31 Ιαν 2011

ΙΔΙΩΤΗΣ


Η μέλισσά μου
Ξεχάστηκε στο άνθος
Που προτίμησε

ΕΙΚΟΣΤΗ ΟΓΔΟΗ

ΕΙΚΟΣΤΗ ΟΓΔΟΗ

Σ’ επέτειο του όχι
δεν άφησα ούτε μια φορά
άλλος να κρατήσει τη σημαία.
Όμως δεν ήταν η επιτυχία μου
εκεί.

Όλος μου ο βηματισμός
ήταν γεμάτος ενοράσεις
αμάχων και μετώπου.

Κρέατα, πυρίτιδα και σίδερο
στο χώμα ανακατεμένα
βολβοί ματιών κι αυγά βραστά
στις ποδιές θηλυπρεπών κουκουλοφόρων
γουρούνια π’ ανοίγουν κι άλλες τρύπες
στις μουτσούνες τους
να μυρίζουν το σαπιόδερμα καλύτερα
και τις αρτηρίες που μπλεδίζουν
μες στα ούρα και τα κόπρανα
σα φιδάκια εξωτικά, σαν πέη διαβόλων.

Κάπου κι η Βέμπο.

Με γύρω της παιδιά ημιλιωμένα
πείνα, μπόχα, δυσωδία, κάλτσες
π’ έμειναν σ’ ακρωτηριασμένα πόδια
λίπος βρασμένο σε τσουκάλια καννιβάλων
κι απεμπλουτισμένο ουρανό σ’ εφήβων
μάτια, μιλημένα για τη φυλή
αποφασισμένα για ζωτικό χώρο
επί πτωμάτων.

Κάπου κι η Βέμπο προσηλωμένη

να τραγουδά τα λόγια και τις νότες
και τρελά ν’ ανησυχεί για τα φάλτσα
για τη φωνή και τη θαμπάδα
τα μέτρα και τις αξίες
των πνευστών το φύσημα
τα πλήκτρα στο παλιό πιάνο
την κούραση στα πνευμόνια του κλαρίνου
την ακρίβεια στο πάτημα του βιολιού
δίχως τάστα, δίχως τριγύρω ανθρωπιά.

Δίχως ανθρωπιά τριγύρω
κάπου κι η Βέμπο προσηλωμένη
τη νοιάζει μόνο να τραγουδήσει˙
γεννημένη τραγουδίστρια
δεν πιστεύει σε γεννημένους δολοφόνους
και δίνει το παράδειγμα.

OTAN


ΟΤΑΝ

Όταν η ποιητική φλέβα
εγκαταλείπει τον ποιητή
είναι για ν’ αποσύρει από τον κόσμο
το αίμα που κουράστηκε
είναι για να σηκώσει
η γραφίδα
το φορτίο της αιμάτωσης
να βουτήξει στην καρδιά μια ανθοδέσμη.


ΕΙΚΟΝΕΣ


Φιλώ εικόνες
Μόνο στα γυμνόστηθα
Πόδια αγίων

30 Ιαν 2011

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

α’
«και ξεκρεμώντας μια παλιά κιθάρα
στις κόρδες της ριμάρω τόνομά σου
με την ευκή: τη γη που θα με κλείση
βασιλικός να μου την πρασινίση»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Σε διάβασα σπεύδοντας στο μνήμα σου
κι όμως τάρωμα που λαχταράς νεκρός
δε βρήκα˙ κανείς δεν πήρε σοβαρά
το ποίημα, ποιητή.


β’

«Μ’ αρέσεις περισσότερο
απ’ όλες τις άλλες γυναίκες»
της είπα, κι εκείνη αποκρίθηκε
«γι’ αυτό που είπες
θα σ’ αγαπώ, θα σε φροντίζω
θα σε θηλάζω και θα σε
νανουρίζω».

Ας ήταν η τύχη τους αυτή
των όσων λέω
π’ άλλα δεν είναι απ’ όσα εννοώ.

ΣΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ

ΣΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ

Εσύ να τρως την πάστα σου
και γω να σε κοιτάζω.
Την ώρα που η γλώσσα σου
πλανάται στη σοκολάτα
κι όλο το στοματάκι σου
ζαχαροσπαρταράει
εγώ αποστηθίζω το δέρμα
του προσώπου σου.
Μ’ όπλο τη φωτογραφία αυτή
σου πιάνω το χέρι.

