΛΟΧΙΑΣ

Σκαρφάλωσε
κόκκινο
πάνω από τα κράνη
το φεγγάρι
βάφοντας
τα πεύκα
τα όπλα
τα σκοτεινά αγάλματα
που η λάσπη
ζωγράφιζε
σε κάθε βήμα
Κι έμενε μόνο η ζωή σου
άχρωμη
λύση-αρμολόγηση
πάνω σε μια βρώμικη
στρατιωτική κουβέρτα.

[ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ]

Τι ωφελεί
αν αδειάζεις το παγούρι σου
στη μεγάλη μου ξηρασία;


[ΜΟΝΑΧΑ ΕΜΕΙΣ]

Οι ανυποψίαστοι
και οι νεκροί
Μονάχα εμείς
και συ κοιτάζεις το ρολόι σου
να φύγεις

ΕΣΚΙΣΕΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ

Έσκισες το γράμμα μου
σε μικρά κομμάτια
που έτρεχαν πίσω σου
πεινασμένα σκυλιά
όπως τις φύσαγε ο αέρας
οι λέξεις.

ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΟΣ

Οι μέρες του φθινοπώρου
αλυχτούν μέσα στη νύχτα

Αγέλη πεινασμένη
αναμένει να τραφεί
με τις σάρκες των ωρών

Περιφέρω τη λύπη μου
στα άδεια δωμάτια
την παρατάσσω
απέναντι στο μέτωπο της χαράς

Μπροστά μου το ποίημα
ζητάει
άγρια την αφορμή του

Σπάω τις μύτες των μολυβιών πάνω στα τζάμια

Αναιρώ κάθε αξία ποιητική
κάθε υγρό ελιγμό των λέξεων
που εκβάλλει πάνω στο χαρτί

Δεν επιθυμώ να αποτυπωθώ

Τι θα ωφελήσει αν με δείτε;

ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΙΔΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Όλη τη νύχτα
σε χάραζα
με λέξεις δίκοπες

Δεν άφησα αγεωγράφητο
κανένα σημείο
του κορμιού σου

ΓΕΡΝΑΜΕ ΑΓΝΩΣΤΟΙ

Σαράντα χρόνια
περνάς
κάτω από τα παράθυρά μου

Ποτέ
δε μου είπες
ούτε μια καλημέρα

Ποιος από τους δυο μας
φταίει
που γερνάμε άγνωστοι;


15 Μαΐ 2011

ΠΟΙΟΙ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ;



Στην πρόσφατη παρουσίαση των ποιητών Παστάκα-Αραβανή στο Passport του Πειραιά έγινε μια μικρή συζήτηση για την ποίηση. Κάποια στιγμή έπεσε το όνομα του Καβάφη στο τραπέζι. Ρώτησα: ποιοι αγαπούν τον Καβάφη; Κι η απάντηση που πήρα από τον παρουσιαστή, ποιητή Γιώργο Χρονά, ήταν: Όλοι- μήπως έχετε την εντύπωση ότι τον Καβάφη αγαπούν μόνο οι ομοφυλόφιλοι;

Χαμογέλασα (τα πληρώνω τα χαμόγελά μου, γι’ αυτό τα αναφέρω). Αυτό το κοινότοπο «think outside the box» είναι πάντα επίκαιρο όταν μιλούμε για ανθρώπινη επικοινωνία. Θέλω να γράψω εδώ τι περιείχε η δική μου ερώτηση στον πυρήνα της, το κέντρο της ψυχής της, αν προτιμάτε. Η Ελλάς έχει ένα δεδομένο πληθυσμό. Αν δώσουμε ένα τετραδιάκι σ’ έναν-έναν τους κατοίκους της (όσους γνωρίζουν γραφή έστω) και τους ζητήσουμε να γράψουν ό,τι γνωρίζουν για τον Κωνσταντίνο Καβάφη και ό,τι γνωρίζουν για την Ελένη Μενεγάκη, τι θα διαπιστώσουμε, μελετώντας τα τετράδια αυτά; Ζήτημα εκτιμήσεως.

Να σας πω τη δική μου. Αισθητά (πιθανότατα συντριπτικά) περισσότεροι γνωρίζουν ότι υπάρχει η Ελένη Μενεγάκη σε σχέση με αυτούς που γνωρίζουν ότι υπήρξε ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Από αυτούς που γνωρίζουν και τα δύο ονόματα/πρόσωπα, οι γνώσεις τους για τη Μενεγάκη θα είναι σημαντικά υπέρτερες των γνώσεών τους για τον Καβάφη.

