29 Ιαν 2011

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Σμηνίτης νοσοκόμος Μουζάκης Δημήτριος, πρώτη υπηρεσία στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας- διατάξτε. Σχεδόν αμέσως χτυπά το κουδούνι πως έρχεται περιστατικό. Η πόρτα του ασθενοφόρου ανοίγει, βλέπω ένα γλυκύτατο παππού στο φορείο. Η νοσηλεύτρια τον ρωτά: «πώς είστε;» και κείνος απαντά «λυπάμαι την Ελλάδα». Παράξενο. Είκοσι μέρες στην Τρίπολη όπου εκπαιδευόμουν να υπηρετώ τα σύμβολα κι ορκιζόμουν να μην τα εγκαταλείπω, δεν άκουσα κανέναν να προφέρει αυτή τη λέξη. Θα περίμενε κανείς (όχι κανείς˙ εγώ) η λέξη αυτή να βουΐζει διαρκώς στα αυτιά του νεοσύλλεκτου σμηνίτη, όμως κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Δεν έχει σημασία, σκέφτομαι, σημασία έχει πως ο παππούς δεν είναι καλά και πως εγώ πρέπει τώρα να βοηθήσω στη μεταφορά του. Μαζί με άλλους σμηνίτες παίρνουμε τον παππού από το εξεταστήριο και τον πηγαίνουμε στο δωμάτιό του. Μπαίνουμε στον ανελκυστήρα. Είμαι στα πόδια του παππού, ο οποίος με κοιτάζει στα μάτια και χαιρετά. Όχι, δε μου γνέφει. Δεν κουνά πέρα δώθε το χέρι του ή τα δάχτυλά του. Στρατιωτικά χαιρετά ο παππούς με ακλόνητο χέρι κι ενωμένα δάχτυλα, υποδειγματικά, έτσι που να ʼχει νόημα ο χαιρετισμός, έτσι που να λάμπει το εθνόσημο πάνω στο κεφάλι μου και στην ψυχή μου μέσα. Φτάνουμε στο δωμάτιο, βάζουμε τον παππού στο κρεβάτι του, η νοσηλεύτρια του εκεί ορόφου πλησιάζει και ρωτά: «Είστε καλά;». Αγωνία εγώ για την απόκριση του παππού, ο οποίος, αντί να μιλήσει, της κλείνει το μάτι πονηρά, έτσι που να λάμπει η γυναίκα στην καρδιά μου και στην ψυχή μου μέσα. Χαιρετισμός είναι κι αυτός κι εξίσου ουσιώδης, γιατί πώς αλλιώς μπορεί σημαία να σταθεί δίχως τη γυναίκα, χωρίς την οικογένεια; Πατρίδα κι οικογένεια, λοιπόν, μέσα σε λίγα λεπτά της πρώτης μου αυτής υπηρεσίας, όσια και ιερά από το χέρι της τρίτης ηλικίας που δύει πάνω στα φορεία. Λείπει, όμως, ο Θεός μου από αυτή την ιστορία, πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία, γαρ, η δική μου επιστασία, όμως ο παππούς δεν έχει άλλα να πει˙ είναι πλέον αμίλητος και ρεμβάζει. Αναζητώ, λοιπόν, το βλέμμα του, στέκομαι προσοχή, στρατιωτικά χαιρετώ και κλαίω. Οι άλλοι σμηνίτες με κοιτούν με απορία, αλλά όχι οποιαδήποτε απορία, την απορία αποστροφής του ξένου σώματος- κι έτσι, με παρόντα το Θεό μου κι όλη τη ζωή μου βουτηγμένη σʼ αυτή καθαυτή την ουσία, κλείνω αυτή τη μικρή ιστορία της πρώτης μου υπηρεσίας.