30 Δεκ 2011

ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣ



Εξηναγκάσθη σε ανάσταση.
Στεκόταν αναιμικός πάνω στην πέτρα
κι άλλο δεν έλεγε, άλλο δεν ήξερε
να πει από αγάπη, αγάπη, αγάπη
όμως οι Iουδαίοι δεν είχαν ανάγκη
από θαύματα
από ανθρώπους γύρω σου όταν είσαι
στο νοσοκομείο, από γυναίκες που σου
προσφέρουν το στήθος τους όταν διψάς ή
φίλους που πέφτουν στον γκρεμό μαζί σου.
Θαυματοποιούς χρειάζονταν οι Iουδαίοι
να σβήνουν απ’ τον ουρανό το φως
του ήλιου
να βγάζουν κουνέλια απ’ τις τσέπες τους
και ν’ ανασταίνονται αφού πεθάνουν
μέσα από εκτυφλωτικές λάμψεις
πάνω σε χρυσοποίκιλτα άρματα
αγγελοτραγουδισμένα και φτεροδήγητα.

21 Δεκ 2011

ΕΛΛΗΝ ΘΕΟΣ



Στην τσέπη μου απόμειναν κέρματα.
Καμιά γυναίκα δε με επιθυμεί.
Όλοι οι φίλοι μου χάθηκαν
κι όσοι δε χάθηκαν, με πρόδωσαν.
Παιδιά δεν μπόρεσα να κάνω
ούτε ήμουν άξιος να κάνω.
Η γη ανέστρεψε το μαγνητικό της
πεδίο
κι έχασε την ατμόσφαιρά της.
Ο ήλιος έπεσε πάνω της
και την εξαφάνισε.
Τα οστά των ανθρώπων
δεν έλιωσαν
αιωρούνται μνημεία των Γκουλάγκ
και του Άουσβιτς στο διάστημα.
Η μάνα μου μ’ έφτυσε και πέθανε.
Το νερό φαρμακώθηκε από τα
δισεκατομμύρια χρόνια της εναπόθεσης
νέκρας στα σπλάχνα του χώματος.
Το ήπια όλο
ωστόσο
από το πουθενά εμφανίζω
ένα ποτήρι με φραπέ
κι από το θάνατό μου
απαιτώ το καλαμάκι.

13 Δεκ 2011

ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΑΙ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ



Βγάζω το πουκάμισο
και το παντελόνι μου.
Συνεχίζω με τα εσώρουχα
και τις κάλτσες.
Αφαιρώ με όρεξη·
θέλω να βγω από δω
θέλω ο λαιμός μου
ανάσες να ξεσφίξει.
Λιώνω το σταυρό στο στήθος μου
χτυπώ το κεφάλι μου
στην υπογραφή μου
όνομα, επίθετο ξεχνώ
ξεχνώ τη μάνα μου
ξεχνώ τους ανθρώπους π’ αγαπώ
και το Θεό μου
όλες μου τις προσευχές
τις καταργώ.
Βγαίνω στο δρόμο γυμνόψυχος.
Στις ταυτότητες του κόσμου
προτάσσω αίμα, σάρκα και οστά.
Στους ζωντανούς εχθρούς
επικαλούμαι νεκροταφεία.

8 Δεκ 2011

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΚΚΑΛΑ



Σηκώνομαι το πρωί.
Μιλιούνια τ’ αηδόνια αλείφουν
το πρόσωπό μου με χυμό καρύδας
τραγουδώντας πες.
Μπα, δε θα κατάλαβα καλά.
Tο μονοπάτι που σκέφτομαι να πάρω
στρώνεται αμέσως από φύλλα λεμονιάς·
το στρώνουν οι τερμίτες.
Όχι, δεν είναι δυνατόν να είναι έτσι
τα πράγματα.
Όρνεα πετούν πάνω απ’ τα κεφάλια
των εχθρών μου
βροντές προειδοποιούν τους θορυβούντες
κεραυνοί, τερμίτες, αηδόνια, καρύδες
εκλιπαρούν πες.
Ο ήλιος λιποτάχτησε
κρύφτηκε στο στόμα μου.
Oι πλανήτες τουρτουρίζουν
γυρίζουν μες στο σκοτάδι
γύρω από τη γλώσσα μου
να πάρουνε γεύση: πες!
Γλώσσα των σεισμόπληκτων και
των καρκινοπαθών, γλώσσα των
πλημμυροπαθών, των ορφανών
των φτωχών, των ακρωτηριασμένων
ποια ζέστη και ποιο φως
μπορεί να σ’ αποκαταστήσει;
Τι να πω που μπορεί ν’ αναπαύσει
τα ματωμένα κόκκαλα.




Πίναξ αναρτήσεως του Γεωργίου Καβούνη

7 Δεκ 2011

ΧΙΟΝΟΝΙΦΑΔΑ



Απειράριθμα χέρια οι λέξεις
ενός πλήθους διψασμένου για Θεό
φτερουγίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια
άτακτες και τρομώδεις.
O μαγνήτης που τις προσανατολίζει
όλες μαζί ταυτόχρονα σε πίστη
είναι απόψε μια χιονονιφάδα.
Tην είδα να σχηματίζεται ψηλά
από σταγόνες φρέσκιας δροσιάς
και να επιταχύνει προς τη γη
μ’ όλο λευκότερο βήμα
καμαρωτή, ελεύθερη, πανέμορφη.
Δεν άργησα να υπολογίσω
το σημείο της πτώσης της
όπου στάθηκα βγάζοντας από μέσα μου
όλη μου τη γλώσσα
έτοιμος για την έλευσή της.
Με τέτοια νιφάδα στη γλώσσα μου
να λιώνει
ζήλεψαν οι γυναίκες κι έκαναν φάτνη
τα στήθη τους
ν’ αποκοιμηθώ ευλογημένος
του μητρικού γάλακτος και του ουράνιου
παγωτού.

3 Δεκ 2011

ΥΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ

Χαράματα χαστουκίζω το παράθυρό μου.
Αναθαρρεί ο ήλιος
μπαίνει δειλά δειλά μες στο δωμάτιο
δειλά αγγίζει το γραφείο μου
το πάτωμα, το στρώμα
μα όταν ανύποπτος φτάνει
στο νυχτικό σου
λυγίζει κι αποσύρεται το φως
και πάλι σ' έχω ανάγκη στο σκοτάδι.