Θα αναρωτηθείτε, ίσως, γιατί στέκομαι στο περιστατικό. Υπάρχει λόγος: και δεν είναι, βέβαια, για να πω ότι «οι αμόρφωτοι Έλληνες ξέρουν τα άπαντα της Μενεγάκη αλλά το γίγαντα Καβάφη τον έχουν στην καλύτερη περίπτωση ακουστά». Το λέω, κύριοι, μπας και συνεννοηθούμε, επιτέλους, ποτέ, για να καταλήξω: αυτό συμβαίνει (μεταξύ άλλων ίσως) επειδή η Μενεγάκη προβάλλεται απείρως περισσότερο από τον Καβάφη. Η Μενεγάκη είναι παντού (μαγειρεύει, φωτογραφίζεται, διαφημίζει και διαφημίζεται, σκανδαλίζει και σκανδαλίζεται), ενώ ο Καβάφης είναι στην καλύτερη περίπτωση ξαπλωμένος μέσα σ’ ένα σχολικό βαθμοβιβλίο, διδασκόμενο συχνά υπό φιλολόγου σε έντονο κνησμό.

Και συνεχίζω το συλλογισμό μου: γιατί τα ποιήματα του Καβάφη πουλάνε απείρως περισσότερο από τα ποιήματα του οποιουδήποτε νεοφερμένου ποιητή; Απλό. Διότι (μεταξύ άλλων) ο Καβάφης είναι διάσημος (για τα μέτρα της ποιητικής διασημότητας) ποιητής κι ως εκ τούτου προβάλλεται πολύ περισσότερο (για τα μέτρα της ποιητικής προβολής) από οποιονδήποτε νεοφερμένο ποιητή- το χέρι, λοιπόν, αυτού που θα αγοράσει ποιήματα πάει απείρως ευκολότερα στο «Καβάφης» από το «Μπιρμπιλογιάννης», όποια κι αν είναι η αξία του Καβάφη ή του Μπιρμπιλογιάννη. Όχι;

Να θέσουμε κι άλλα ερωτήματα; Γουστάρετε; Γιατί ο Καβάφης-κι ο κάθε Καβάφης-έφθασε το ζενίθ της αίγλης του με τεράστια καθυστέρηση ως προς το χρόνο συγγραφής του έργου του; Απλό κι αυτό. Γιατί κανείς από αυτούς που προβάλλουν δεν παραδέχεται το σύγχρονο «αριστούργημα», «μεγαλούργημα», «έπος» (το οποίο πάντοτε υπάρχει, αφού όλες ανεξαιρέτως οι εποχές αφήνουν αριστουργήματα προς αναγνώριση στις επόμενες). Μίζερα αναζητείται το σπουδαίο στο ταυτόχρονο, λοιπόν, γι’ αυτό και το σπουδαίο αργεί τόσο να ιδωθεί.

Προσοχή: δε λέω ότι δεν υπάρχει και στο ταυτόχρονο η διαφορική προβολή: αυτή, ας πούμε, θα προσφέρει καλύτερες πωλήσεις (ή βραβεία) στο Βλαβιανό, παραδείγματος χάρη, σε σχέση με το φουκαρά τον Μπιρμπιλογιάννη. Η προβολή έχει πάντα τη σημασία της. Η αξία όχι.

Βγαίνοντας, ο Παστάκας με ρώτησε: το ’στειλες το βιβλίο σου πουθενά; «Όχι», του είπα. Έχει γούστο να με ρώτησε επειδή διάβασε τις σκέψεις μου (αυτές που πιο πάνω περιέγραψα) και νομίζει πως τις πραγματοποιώ επειδή νιώθω παραγνωρισμένος, παρεξηγημένη μεγαλοφυΐα, άγνωστος ποιητόθεος, τρόπον τινά. Να το πούμε και αυτό, λοιπόν: όσο εννοώ ότι την ποίηση του Καβάφη αγαπούν μόνο οι ομοφυλόφιλοι ρωτώντας «ποιοι αγαπούν τον Καβάφη;», τόσο ακριβώς νιώθω ποιητόθεος. Σπειρί παραπάνω.


