29 Ιαν 2011

ΤΟ ΑΕΤΟΠΟΥΛΟ, ΟΙ ΚΟΤΕΣ, Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΡΠΙΟΣ

Όποιος έτυχε να παρακολουθήσει εκπαιδευτικές διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα άκουσε στα σίγουρα κατά τρόπο επαναληπτικό έννοιες όπως αυτή του «ηγέτη» ή της «ενσυναίσθησης», αλλά και διδακτικές παραβολές, όπως αυτές που θα περιγράψω αμέσως.

Κάποτε ένας κυνηγός βρήκε ένα αετόπουλο στο δάσος. Ψυχοπονιάρης καθώς ήταν το πήρε μαζί του και, επιστρέφοντας από το κυνήγι, το έβαλε μες στο κοτέτσι. Το αετόπουλο ήταν πια προστατευμένο στο κοτέτσι του κυνηγού, μακριά από τους κινδύνους του δάσους, κι οι μέρες άρχισαν να περνούν γλυκά η μια μετά την άλλη, ως εκείνη που το αετόπουλο άνοιξε διάπλατα τα φτερά του για να πετάξει. «Τρελάθηκες;», είπαν με μια φωνή στο αετόπουλο οι κότες, «εσύ είσαι κότα και δεν μπορείς να πετάξεις». Έτσι, το αετόπουλο μάζεψε τα φτερά του στο σώμα του κοντά και κούρνιασε απογοητευμένο πλάι στις κότες. Δεν ησύχασε, όμως. Την επομένη άνοιξε πάλι τα φτερά του διάπλατα, όμως προτού προλάβει να αφεθεί στο πέταγμα, οι κότες επενέβησαν σωφρονιστικά επιμένοντας «είσαι κότα, δεν μπορείς να πετάξεις, καμία κότα δεν μπορεί να πετάξει». Κοντολογίς, κάθε φορά που το αετόπουλο άνοιγε τα φτερά του, οι κότες προλάβαιναν το πέταγμα με την ίδια πάντοτε υπόδειξη: «είσαι κότα, είσαι κότα, είσαι κότα…», ώσπου, μοιραία, ο κυνηγός βρήκε μια μέρα το αετόπουλο νεκρό μες στο κοτέτσι.

Ένα το κρατούμενο και προχωρούμε σε επόμενο. Κάποτε ένας βάτραχος κι ένας σκορπιός συναντήθηκαν στην όχθη ενός ποταμού. «Βάτραχε», είπε ο σκορπιός, «θέλω να περάσω στην απέναντι όχθη, όμως δεν ξέρω κολύμπι, μπορείς να με κουβαλήσεις στην πλάτη σου;». «Τρελός είσαι;», αποκρίθηκε ο βάτραχος απορώντας, «αν σε αφήσω να ανέβεις στην πλάτη μου θα με τσιμπήσεις με το κεντρί σου και θα πεθάνω!». «Μη λες χαζομάρες», απάντησε ο σκορπιός, «αν σε τσιμπήσω την ώρα που κολυμπάς, εσύ θα πεθάνεις κι εγώ θα πνιγώ» και μʼ αυτά τα λόγια έπεισε το βάτραχο να τον πάρει στην πλάτη του. Στα μισά του δρόμου, ο βάτραχος ένιωσε ένα κάψιμο στην πλάτη. «Τι έκανες, σκορπιέ;», φώναξε ο βάτραχος, «τι έκανες; Τώρα θα πεθάνουμε κι οι δυο». Ο σκορπιός είπε: «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι στη φύση μου».

Προφανώς, οι δύο ιστορίες αναπτύσσονται πάνω σε δύο διαφορετικές στάσεις: αυτός που είναι να κάνει κάτι θα το κάνει ούτως η άλλως από τη μια, από την άλλη το αντίθετο. Η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στις πραγματικότητες των δύο αυτών αφηγήσεων, είναι η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα μέσα στους μύθους όλου του κόσμου κι όλων των αιώνων: είναι όλοι τους η αλήθεια και κανείς. Ο λόγος, όμως, που φέρνω τώρα στην επιφάνεια τις δύο αυτές ιστορίες δεν είναι για να επισημάνω την εγγενή ιδιότητα των μύθων να αντιφάσκουν μες στην αλήθεια (μιλώντας, τελικά, γιʼ αυτήν ως ένα θαυμάσιο σύνολο και όχι ως μια μεμονωμένη αφήγηση). Άλλος είναι ο λόγος.