13 Νοε 2011

ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ


ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ

Βασανιστές, κλωτσήστε με
στο πρόσωπό μου
μπήξτε στην ουρήθρα μου
πυρακτωμένα σύρματα
σβήστε στην πλάτη μου
τη δίψα σας και τσιγάρα
όμως
μη νομίσετε στιγμή
πως ακούτε χτυπήματα
τρυπήματα και καψίματα.
Εμένα ακούτε, βασανιστές.
Εγώ σφαδάζω.

6 Αυγ 2011

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ




ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ


Οι άλλοι θέλουν να σκοράρουν
με το πέναλτι της γωνίτσας.
Εγώ θέλω να σουτάρω απ’ τη σέντρα
πάνω στον αντίπαλο τερματοφύλακα
και με τη δύναμη
των σαραντατριών θαλασσών
και των εικοσιοχτώ ηπείρων
να τον σπρώξω μες στα δίχτυα
να τα σχίσει
κι ύστερα, κουλουριασμένος
στην κερκίδα
να χαρεί την αγκαλιά
των οπαδών της ομάδας του.




29 Ιουλ 2011

ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ



ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Γιουρστρούχου θέραπφαν ζεστρύλιο
ορχάνλου δήλορικ γιεντέστρονβακ.
Αυτά τα ερωτόλογα μπορούσα.
Όμως τώρα, δες με:
στον χτύπο της καρδιάς μου που σε βλέπει
η καρδιά μου μένει σφιγμένη.
Τα μάτια μου κοκκινίζουν.
Το αίμα δεν μπορεί να επιστρέψει.
Κανένας εξορκισμός δεν αντέχει να θεραπεύσει
την έκρηξη της ψυχής μου
μες στου πάλλευκου στήθους σου
το ολόθερμο γάλα.
Με διαβάζουν ιερείς
ο διάβολος με ζηλεύει
καθώς παραμονεύω ξεφτιλίζοντας
τα θερμόμετρα.
Τώρα θα ’ρθω να σου μιλήσω.

22 Ιουλ 2011

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ON SALE

Η συλλογή ποιημάτων "Βρουξιστής" (60 αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα) αποστέλλεται ταχυδρομικώς με αντικαταβολή
8Ε+έξοδα αποστολής.

Οι ενδιαφερόμενοι παρέχουν τα στοιχεία τους (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, ΤΚ) στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ιστολογίου.

18 Ιουλ 2011

ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΠΛΕΥΡΟ



ΒΡΟΥΞΙΣΤΗΣ

Όταν το σώμα σου δίψασε
να μάθει πού ανήκει
έπρεπε να ’ρθεις να με βρεις.
Προτού με γνωρίσεις γνώριζες
ότι στο σώμα σου θα βρω
τ’ αγγίγματα των άλλων.
Πώς διανοήθηκες λοιπόν
ότι μπορεί η απιστία σου
να μη με πειράξει;
Δεν ήξερες πού βρίσκομαι
θα πεις
δεν ήξερες καν αν υπάρχω.
Δεν έχει σημασία.
Προτού με γνωρίσεις γνώριζες
ότι στο σώμα σου θα βρω
τ’ αγγίγματα των άλλων
αν υπάρχω
αν στ’ όνειρά μου κάθε βράδυ
φλυαρώ
πως σ’ αγαπώ γιομάτος πείνα
στο κλεμμένο πλευρό μου.

8 Ιουλ 2011

ΒΡΟΥΞΙΣΤΗΣ




60 ΑΡΙΘΜΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ




ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΟΥ

Ήταν του κόσμου οι απαρχές
όταν ο ανθός
μ’ όλη τη δύναμη της γύρης του
ερωτεύτηκε σφοδρά την ωραία μέλισσα.
Της ζήτησε να παντρευτούν
να σμίξουνε αιώνια
αιώνια να δένουν όλο και πιο σφιχτά
κόμπο τα σωθικά τους
μήπως κοπάσει έστω για μια στιγμή
αυτή η έλξη του χυμού
που τόσο βασανίζει τα κορμιά μας.
Η μέλισσα αρνήθηκε
δεν ήταν είπε γραφτό τους
να κάνουνε μαζί παιδιά̇̇˙
μονάχα μέλι ολαρωμόγιομο
φουσκολουλουδωμένο
μέλι παχύ, αλάνθαστο
γιομάτο αναστάσεις
οι εργάτριες να τρέφονται
και οι νωθροί κηφήνες
να ’χει ο κόσμος καύσιμα
η γης να συνεχίζει.

ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Σ’ αρπάζω να σου κάνω έρωτα
σκαμπιλίζοντας τους θεσπέσιους γλουτούς σου.
Σε βρίζω μπαίνοντας μέσα σου
μ’ ορμή σαδιστή.
Αδιαφορώ αν πονάς.
Βογγώ με την υποταγή σου.
Εκσπερματώνω στο πρόσωπό σου
προστάζοντάς σε να γονατίσεις
ακόμη βαθύτερα.
Θέλω να ισοπεδωθείς.
Ισοπεδώνεσαι.
Ιδρώνω ενοχές.
Σε κρατώ τρυφερά, μόλις
που σε αγγίζω.
Ανάβω μια αγκαλιά κεριά.
Σου ψιθυρίζω αγάπη μου, φως
μου, ανάσα μου, ψυχή μου, μπαίνω
μέσα σου αργά και σου φιλώ
το στόμα βελούδινο ρούχο παναγιάς.
Θέλω να απογειωθείς.
Απογειώνεσαι.
Δεν ξέρω ποιος είμαι:
αν έχω μάνα ή είμαι ορφανός
αν έχω πατέρα ή είμαι Θεός.


