21 Μαρ 2011

Ο ΡΟΥΦΙΑΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Κακώς ταυτίστηκε η ποίηση με την ευαισθησία, αδίκως οι ποιητές κατηγορούνται ως τα μαλθακά αγόρια της καθημερινής ζωής. Στην πραγματικότητα, οι ποιητές δε διαφέρουν στη συμπεριφορά από τους υπόλοιπους ανθρώπους: διψάνε για δόξα, πεινούν για χρήμα, εγωιστικά πορεύονται, με άνεση αδιαφορούν. Άγριοι είναι οι άνθρωποι, άγριοι κι οι ποιητές τους, λοιπόν.

Το χαρακτηριστικό που έχει δημιουργήσει την παρεξήγηση είναι η ερεθιστικότητα. Μπορεί, ας πούμε, να βρίσκεσαι στον κινηματογράφο, κι εκεί που ο Al Pacino λέει στην Ellen Barkin

Δεν μπορώ να κοιμηθώ
Στο κρεβάτι μου εκτός
Αν είσαι μέσα του

Σε χρειάζομαι να ξαπλώνεις
Μαζί μου αλλιώς
Θα περπατώ στους δρόμους όλη
Τη νύχτα

Φορώ τα παπούτσια που μου χάρισες
Έλα μαζί μου σε παρακαλώ


εσύ να νιώθεις έναν ταχύ μετεωρίτη στην πλάτη σου που ριγώνει το διαφεύγοντα λόγο σε στίχο. Μπορεί να θυμώνεις τόσο που η πιο σεισμογενής χώρα στον κόσμο έχει πυρηνικά εργοστάσια, ώστε κάθε έννοια ομαδοποίησης (φυλετικής, εταιρικής, ιδεολογικής, χωροταξικής) γνησίως να σου προκαλεί αντανακλαστικό εμετού εξαιτίας του κόσμου που δεν μπορεί ως όλον να λειτουργήσει. Μπορεί να ρωτάς τους ανθρώπους αν έχουν ερωτευθεί κι εκείνοι να σου απαντούν με χαμόγελα συμπάθειας˙ κι εσύ, αντί να παρεξηγείσαι, να τους ρουφιανεύεις στο ποίημα, έτσι όπως ακριβώς είναι, χωρίς προσθαφαιρέσεις.

Ακόμα και τα περιστέρια ρουφιανεύεις: αυτά που τρώνε τα κομματάκια της τυρόπιττας που διαφεύγουν από το στόμα σου. Κι όταν παύουν να τα ραμφίζουν και ραμφίζονται μεταξύ τους πια για τα ολίγιστα που απόμειναν, κλαις απαρηγόρητος. Κλαις και πάλι στο ποίημα ρουφιανεύεις μιαν ευτυχία απόλυτη, μια ευτυχία που δεν υπάρχει για τα στόματα που πεινάνε, για τα μάτια που κλαίνε, για τα λόγια που πενθούν.

Δεν είναι ευαισθησία το πένθος. Ο κόσμος έχει ανάγκη από ήρωες. Τα ποιήματα δε θα λείψουν ποτέ.