29 Ιαν 2011

ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ

ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ

Από πού έρχεται αυτή η μουσική
που ’ναι σα λαρύγγι τροβαδούρου
αντιστασιακών καιρών
έτοιμων ν’ ανατιναχθούν
στων μη ακουόντων τα ώτα;
Έρχεται απ’ το ποδοβολητό των χωρικών
που ξεσηκώθηκαν
κι έρχονται προς το ναό
με άγριες, μελωδικές διαθέσεις.
Οι χωρικοί θα ξεριζώσουν το παγκάρι
με τα λερωμένα χέρια τους
θα το περιφέρουν πάνω στα κορμιά τους
θα το φάνε, θα το πιουν, θα το ντυθούν
θα το κλέψουν.
Οι χωρικοί θα πλυθούν
μ’ έναν αρχαίο τους φόβο.
Απόψε θ’ απολύσουν τους εκπροσώπους
του Θεού
γιατ’ είναι άλλο να εκμεταλλεύεσαι
τον άνθρωπο
κι άλλο να τον εκμεταλλεύεσαι
στο όνομα του Κυρίου.
Τα πλούτη της πίστης τους
τους ανήκουν
κι έρχεται κι η σειρά των υπολοίπων.
Αγρυπνείτε.

ΤΟ ΑΕΤΟΠΟΥΛΟ, ΟΙ ΚΟΤΕΣ, Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΡΠΙΟΣ

Όποιος έτυχε να παρακολουθήσει εκπαιδευτικές διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα άκουσε στα σίγουρα κατά τρόπο επαναληπτικό έννοιες όπως αυτή του «ηγέτη» ή της «ενσυναίσθησης», αλλά και διδακτικές παραβολές, όπως αυτές που θα περιγράψω αμέσως.

Κάποτε ένας κυνηγός βρήκε ένα αετόπουλο στο δάσος. Ψυχοπονιάρης καθώς ήταν το πήρε μαζί του και, επιστρέφοντας από το κυνήγι, το έβαλε μες στο κοτέτσι. Το αετόπουλο ήταν πια προστατευμένο στο κοτέτσι του κυνηγού, μακριά από τους κινδύνους του δάσους, κι οι μέρες άρχισαν να περνούν γλυκά η μια μετά την άλλη, ως εκείνη που το αετόπουλο άνοιξε διάπλατα τα φτερά του για να πετάξει. «Τρελάθηκες;», είπαν με μια φωνή στο αετόπουλο οι κότες, «εσύ είσαι κότα και δεν μπορείς να πετάξεις». Έτσι, το αετόπουλο μάζεψε τα φτερά του στο σώμα του κοντά και κούρνιασε απογοητευμένο πλάι στις κότες. Δεν ησύχασε, όμως. Την επομένη άνοιξε πάλι τα φτερά του διάπλατα, όμως προτού προλάβει να αφεθεί στο πέταγμα, οι κότες επενέβησαν σωφρονιστικά επιμένοντας «είσαι κότα, δεν μπορείς να πετάξεις, καμία κότα δεν μπορεί να πετάξει». Κοντολογίς, κάθε φορά που το αετόπουλο άνοιγε τα φτερά του, οι κότες προλάβαιναν το πέταγμα με την ίδια πάντοτε υπόδειξη: «είσαι κότα, είσαι κότα, είσαι κότα…», ώσπου, μοιραία, ο κυνηγός βρήκε μια μέρα το αετόπουλο νεκρό μες στο κοτέτσι.

Ένα το κρατούμενο και προχωρούμε σε επόμενο. Κάποτε ένας βάτραχος κι ένας σκορπιός συναντήθηκαν στην όχθη ενός ποταμού. «Βάτραχε», είπε ο σκορπιός, «θέλω να περάσω στην απέναντι όχθη, όμως δεν ξέρω κολύμπι, μπορείς να με κουβαλήσεις στην πλάτη σου;». «Τρελός είσαι;», αποκρίθηκε ο βάτραχος απορώντας, «αν σε αφήσω να ανέβεις στην πλάτη μου θα με τσιμπήσεις με το κεντρί σου και θα πεθάνω!». «Μη λες χαζομάρες», απάντησε ο σκορπιός, «αν σε τσιμπήσω την ώρα που κολυμπάς, εσύ θα πεθάνεις κι εγώ θα πνιγώ» και μʼ αυτά τα λόγια έπεισε το βάτραχο να τον πάρει στην πλάτη του. Στα μισά του δρόμου, ο βάτραχος ένιωσε ένα κάψιμο στην πλάτη. «Τι έκανες, σκορπιέ;», φώναξε ο βάτραχος, «τι έκανες; Τώρα θα πεθάνουμε κι οι δυο». Ο σκορπιός είπε: «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι στη φύση μου».