049 ΓΙΑ ΠΕΙΡΑΙΑ

Την ώρα που οι Ασιάτες
κρέμονται στα κάγκελα
για το συσσίτιο
εγώ περνώ μες στο 049
για Πειραιά
σκεπτόμενος πως ορισμένοι τόποι
ξεβράζουν τις γεννήσεις τους
σ’ άλλους τόπους
σα να ’ναι αχρείαστες
κάποιες πατρίδες.
Σκέψεις πολυτελείας
κρίνω τις σκέψεις μου
καθώς η πείνα και η μπόχα
των μεταναστών τρυπούν τον αέρα
της Αθήνας κι ανακατεύονται με το
καυσαέριο
σα να μετεωρίζεται το σύμπαν
από αηδία.
Γελοιοδέστατες παρομοιώσεις διαπερνούν
το μυαλό μου
την ώρα που ανθρωπόποδα γουρούνια
συνωστίζονται σε δωμάτια αποφάσεων
γεμάτα πτωμαΐνη, γραβάτες κι ακριβά
μπρελόκ.
«Είναι κτήνη» λέω μέσα από τα δόντια μου
και σφίγγω το πορτοφόλι
στην τσέπη μου φοβισμένος.

ΤΡΟΥΦΑ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΧΑΛΙ

Στο πατρικό μου σπίτι
κάτω απ’ το χαλί
είχα κάποτε σκουπίσει
την τρούφα που ’πεσε
απ’ το στόμα μου
καθώς έτρωγα γλυκό.
Το πατρικό μου σπίτι
πλέον δεν υπάρχει.
Η τρούφα θα ’χει πια αποσυντεθεί
κι η τύχη εκείνου του χαλιού
αγνοείται.
Εγώ, το αγνοούμενο χαλί
το γκρεμισμένο πατρικό
κι η αποσυντεθειμένη τρούφα
συνωμότες
μιας ασήμαντης παιδικής αταξίας
που δεν κοινοποιήθηκε ποτέ.
Κι όμως
όλοι γνωρίζουν για τα παιδιά
με τις μύγες στο πρόσωπο.

ΞΕΡΞΗΣ

Το δέρμα μου δεν αναπνέει.
Σε λίγο θα πεθάνει.
Σε λίγο τίποτα ζωντανό
δε θα αφορίζει τα μέσα μου
από τον ατμοσφαιρικό αέρα.
Όταν το δέρμα πάνω μου
αποσυντεθεί
τα σπλάχνα μου θα υποστούν
εξάχνωση
στις αναπνοές του πλήθους.
Αλίμονο σ’ όποιον με αντιληφθεί
όταν ανεμπόδιστος κυκλοφορώ οσμή
μες στα ρουθούνια.
Βγάζοντας το κεφάλι του
απ’ την εξάτμιση
θ’ αντικρύσει ξεκάθαρα
τον απέραντο τόπο των κεφαλών
μέσα στις εξατμίσεις
καθηλωμένος απ’ το εκκωφαντικό
μαρσάρισμα
του αόρατου ηγέτη.

16 Ιουν 2011

ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΚΕΙΜΕΝΑ

ΣKΟΥΛΗΚΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ

Κάποτε ξεδιψούσα σκύβοντας κάτω από τη βρύση: δροσερό, τρεχούμενο νεράκι δίχως τύπους και ποτήρια μα με λαίμαργες, γεμάτες γουλιές. Κάθε φορά που μ’ έβλεπε η γιαγιά μου, κάπως έντονα, είναι η αλήθεια, γι’ αυτή μου τη συνήθεια, και πάντως σίγουρα ενοχλητικά, προσπαθούσε να μ’ αποτρέψει: «Μην το κάνεις αυτό», μου έλεγε, «καμιά φορά στο νερό μπορεί να πάει σκουλήκι, κι έτσι όπως πίνεις, θα πέσει στο στόμα σου». Δυο, τρεις, πέντε, δέκα δεν της έδινα σημασία, μα μια φορά δεν άντεξα, της άρπαξα το χέρι κι έβαλα το δάχτυλό της πάνω στο μεταλλικό πλέγμα που έφρασσε το στόμιο της βρύσης, θριαμβολογώντας «πάει, δεν πάει σκουλήκι, γιαγιά, στο στόμα μου δε θα πέσει». Δια ψηλαφήσεως η γιαγιά μου αποστομώθηκε κι απόμεινε να με κοιτάζει λυπημένη…

…μόνον προσωρινά Δεν πέρασε καιρός απ’ όταν με ξανάπιασε να δροσίζομαι σκυφτός δίχως ποτήρι, οπότε και επανέλαβε «καμιά φορά στο νερό μπορεί να πάει σκουλήκι, κι έτσι όπως πίνεις, θα πέσει στο στόμα σου». Σκουλήκι στο στόμα μου η εμμονή της γιαγιάς κι ακόμη να χωνέψω πώς ξέχασε ολόκληρη ψηλάφηση, πόσο ανυπόφορο γίνεται και το παραμικρό, όπως κι αν εξηγείται.

Η ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Ο καθηγητής των μαθηματικών έγραφε με μεράκι τα φύλλα εργασίας που μοίραζε στο μάθημα, αλλά, αλλεργικός στο ενδεχόμενο να βλέπει τη δουλειά του σαΐτες δω και κει, προειδοποιούσε από καιρό σε καιρό: «κάποια στιγμή θα σας ζητήσω τα φυλλάδια κι όποιος δεν τα έχει, θα τιμωρηθεί».

Πλησίαζε το τέλος του τριμήνου και, ψυχαναγκαστικός πάντοτε, πραγματοποίησα μια προληπτική καταμέτρηση των φυλλαδίων του καθηγητή, στην οποία διαπίστωσα δύο απώλειες. Πανικός. Το πρωί, προτού καν καλημερίσω το Βασίλη το διπλανό μου, ρώτησα αν έχει μαζί του το υλικό κι έπειτα έσπευσα σε καταμέτρηση. Ακέραιος ήταν ο φάκελός του κι ο έπαινος του καθηγητή βέβαιος, με τέτοιες μηδενικές ελλείψεις. «Λοιπόν», του είπα, «θα μου δώσεις τα δύο που δεν έχω, θα τα φωτοτυπήσω και θα σ’ τα φέρω αύριο». «Όχι», με κεραυνοβόλησε ο Βασίλης, σα να τον είχα ρωτήσει. «Δε σου τα δίνω, μεγάλε», συμπλήρωσε εμφανώς ενοχλημένος.

