8 Δεκ 2011

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΚΚΑΛΑ



Σηκώνομαι το πρωί.
Μιλιούνια τ’ αηδόνια αλείφουν
το πρόσωπό μου με χυμό καρύδας
τραγουδώντας πες.
Μπα, δε θα κατάλαβα καλά.
Tο μονοπάτι που σκέφτομαι να πάρω
στρώνεται αμέσως από φύλλα λεμονιάς·
το στρώνουν οι τερμίτες.
Όχι, δεν είναι δυνατόν να είναι έτσι
τα πράγματα.
Όρνεα πετούν πάνω απ’ τα κεφάλια
των εχθρών μου
βροντές προειδοποιούν τους θορυβούντες
κεραυνοί, τερμίτες, αηδόνια, καρύδες
εκλιπαρούν πες.
Ο ήλιος λιποτάχτησε
κρύφτηκε στο στόμα μου.
Oι πλανήτες τουρτουρίζουν
γυρίζουν μες στο σκοτάδι
γύρω από τη γλώσσα μου
να πάρουνε γεύση: πες!
Γλώσσα των σεισμόπληκτων και
των καρκινοπαθών, γλώσσα των
πλημμυροπαθών, των ορφανών
των φτωχών, των ακρωτηριασμένων
ποια ζέστη και ποιο φως
μπορεί να σ’ αποκαταστήσει;
Τι να πω που μπορεί ν’ αναπαύσει
τα ματωμένα κόκκαλα.




Πίναξ αναρτήσεως του Γεωργίου Καβούνη