Ο λόγος είναι το κίνητρο διατύπωσης τέτοιων ιστοριών από τους γκουρού της επιχειρηματικότητας: η διαχείριση του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντι. Για έναν γκουρού των επιχειρήσεων, παραδείγματος χάρη, μπορεί ένας ανόητος να είναι αναπόφευκτα ανόητος, και ως τέτοιος να χρήζει ανάλογης διαχείρισης. Για έναν άλλο, ο ανόητος μπορεί να πάψει να είναι ανόητος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τη διαχείρισή του. Ο στόχος είναι ένας σε κάθε περίπτωση: η επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος (εν προκειμένω: η μεγιστοποίηση του κέρδους) βάσει των εκτιμώμενων συνεπειών μιας διαχειριστικής στρατηγικής.

Ας φέρουμε τη φιλοσοφία αυτή σε μια άλλη κατάσταση κι ας φανταστούμε ένα στρατιώτη σε κάποιο στρατόπεδο να δέχεται την εξής εντολή από το λοχία του: «πήγαινε να μου πάρεις τσιγάρα από το περίπτερο». Ο στρατιώτης που ενδεχομένως έτυχε να παρακολουθήσει διαλέξεις των γκουρού της επιχειρηματικότητας, θα σκεφτεί: «πώς θα διαχειριστώ την κατάσταση προκειμένου να εξέλθω αυτής ει δυνατόν ανώδυνα;». Προς αυτή την κατεύθυνση, μπορεί να πάει να αγοράσει τα τσιγάρα περιμένοντας τούτο να εκτιμηθεί από το λοχία ή να αντιδράσει θεωρώντας ότι η υποχώρηση θα σημάνει την αρχή μιας αλυσίδας από εξωυπηρεσιακές αγγαρείες κ.ο.κ. Όπως, εξάλλου, μας θύμησε η εγγενής αντίφαση των μύθων μες στην αλήθεια, συνταγή, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει: άλλος λοχίας θα εκτιμήσει την εξυπηρέτηση, άλλος όχι, άλλος θα υποχωρήσει εμπρός στην αντίδραση του στρατιώτη, άλλος θα εξοργιστεί και θα κοιτάξει να τον εκδικηθεί…

Οι επιχειρηματίες είναι, ίσως, δικαιολογημένοι στην αναζήτηση κανονικοτήτων συμπεριφοράς που εξυπηρετούν τη διαχείριση, προάγουν την ηγεσία, ακονίζουν την ενσυναίσθηση και μεγιστοποιούν το κέρδος. Ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να παραιτηθεί του στόχου-κέρδους, διότι τότε παραιτείται αυτομάτως της επιχειρηματικής του ιδιότητας. Τι γίνεται, όμως, με τον άνθρωπο; Το στρατιώτη; Το σύζυγο; Το φίλο; Τον αδελφό; Το γείτονα; Το συνάδελφο; Ρωτώ διότι, δυσφορώντας, νομίζω ότι η διαχείριση βάσει εκτιμήσεως ωφέλειας/κόστους κυβερνά όλο και βαθύτερα τις ανθρώπινες σχέσεις- και από εδώ, παλιομοδίτης, πάντοτε, και παλαιοσυντηρητικός, θέλω να θυμίσω μια προσέγγιση άλλη: τη συμπεριφορά των αρχών.

Πιστεύω και τοποθετούμαι. Πιστεύω και υποστηρίζω. Πιστεύω και αντιδρώ. Πιστεύω και συμπεριφέρομαι. Καμία προσποίηση. Καμία εκτίμηση κόστους. Καμία διαχείριση. Καμία υποκρισία. Καμία ισορροπία. Καμιά γλοιώδης ψευδωνυμία. Χύμα.