Έμεινα ενεός. Τέτοια αναπάντεχη αντίδραση στράγγιξε κάθε μου διάθεση για διευκρινίσεις. Δανείστηκα τα φυλλάδια από την Αλεξάνδρα –μια καλημέρα είχα μαζί της όλη κι όλη, όπως αυτή που ξέχασα στο φίλο μου να πω μέσα στη βιάση μου– κι έλυσα το πρόβλημα, σίγουρος ότι ο Βασίλης ήταν σκάρτος. «Δεν είναι κακό που ζηλεύει», σκεφτόμουν, «κι εγώ ζηλεύω, μα δεν το αφήνω να με κυριεύσει».

Ο Σωτήρης, στην ίδια τάξη κι αυτός, ήρθε σε κάποιο διάλειμμα και μου είπε τους λόγους που ο κολλητός μου δε μου έδωσε τα φυλλάδια˙ τα ’χαν κουβεντιάσει μεταξύ τους. «Δεν ήταν δίκαιο να του τα δώσω αφού αυτός τα παρατούσε όπου να ’ναι, ενώ εγώ, όπως κι άλλοι, δεν τα χάναμε από τα μάτια μας». Ή μήπως δε θυμάμαι καλά; Μήπως είπε «ήθελα να του δώσω ένα μάθημα για να γίνει πιο προσεχτικός»; Ή μήπως «τον έχω κεράσει τρεις φορές τυρόπιτα και κείνος καμία»;

Ίσως όλα αυτά μαζί κι ίσως τόσα κι άλλα τόσα. Η λίστα του Βασίλη, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει τέλος, κι όσο κι αν δεν μπορώ να τη θυμηθώ, θυμάμαι το Σωτήρη να μη μου δίνει δίκιο.

22 Μαΐ 2011

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΑΝ ΤΣΙΓΑΡΟ ΒΡΕΓΜΕΝΟ





Τι να πεις για έναν ποιητή που γνωρίζεις προσωπικά, όταν η φωνή μέσα σου επαναλαμβάνει «μιλάμε για τα ποιήματα σα να μην τα έγραψε κανείς, σα να υπήρχαν πάντα» κατακυριεύοντας κάθε σου κρίση; Κοινοποιείς την προσωπική επαφή και λες ό,τι θες.



Αυθόρμητα συμπάθησα τον Γιάννη Τόλια. Tα ποιήματά του όλα είναι γυναίκα. Πρόκειται, λοιπόν, για ποιήματα που καταλαβαίνω. Στη δισκοθήκη του βρίσκεις τον Wim Mertens, τους Diary of Dreams, τους Secret Garden. Στη βιβλιοθήκη του βρίσκεις τον Τσέσλαφ Μίλος, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Τάσο Ζερβό. Από τις ταινίες του είχα τσιμπήσει το Sin City και τον Batman του Μπάρτονα. Τον τελευταίο σκέφτηκα να του τον κλέψω, αλλά τελικά του τον επέστρεψα. Του έκλεψα, όμως, μια φράση που χρησιμοποιεί συχνά: «από λεπτότητα έχω χάσει τη ζωή μου».



Κριτήρια... δίσκοι, βιβλία, ταινίες, γυναίκα και απώλεια ζωής εξαιτίας (ή χάρη στη, όπως προτιμάτε) της λεπτότητος. Ο καθείς από το μετερίζι του μιλάει- κι εγώ απ’ το δικό μου. Κλείνω με ένα ποίημα από κάθε συλλογή της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Γιάννη Τόλια και λέω: κάποια βιβλία αξίζει να τα αγοράσει κανείς δύο φορές. Για να τα διαβάσει και για να τα δωρίσει.


ΜΟΝΙΜΟΣ ΛΟΧΙΑΣ

Σκαρφάλωσε
κόκκινο
πάνω από τα κράνη
το φεγγάρι
βάφοντας
τα πεύκα
τα όπλα
τα σκοτεινά αγάλματα
που η λάσπη
ζωγράφιζε
σε κάθε βήμα
Κι έμενε μόνο η ζωή σου
άχρωμη
λύση-αρμολόγηση
πάνω σε μια βρώμικη
στρατιωτική κουβέρτα.

[ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ]

Τι ωφελεί
αν αδειάζεις το παγούρι σου
στη μεγάλη μου ξηρασία;


[ΜΟΝΑΧΑ ΕΜΕΙΣ]

Οι ανυποψίαστοι
και οι νεκροί
Μονάχα εμείς
και συ κοιτάζεις το ρολόι σου
να φύγεις

ΕΣΚΙΣΕΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ

Έσκισες το γράμμα μου
σε μικρά κομμάτια
που έτρεχαν πίσω σου
πεινασμένα σκυλιά
όπως τις φύσαγε ο αέρας
οι λέξεις.

ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΟΣ

Οι μέρες του φθινοπώρου
αλυχτούν μέσα στη νύχτα

Αγέλη πεινασμένη
αναμένει να τραφεί
με τις σάρκες των ωρών

Περιφέρω τη λύπη μου
στα άδεια δωμάτια
την παρατάσσω
απέναντι στο μέτωπο της χαράς

Μπροστά μου το ποίημα
ζητάει
άγρια την αφορμή του

Σπάω τις μύτες των μολυβιών πάνω στα τζάμια

Αναιρώ κάθε αξία ποιητική
κάθε υγρό ελιγμό των λέξεων
που εκβάλλει πάνω στο χαρτί

Δεν επιθυμώ να αποτυπωθώ

Τι θα ωφελήσει αν με δείτε;

ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΙΔΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Όλη τη νύχτα
σε χάραζα
με λέξεις δίκοπες

Δεν άφησα αγεωγράφητο
κανένα σημείο
του κορμιού σου

ΓΕΡΝΑΜΕ ΑΓΝΩΣΤΟΙ

Σαράντα χρόνια
περνάς
κάτω από τα παράθυρά μου

Ποτέ
δε μου είπες
ούτε μια καλημέρα

Ποιος από τους δυο μας
φταίει
που γερνάμε άγνωστοι;


15 Μαΐ 2011

ΠΟΙΟΙ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ;