8 Μαΐ 2011

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες των ανθολογιών ποίησης ενός κάποιου κύρους, παιδιόθεν απορούσα: πώς γίνεται οι ποιητές των διαφόρων εποχών να φωτογραφίζονται μαζί σαν ποδοσφαιρικές ομάδες ή συμβούλια συλλόγων;

Δεν είναι καθόλου περίεργο, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί. Ο συνδετικός κρίκος είναι η ποίηση- αρκεί η ποίηση για να έρθουν πιο κοντά οι ποιητές. Η ποίηση, αντέτεινα και αντίτεινω με όλο και βαθύτερο πάθος, δεν είναι ούτε επάγγελμα ούτε άθλημα (πολύ περισσότερο ομαδικό) ούτε στοιχείο κοινωνικοποίησης. Γεννιέται σχεδόν απαρέγκλιτα κάτω από ιδιαίτερα μοναχικές συνθήκες πλήρους ησυχίας και αποστειρωτικής απομόνωσης, όχι σε συμπόσια, συνέδρια, συνεδρίες και συνεδριάσεις.

Οι συνωστισμοί των ποιητών σε περιοδικά, ανθολογίες, συμπόσια και φωτογραφίες δεν έχει στην πραγματικότητα να κάνει με την τέχνη τους- έχει κυρίως να κάνει με τη διαφήμιση της τέχνης τους, τη δόξα, το χρήμα, τη φήμη και την υστεροφημία. Κλίκες δημιουργούνται, κάστες αναδεικνύονται, μαχαιρώματα πραγματοποιούνται, μίση υφέρπουν, κολακείες έρπουν και χαμόγελα αστράφτουν σ’ ένα παιχνίδι ανάδειξης και εσόδευσης.

Οι συνεργασίες, θεωρητικώς τουλάχιστον, δεν αποκλείουν τη δημιουργικότητα, την ανταλλαγή ερεθισμάτων, το γόνιμο διάλογο, την επικοινωνία στη βάση της κοινής αγάπης. Στην πράξη, όμως, υπονομεύουν μέχρις εσχάτων την ποιητική πράξη με τα ταπεινά κίνητρα που συχνά εξυπηρετούν.

Να το ξαναπούμε, λοιπόν: ο ποιητής είναι αξεχώριστος από τα γραφτά του. Καλύτερα, για να μην μπερδευόμαστε: ο ποιητής είναι τα γραφτά του. Δεν είναι ούτε οι φίλοι του ούτε οι γνωστοί του ούτε οι μπίζνες του ούτε ο εκδοτικός του οίκος ούτε τα PR skills του ούτε τα λοιπά που οι κρετίνοι επιμένουν σκυλοειδώς να επιβάλλουν στο είναι του ποιητή.

3 Μαΐ 2011

TO ALL THE YOUNG MAIDENS OF THE WORLD...

Το βασικό για να μετάσχεις σ’ έναν πριγκιπικό γάμο είναι να ’χεις γύρω σου το πλήθος που αναγνωρίζει την πριγκιπική σου ιδιότητα. Αν όλοι ήμασταν πρίγκιπες, το πλήθος αυτό θα εξέλειπε, μαζί με αυτό και οι πριγκιπικοί γάμοι. Αυτό, όμως, φαίνεται να μη μας πτοεί. Προτιμούμε να χαμογελάσουμε επί της παρακολουθήσεως του πριγκιπικού γάμου στην οθόνη, να θαυμάσουμε τη χλιδή της κατάστασης και το συνωστισμό της επευφημούσας λαοθάλασσας, να ζήσουμε, δηλαδή, εξ ανακλάσεως το θαύμα, παρά να αυτοχριστούμε γαλαζοαίματοι που δεν επευφημούνται και δεν επευφημούν.

Το μαθηματικό αίτημα του πλήθους που συρρέει δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Μέσα σ’ ένα ποίημα, βεβαίως, το σύμπαν ολόκληρο προσφέρεται εθελοντικά να προσκυνήσει μια ένωση, αρκεί να το θέλει ο ποιητής.

Στις παρθένες του κόσμου απευθύνομαι: προτιμήστε το θρόνο του ποιήματος από αυτόν του παλατιού. Προτιμήστε τις λέξεις, όχι τους υπηρέτες. Δείξτε αφοσίωση σε αυτόν που λέξεις σκλαβώνει για σας. Και να! Πλανήτες, όχι άμαξες. 'Ηλιοι, όχι δαχτυλίδια. Φώτα, όχι νυφικά.