11 Απρ 2011

ΒΑΜΒΑΚΙ ΚΑΙ ΙΩΔΙΟ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

Ο άνεμος σηκώνεται ολόκληρος ανάσα, μέσα στα πνευμόνια μου πνοές πεθαίνουν της πείνας. Τα φύλλα των δένδρων εκπνέουν με ορμή οξυγόνο εμπλουτίζοντας τον ξεσηκωμό της ατμόσφαιρας με το ενδεχόμενο της πυρκαγιάς. Πάνω απ’ τα κεριά που ανάβουν στο σπίτι μου τρεμοπαίζουν θύελλες και πεταλούδες. Όλη μου η αναταραχή έχει ένα σκοπό: να με νομίσετε τρελό και να με ξεχάσετε για να πω. Για να πω έχω ανάγκη από μητρικό γάλα και από ησυχία. Από μητρικό γάλα και από ησυχία είναι καμωμένο το φόρεμά σου καθώς με συναντάς σκυφτό στο τραπέζι με τον αντίχειρα στο μάγουλο, το τσιγάρο από δείκτη και μέσο ανάμεσα. Θέλω να πω πως θέλω να σε θρέψω έχοντάς σε ντυμένη από πριν με λευκό νυχτικό. Με καταστρέφεις, σε καπνίζω, με απειλείς και σε ανάβω ξανά. Κατάλευκο περιστέρι τι χουρχουρίζεις μέσα στο κεφάλι μου! Τι φυλακή είναι το κρανίο μου για σένα! Όλα τα φτερά σου με δικαιώνουν, πώς μπορεί και πού να πέσω έξω από πτήση; Πόσο αδύναμα είναι τα οστά μου για να στηρίξουν τη σάρκα που ξεχειλίζει. Μα τω Θεώ, δεν έχω σελιδοδείκτη που δεν είναι λουλούδι. Μα τω Θεώ, κανένα νόημα δεν προσποιήθηκα ότι το κατάλαβα. Όλα τα νοήματα τα απολαμβάνω. Κι είμαι άλλοτε επιεικής, άλλοτε αυστηρός, άλλοτε έρπομαι κι άλλοτε κάνω να σηκωθώ, μα πάντοτε, πάντοτε κλαίω, μα τω Θεώ, αείποτε αναστατώνομαι όταν φιλιούνται με τα ράμφη τους τα γεράκια, όταν αχνίζουν βαμβάκι και ιώδιο τα εσώρουχα των γυναικών σε μια γωνιά πατρίδας.