Στην πρόσφατη παρουσίαση των ποιητών Παστάκα-Αραβανή στο Passport του Πειραιά έγινε μια μικρή συζήτηση για την ποίηση. Κάποια στιγμή έπεσε το όνομα του Καβάφη στο τραπέζι. Ρώτησα: ποιοι αγαπούν τον Καβάφη; Κι η απάντηση που πήρα από τον παρουσιαστή, ποιητή Γιώργο Χρονά, ήταν: Όλοι- μήπως έχετε την εντύπωση ότι τον Καβάφη αγαπούν μόνο οι ομοφυλόφιλοι;

Χαμογέλασα (τα πληρώνω τα χαμόγελά μου, γι’ αυτό τα αναφέρω). Αυτό το κοινότοπο «think outside the box» είναι πάντα επίκαιρο όταν μιλούμε για ανθρώπινη επικοινωνία. Θέλω να γράψω εδώ τι περιείχε η δική μου ερώτηση στον πυρήνα της, το κέντρο της ψυχής της, αν προτιμάτε. Η Ελλάς έχει ένα δεδομένο πληθυσμό. Αν δώσουμε ένα τετραδιάκι σ’ έναν-έναν τους κατοίκους της (όσους γνωρίζουν γραφή έστω) και τους ζητήσουμε να γράψουν ό,τι γνωρίζουν για τον Κωνσταντίνο Καβάφη και ό,τι γνωρίζουν για την Ελένη Μενεγάκη, τι θα διαπιστώσουμε, μελετώντας τα τετράδια αυτά; Ζήτημα εκτιμήσεως.

Να σας πω τη δική μου. Αισθητά (πιθανότατα συντριπτικά) περισσότεροι γνωρίζουν ότι υπάρχει η Ελένη Μενεγάκη σε σχέση με αυτούς που γνωρίζουν ότι υπήρξε ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Από αυτούς που γνωρίζουν και τα δύο ονόματα/πρόσωπα, οι γνώσεις τους για τη Μενεγάκη θα είναι σημαντικά υπέρτερες των γνώσεών τους για τον Καβάφη.

Θα αναρωτηθείτε, ίσως, γιατί στέκομαι στο περιστατικό. Υπάρχει λόγος: και δεν είναι, βέβαια, για να πω ότι «οι αμόρφωτοι Έλληνες ξέρουν τα άπαντα της Μενεγάκη αλλά το γίγαντα Καβάφη τον έχουν στην καλύτερη περίπτωση ακουστά». Το λέω, κύριοι, μπας και συνεννοηθούμε, επιτέλους, ποτέ, για να καταλήξω: αυτό συμβαίνει (μεταξύ άλλων ίσως) επειδή η Μενεγάκη προβάλλεται απείρως περισσότερο από τον Καβάφη. Η Μενεγάκη είναι παντού (μαγειρεύει, φωτογραφίζεται, διαφημίζει και διαφημίζεται, σκανδαλίζει και σκανδαλίζεται), ενώ ο Καβάφης είναι στην καλύτερη περίπτωση ξαπλωμένος μέσα σ’ ένα σχολικό βαθμοβιβλίο, διδασκόμενο συχνά υπό φιλολόγου σε έντονο κνησμό.

Και συνεχίζω το συλλογισμό μου: γιατί τα ποιήματα του Καβάφη πουλάνε απείρως περισσότερο από τα ποιήματα του οποιουδήποτε νεοφερμένου ποιητή; Απλό. Διότι (μεταξύ άλλων) ο Καβάφης είναι διάσημος (για τα μέτρα της ποιητικής διασημότητας) ποιητής κι ως εκ τούτου προβάλλεται πολύ περισσότερο (για τα μέτρα της ποιητικής προβολής) από οποιονδήποτε νεοφερμένο ποιητή- το χέρι, λοιπόν, αυτού που θα αγοράσει ποιήματα πάει απείρως ευκολότερα στο «Καβάφης» από το «Μπιρμπιλογιάννης», όποια κι αν είναι η αξία του Καβάφη ή του Μπιρμπιλογιάννη. Όχι;

Να θέσουμε κι άλλα ερωτήματα; Γουστάρετε; Γιατί ο Καβάφης-κι ο κάθε Καβάφης-έφθασε το ζενίθ της αίγλης του με τεράστια καθυστέρηση ως προς το χρόνο συγγραφής του έργου του; Απλό κι αυτό. Γιατί κανείς από αυτούς που προβάλλουν δεν παραδέχεται το σύγχρονο «αριστούργημα», «μεγαλούργημα», «έπος» (το οποίο πάντοτε υπάρχει, αφού όλες ανεξαιρέτως οι εποχές αφήνουν αριστουργήματα προς αναγνώριση στις επόμενες). Μίζερα αναζητείται το σπουδαίο στο ταυτόχρονο, λοιπόν, γι’ αυτό και το σπουδαίο αργεί τόσο να ιδωθεί.

Προσοχή: δε λέω ότι δεν υπάρχει και στο ταυτόχρονο η διαφορική προβολή: αυτή, ας πούμε, θα προσφέρει καλύτερες πωλήσεις (ή βραβεία) στο Βλαβιανό, παραδείγματος χάρη, σε σχέση με το φουκαρά τον Μπιρμπιλογιάννη. Η προβολή έχει πάντα τη σημασία της. Η αξία όχι.

Βγαίνοντας, ο Παστάκας με ρώτησε: το ’στειλες το βιβλίο σου πουθενά; «Όχι», του είπα. Έχει γούστο να με ρώτησε επειδή διάβασε τις σκέψεις μου (αυτές που πιο πάνω περιέγραψα) και νομίζει πως τις πραγματοποιώ επειδή νιώθω παραγνωρισμένος, παρεξηγημένη μεγαλοφυΐα, άγνωστος ποιητόθεος, τρόπον τινά. Να το πούμε και αυτό, λοιπόν: όσο εννοώ ότι την ποίηση του Καβάφη αγαπούν μόνο οι ομοφυλόφιλοι ρωτώντας «ποιοι αγαπούν τον Καβάφη;», τόσο ακριβώς νιώθω ποιητόθεος. Σπειρί παραπάνω.