Προφανώς, οι δύο ιστορίες αναπτύσσονται πάνω σε δύο διαφορετικές στάσεις: αυτός που είναι να κάνει κάτι θα το κάνει ούτως η άλλως από τη μια, από την άλλη το αντίθετο. Η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στις πραγματικότητες των δύο αυτών αφηγήσεων, είναι η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα μέσα στους μύθους όλου του κόσμου κι όλων των αιώνων: είναι όλοι τους η αλήθεια και κανείς. Ο λόγος, όμως, που φέρνω τώρα στην επιφάνεια τις δύο αυτές ιστορίες δεν είναι για να επισημάνω την εγγενή ιδιότητα των μύθων να αντιφάσκουν μες στην αλήθεια (μιλώντας, τελικά, γιʼ αυτήν ως ένα θαυμάσιο σύνολο και όχι ως μια μεμονωμένη αφήγηση). Άλλος είναι ο λόγος.

Ο λόγος είναι το κίνητρο διατύπωσης τέτοιων ιστοριών από τους γκουρού της επιχειρηματικότητας: η διαχείριση του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντι. Για έναν γκουρού των επιχειρήσεων, παραδείγματος χάρη, μπορεί ένας ανόητος να είναι αναπόφευκτα ανόητος, και ως τέτοιος να χρήζει ανάλογης διαχείρισης. Για έναν άλλο, ο ανόητος μπορεί να πάψει να είναι ανόητος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τη διαχείρισή του. Ο στόχος είναι ένας σε κάθε περίπτωση: η επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος (εν προκειμένω: η μεγιστοποίηση του κέρδους) βάσει των εκτιμώμενων συνεπειών μιας διαχειριστικής στρατηγικής.

Ας φέρουμε τη φιλοσοφία αυτή σε μια άλλη κατάσταση κι ας φανταστούμε ένα στρατιώτη σε κάποιο στρατόπεδο να δέχεται την εξής εντολή από το λοχία του: «πήγαινε να μου πάρεις τσιγάρα από το περίπτερο». Ο στρατιώτης που ενδεχομένως έτυχε να παρακολουθήσει διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα σκεφτεί: «πώς θα διαχειριστώ την κατάσταση προκειμένου να εξέλθω αυτής ει δυνατόν ανώδυνα;». Προς αυτή την κατεύθυνση, μπορεί να πάει να αγοράσει τα τσιγάρα περιμένοντας τούτο να εκτιμηθεί από το λοχία ή να αντιδράσει θεωρώντας ότι η υποχώρηση θα σημάνει την αρχή μιας αλυσίδας από εξωυπηρεσιακές αγγαρείες κ.ο.κ. Όπως, εξάλλου, μας θύμησε η εγγενής αντίφαση των μύθων μες στην αλήθεια, συνταγή, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει: άλλος λοχίας θα εκτιμήσει την εξυπηρέτηση, άλλος όχι, άλλος θα υποχωρήσει εμπρός στην αντίδραση του στρατιώτη, άλλος θα εξοργιστεί και θα κοιτάξει να τον εκδικηθεί…

Οι επιχειρηματίες είναι, ίσως, δικαιολογημένοι στην αναζήτηση κανονικοτήτων συμπεριφοράς που εξυπηρετούν τη διαχείριση, προάγουν την ηγεσία, ακονίζουν την ενσυναίσθηση και μεγιστοποιούν το κέρδος. Ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να παραιτηθεί του στόχου-κέρδους, διότι τότε παραιτείται αυτομάτως της επιχειρηματικής του ιδιότητας. Τι γίνεται, όμως, με τον άνθρωπο; Το στρατιώτη; Το σύζυγο; Το φίλο; Τον αδελφό; Το γείτονα; Το συνάδελφο; Ρωτώ διότι, δυσφορώντας, νομίζω ότι η διαχείριση βάσει εκτιμήσεως ωφέλειας/κόστους κυβερνά όλο και βαθύτερα τις ανθρώπινες σχέσεις- και από εδώ, παλιομοδίτης, πάντοτε, και παλαιοσυντηρητικός, θέλω να θυμίσω μια προσέγγιση άλλη: τη συμπεριφορά των αρχών.