8 Μαΐ 2011

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες των ανθολογιών ποίησης ενός κάποιου κύρους, παιδιόθεν απορούσα: πώς γίνεται οι ποιητές των διαφόρων εποχών να φωτογραφίζονται μαζί σαν ποδοσφαιρικές ομάδες ή συμβούλια συλλόγων;

Δεν είναι καθόλου περίεργο, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί. Ο συνδετικός κρίκος είναι η ποίηση- αρκεί η ποίηση για να έρθουν πιο κοντά οι ποιητές. Η ποίηση, αντέτεινα και αντίτεινω με όλο και βαθύτερο πάθος, δεν είναι ούτε επάγγελμα ούτε άθλημα (πολύ περισσότερο ομαδικό) ούτε στοιχείο κοινωνικοποίησης. Γεννιέται σχεδόν απαρέγκλιτα κάτω από ιδιαίτερα μοναχικές συνθήκες πλήρους ησυχίας και αποστειρωτικής απομόνωσης, όχι σε συμπόσια, συνέδρια, συνεδρίες και συνεδριάσεις.

Οι συνωστισμοί των ποιητών σε περιοδικά, ανθολογίες, συμπόσια και φωτογραφίες δεν έχει στην πραγματικότητα να κάνει με την τέχνη τους- έχει κυρίως να κάνει με τη διαφήμιση της τέχνης τους, τη δόξα, το χρήμα, τη φήμη και την υστεροφημία. Κλίκες δημιουργούνται, κάστες αναδεικνύονται, μαχαιρώματα πραγματοποιούνται, μίση υφέρπουν, κολακείες έρπουν και χαμόγελα αστράφτουν σ’ ένα παιχνίδι ανάδειξης και εσόδευσης.

Οι συνεργασίες, θεωρητικώς τουλάχιστον, δεν αποκλείουν τη δημιουργικότητα, την ανταλλαγή ερεθισμάτων, το γόνιμο διάλογο, την επικοινωνία στη βάση της κοινής αγάπης. Στην πράξη, όμως, υπονομεύουν μέχρις εσχάτων την ποιητική πράξη με τα ταπεινά κίνητρα που συχνά εξυπηρετούν.

Να το ξαναπούμε, λοιπόν: ο ποιητής είναι αξεχώριστος από τα γραφτά του. Καλύτερα, για να μην μπερδευόμαστε: ο ποιητής είναι τα γραφτά του. Δεν είναι ούτε οι φίλοι του ούτε οι γνωστοί του ούτε οι μπίζνες του ούτε ο εκδοτικός του οίκος ούτε τα PR skills του ούτε τα λοιπά που οι κρετίνοι επιμένουν σκυλοειδώς να επιβάλλουν στο είναι του ποιητή.

3 Μαΐ 2011

TO ALL THE YOUNG MAIDENS OF THE WORLD...

Το βασικό για να μετάσχεις σ’ έναν πριγκιπικό γάμο είναι να ’χεις γύρω σου το πλήθος που αναγνωρίζει την πριγκιπική σου ιδιότητα. Αν όλοι ήμασταν πρίγκιπες, το πλήθος αυτό θα εξέλειπε, μαζί με αυτό και οι πριγκιπικοί γάμοι. Αυτό, όμως, φαίνεται να μη μας πτοεί. Προτιμούμε να χαμογελάσουμε επί της παρακολουθήσεως του πριγκιπικού γάμου στην οθόνη, να θαυμάσουμε τη χλιδή της κατάστασης και το συνωστισμό της επευφημούσας λαοθάλασσας, να ζήσουμε, δηλαδή, εξ ανακλάσεως το θαύμα, παρά να αυτοχριστούμε γαλαζοαίματοι που δεν επευφημούνται και δεν επευφημούν.

Το μαθηματικό αίτημα του πλήθους που συρρέει δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Μέσα σ’ ένα ποίημα, βεβαίως, το σύμπαν ολόκληρο προσφέρεται εθελοντικά να προσκυνήσει μια ένωση, αρκεί να το θέλει ο ποιητής.

Στις παρθένες του κόσμου απευθύνομαι: προτιμήστε το θρόνο του ποιήματος από αυτόν του παλατιού. Προτιμήστε τις λέξεις, όχι τους υπηρέτες. Δείξτε αφοσίωση σε αυτόν που λέξεις σκλαβώνει για σας. Και να! Πλανήτες, όχι άμαξες. 'Ηλιοι, όχι δαχτυλίδια. Φώτα, όχι νυφικά.

22 Απρ 2011

Η ΒΑΣΗ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

Yet underneath Socrates clearly see, and underneath Christ the divine I see,
The dear love of man for his comrade, the attraction of friend to friend,
Of the well-married husband and wife, of children and parents,
Of city for city and land for land.
Walt Whitman

Το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου έβλεπα τηλεόραση -όχι ακριβώς, κανάλια άλλαζα, πράγμα εξίσου χαλαρωτικό και συχνά λιγότερο βλακώδες από την πραγματική παρακολούθηση- κι έπεσα πάνω στον Αντώνη Κανάκη, ο οποίος, όπως και να το κάνουμε, μου είναι συμπαθής, όπως μου ήταν συμπαθής κάποτε ο κακός μαθητής της τάξης που μιλά καλύτερα τα ελληνικά από πολλούς καλούς συμμαθητές του.


Το θέμα του ήταν οι μετανάστες- κι όταν η ώρα έφθασε να τοποθετηθεί, είπε ότι κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν: οι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα αντιμετωπίζουν ένα σοβαρό, πρακτικό πρόβλημα από τη μια, από την άλλη, η μόνη δική του ένσταση, είναι ότι δεν πρέπει να χάνεται η ανθρωπιά στην προσέγγιση και την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος.


Μέλι-μέλι και τηγανίτα τίποτα η τοποθέτηση του κυρίου Κανάκη, μιας και δεν προσφέρει σπειρί ούτε στην κατανόηση ούτε στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Ξύλινη, συνθηματική τοποθέτηση, όπως αυτές των πολιτικών που τόσο συχνά ο ίδιος μέμφεται για την κενότητα των λόγων τους και την έλλειψη εφαρμόσιμης στρατηγικής. Στις λίγες αυτές αράδες, θα αποπειραθούμε να φωτίσουμε το γιατί.


Ας ξεκινήσουμε από την έννοια που βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος, έστω κι αν ετούτο δεν είναι ορατό στον καθένα που αναλογίζεται το πρόβλημα. Πατρίδα, έννοια ευρεία: γλώσσα, γεωφυσικά χαρακτηριστικά, τοπίο, ιστορία, τέχνη, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, αρχιτεκτονική, κι όλα τούτα ανά περιοχή θαυμαστά, ανά περιοχή σημαντικά, ανά περιοχή άξια να διαφυλαχθούν, να προστατευθούν, να επιβιώσουν.


Από την άλλη όψη, υπάρχει το συμφέρον της πατρίδας, το οποίο δένεται μαζί της πυρηνικά κι εν τω γεννάσθαι αυτής. Οι συμπατριώτες παραιτούνται έτσι εκ προοιμίου της ανθρωπιάς τους, αναγνωρίζοντας ότι η ποιότητα ζωής τους προέχει της ποιότητας ζωής εκείνων που συμπατριώτες τους δεν είναι. Ο Αμερικάνος βορβαρδίζει τον Ιρακινό προκειμένου να εξυπηρετήσει το εθνικό του συμφέρον, αγνοώντας τις επιπτώσεις του βομβαρδισμού του στον Ιρακινό. Ο Τούρκος θέλει να επιτεθεί στον Έλληνα προκειμένου να εξυπηρετήσει το δικό του συμφέρον, αγνοώντας τις επιπτώσεις που μια τέτοια επίθεση θα έχει στον Έλληνα. Ο Έλληνας προσπαθεί να παρακάμψει την επιθετικότητα του Τούρκου συνάπτοντας συμφωνίες με άλλα κράτη, αδιαφορώντας πλήρως για τα συμφέροντα του Τούρκου. Οι πόροι, ως γνωστό, είναι πάντοτε περιορισμένοι, κι οι ομόψυχοι πληθυσμοί παρουσιάζουν την έξη να τους διεκδικούν.


Το συμφέρον, εξάλλου, δεν προσδιορίζει συμπεριφορές σχετιζόμενες με την εθνική ομοψυχία και μόνον. Υπάρχουν τόσα είδη ομοψυχίας που λειτουργούν κατά την αυτή λογική: οικογενειακή ομοψυχία, εταιρική ομοψυχία, ποδοσφαιρική ομοψυχία, ομοψυχία χρώματος δέρματος, ομοψυχία του φύλου, σεξουαλικών προτιμήσεων και άλλες, διόλου ευάριθμες. Όποιαν αντίστιξη, συνεπώς, παρουσιάζει ως προς την ανθρωπιά η οικειοποίηση του χρήματος των Ιρακινών από τους Αμερικανούς, την ίδια παρουσιάζει και η συσσώρευση του πλούτου σε ολίγιστες οικογένειες μιας κοινωνίας.


Έχοντας ξεκαθαρίσει τούτα, ας δούμε το πρόβλημα της μετανάστευσης, όπως η Ελλάδα το αντιμετώπιζει τώρα˙ ένα τώρα φλέγον και επείγον κι επικίνδυνο. Λένε κάποιοι: ας νομιμοποιηθούν όλοι οι μετανάστες. Προσωπικώς, δεν τους συγχαίρω για την ανυποχώρητη ανθρωπιά τους. Τους ρωτώ, όμως: τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς τη φυσιογνωμία του ελληνικού πληθυσμού σε βάθος χρόνου; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς την εγκληματικότητα; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς την ανεργία; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς τη συνοχή του κοινωνικού ιστού; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς τη βαθιά οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές προσκήνιο; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χώρας; Τι σημαίνει η τοποθέτησή τους ως προς τους γείτονες εχθρούς της;


Κάποιοι από αυτούς μπορεί να απαντήσουν ότι μια τέτοια κίνηση δε σημαίνει τίποτα ως προς τα σημεία που θίγω˙ ζήτημα εκτιμήσεως. Διαφωνώ κατακάθετα, αλλά δεν προτίθεμαι να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω. Κάποιοι άλλοι μπορεί να πουν πως ό,τι κι αν σημαίνει, το ανθρώπινο είναι να νομιμοποιηθούν όλοι. Αυτούς τους συγχαίρω. Τους ανιδιοτελείς πρέπει να τους συγχαίρει κανείς, στην περίπτωση, βέβαια, που επωμίζονται έτσι, χωρίς φόβο, το κόστος της ανθρωπιάς τους.


Υπάρχουν κι εκείνοι που επιθυμούν να σταματήσει η ασύδοτη παράνομη μετανάστευση, να γίνουν απελάσεις παράνομων μεταναστών, να τεθούν, τελοσπάντων, κάποιοι κανόνες, με την ευρωπαϊκή, ίσως, αρωγή. Πού είναι, όμως, η ανθρωπιά όταν στέλνεις ένα φοβισμένο παιδί πίσω στην πατρίδα του να πεθάνει από την πείνα ή να σκοτωθεί από τη σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή;


Κοιμάται- διότι πατρίδα σημαίνει συμφέρον της πατρίδας, κι είναι προτιμότερο να πεθάνει το παιδί αυτό στην πατρίδα του, από το να «καθυστερεί» το ελληνόπουλο στο σχολείο εξαιτίας του ότι δε μιλά καν τη γλώσσα ή να το χτυπήσει για να του πάρει το πορτοφόλι ή να ψηφίζει, αργότερα, ένα μουσουλμανικό κόμμα που θα εξυπηρετεί σκοπιμότητες των εχθρών της Ελλάδος.