Πιστεύω και τοποθετούμαι. Πιστεύω και υποστηρίζω. Πιστεύω και αντιδρώ. Πιστεύω και συμπεριφέρομαι. Καμία προσποίηση. Καμία εκτίμηση κόστους. Καμία διαχείριση. Καμία υποκρισία. Καμία ισορροπία. Καμιά γλοιώδης ψευδωνυμία. Χύμα.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Σμηνίτης νοσοκόμος Μουζάκης Δημήτριος, πρώτη υπηρεσία στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας- διατάξτε. Σχεδόν αμέσως χτυπά το κουδούνι πως έρχεται περιστατικό. Η πόρτα του ασθενοφόρου ανοίγει, βλέπω ένα γλυκύτατο παππού στο φορείο. Η νοσηλεύτρια τον ρωτά: «πώς είστε;» και κείνος απαντά «λυπάμαι την Ελλάδα». Παράξενο. Είκοσι μέρες στην Τρίπολη όπου εκπαιδευόμουν να υπηρετώ τα σύμβολα κι ορκιζόμουν να μην τα εγκαταλείπω, δεν άκουσα κανέναν να προφέρει αυτή τη λέξη. Θα περίμενε κανείς (όχι κανείς˙ εγώ) η λέξη αυτή να βουΐζει διαρκώς στα αυτιά του νεοσύλλεκτου σμηνίτη, όμως κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Δεν έχει σημασία, σκέφτομαι, σημασία έχει πως ο παππούς δεν είναι καλά και πως εγώ πρέπει τώρα να βοηθήσω στη μεταφορά του. Μαζί με άλλους σμηνίτες παίρνουμε τον παππού από το εξεταστήριο και τον πηγαίνουμε στο δωμάτιό του. Μπαίνουμε στον ανελκυστήρα. Είμαι στα πόδια του παππού, ο οποίος με κοιτάζει στα μάτια και χαιρετά. Όχι, δε μου γνέφει. Δεν κουνά πέρα δώθε το χέρι του ή τα δάχτυλά του. Στρατιωτικά χαιρετά ο παππούς με ακλόνητο χέρι κι ενωμένα δάχτυλα, υποδειγματικά, έτσι που να ʼχει νόημα ο χαιρετισμός, έτσι που να λάμπει το εθνόσημο πάνω στο κεφάλι μου και στην ψυχή μου μέσα. Φτάνουμε στο δωμάτιο, βάζουμε τον παππού στο κρεβάτι του, η νοσηλεύτρια του εκεί ορόφου πλησιάζει και ρωτά: «Είστε καλά;». Αγωνία εγώ για την απόκριση του παππού, ο οποίος, αντί να μιλήσει, της κλείνει το μάτι πονηρά, έτσι που να λάμπει η γυναίκα στην καρδιά μου και στην ψυχή μου μέσα. Χαιρετισμός είναι κι αυτός κι εξίσου ουσιώδης, γιατί πώς αλλιώς μπορεί σημαία να σταθεί δίχως τη γυναίκα, χωρίς την οικογένεια; Πατρίδα κι οικογένεια, λοιπόν, μέσα σε λίγα λεπτά της πρώτης μου αυτής υπηρεσίας, όσια και ιερά από το χέρι της τρίτης ηλικίας που δύει πάνω στα φορεία. Λείπει, όμως, ο Θεός μου από αυτή την ιστορία, πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία, γαρ, η δική μου επιστασία, όμως ο παππούς δεν έχει άλλα να πει˙ είναι πλέον αμίλητος και ρεμβάζει. Αναζητώ, λοιπόν, το βλέμμα του, στέκομαι προσοχή, στρατιωτικά χαιρετώ και κλαίω. Οι άλλοι σμηνίτες με κοιτούν με απορία, αλλά όχι οποιαδήποτε απορία, την απορία αποστροφής του ξένου σώματος- κι έτσι, με παρόντα το Θεό μου κι όλη τη ζωή μου βουτηγμένη σʼ αυτή καθαυτή την ουσία, κλείνω αυτή τη μικρή ιστορία της πρώτης μου υπηρεσίας.

ΕΠΙΧΕΙΛΙΟΣ ΕΡΠΗΤΑΣ



ΕΠΙΧΕΙΛΙΟΣ ΕΡΠΗΤΑΣ

Επιχείλιος έρπητας.
Χειλικός έρπητας.
Έρπητας της στοματικής κοιλότητας
πληγές στη γλώσσα
κύστες γεμάτες πύον.
Έρπητας της ψυχής.
Έρωτας, έρωτας γλυκός
μες στο σώμα της γυναίκας
του καλύτερού σου φίλου.
Ιδρώτες παράνομα υγροί
δαγκώνονται στους ύπνους:
φαφούτηδες εφιάλτες
γηραιοί.