Ας το καταλάβουμε, επιτέλους. Όση φύση περιέχεται στην αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο, περιέχεται και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή η αντίληψη είναι η βάση της δικής μου μεταφυσικής. Αν επιθυμούμε (και πολλοί το επιθυμούμε) να μετατοπίσουμε την ύπαρξή μας πλησιέστερα στην αγάπη, οφείλουμε να οργανώσουμε τις κοινωνίες μας αλλιώς, ως άνθρωποι πια, και όχι ως Έλληνες ή Βρεττανοί ή Γάλλοι. Ο εγκέφαλός μας επιτρέπει τέτοιες αποφάσεις, τέτοιες προσπάθειες και δη καρποφόρες. Συμφέρον της πατρίδας και ανθρωπιά δε συμπορεύονται, όσα χαδάκια κι αν ανταλλάξουν, όσα χαρτομάντηλα κι αν αγοραστούν, όσοι μετανάστες κι αν νομιμοποιηθούν.


Φαιδρός; Γραφικός; Για να δούμε…

12 Απρ 2011

ΑΦΕΝΤΑΔΙΚΑ


Διαλέγεις για τη βόλτα σου ένα αμάξι. Ας είναι αυτό. Είναι άσπρο. Τα λάστιχά του έχουν μια λευκή ρίγα. Τα φώτα του είναι στρογγυλά. Ξεσκέπαστο, να σε χτυπά το αεράκι. Μπροστά έχει τ' αλογάκι. Έχει και μέρος ν' ακουμπήσεις τον καφέ σου που ιδρώνει. Η φωνή του είναι βαθιά, σα διδακτική.

Χρειαζόμαστε αυτοκινητόδρομο: απέραντο, ευθύ, κοντά (κάπου-κάπου έστω) σε νερό.



Τραγούδια θα παίζουν στο ραδιόφωνο.





Eσύ να μην έρθεις μαζί, αφού δε σ' αρέσει η λευκή ρίγα στα λάστιχα, το αεράκι που χτυπά, ο καφές που ιδρώνει, οι απέραντοι αυτοκινητόδρομοι, οι βαθιές, σα διδακτικές, φωνές, το αλογάκι μπροστά και τα τραγούδια των άλλων εποχών. Θα 'χω αυτές μαζί μου.

11 Απρ 2011

ΒΑΜΒΑΚΙ ΚΑΙ ΙΩΔΙΟ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

Ο άνεμος σηκώνεται ολόκληρος ανάσα, μέσα στα πνευμόνια μου πνοές πεθαίνουν της πείνας. Τα φύλλα των δένδρων εκπνέουν με ορμή οξυγόνο εμπλουτίζοντας τον ξεσηκωμό της ατμόσφαιρας με το ενδεχόμενο της πυρκαγιάς. Πάνω απ’ τα κεριά που ανάβουν στο σπίτι μου τρεμοπαίζουν θύελλες και πεταλούδες. Όλη μου η αναταραχή έχει ένα σκοπό: να με νομίσετε τρελό και να με ξεχάσετε για να πω. Για να πω έχω ανάγκη από μητρικό γάλα και από ησυχία. Από μητρικό γάλα και από ησυχία είναι καμωμένο το φόρεμά σου καθώς με συναντάς σκυφτό στο τραπέζι με τον αντίχειρα στο μάγουλο, το τσιγάρο από δείκτη και μέσο ανάμεσα. Θέλω να πω πως θέλω να σε θρέψω έχοντάς σε ντυμένη από πριν με λευκό νυχτικό. Με καταστρέφεις, σε καπνίζω, με απειλείς και σε ανάβω ξανά. Κατάλευκο περιστέρι τι χουρχουρίζεις μέσα στο κεφάλι μου! Τι φυλακή είναι το κρανίο μου για σένα! Όλα τα φτερά σου με δικαιώνουν, πώς μπορεί και πού να πέσω έξω από πτήση; Πόσο αδύναμα είναι τα οστά μου για να στηρίξουν τη σάρκα που ξεχειλίζει. Μα τω Θεώ, δεν έχω σελιδοδείκτη που δεν είναι λουλούδι. Μα τω Θεώ, κανένα νόημα δεν προσποιήθηκα ότι το κατάλαβα. Όλα τα νοήματα τα απολαμβάνω. Κι είμαι άλλοτε επιεικής, άλλοτε αυστηρός, άλλοτε έρπομαι κι άλλοτε κάνω να σηκωθώ, μα πάντοτε, πάντοτε κλαίω, μα τω Θεώ, αείποτε αναστατώνομαι όταν φιλιούνται με τα ράμφη τους τα γεράκια, όταν αχνίζουν βαμβάκι και ιώδιο τα εσώρουχα των γυναικών σε μια γωνιά πατρίδας.

4 Απρ 2011

ΣΚΥΛΟΠΟΛΗ

Ας πούμε ότι ένας αστυνομικός βολτάρει γύρω από την πολυκατοικία ή πως ένας γείτονας κοιτά επίμονα μέσα στο διαμέρισμα. Ας πούμε ότι κάποιος ψαχουλεύει το γραφείο, ότι κάποιος διαβάζει το λογαριασμό του τηλεφώνου, ότι κάποιος ανοίγει την αλληλογραφία, ότι κάποιος κινηματογραφεί, μαγνητοφωνεί, αρχειοθετεί

εμάς τους ίδιους. Πανάρχαιη ανατριχίλα. Κι όμως, αν ήμασταν άλλοι, αν δεν ήμασταν εμείς, αν η κατασκευή μας ήταν συθέμελα αλλιώτικη, δε θα είχαμε, ίσως, ανάγκη από τη μυστικότητα που μας κρύβει στη σκιά μιας σαύρας ή ενός ποντικού.

Να ’ναι, λοιπόν, ανύπαρκτοι οι τοίχοι, ναι, να φαινόμαστε καλά. Κι ο Μωϋσής; Σκύλος κι αυτός που γαβγίζει.

21 Μαρ 2011

Ο ΡΟΥΦΙΑΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Κακώς ταυτίστηκε η ποίηση με την ευαισθησία, αδίκως οι ποιητές κατηγορούνται ως τα μαλθακά αγόρια της καθημερινής ζωής. Στην πραγματικότητα, οι ποιητές δε διαφέρουν στη συμπεριφορά από τους υπόλοιπους ανθρώπους: διψάνε για δόξα, πεινούν για χρήμα, εγωιστικά πορεύονται, με άνεση αδιαφορούν. Άγριοι είναι οι άνθρωποι, άγριοι κι οι ποιητές τους, λοιπόν.

Το χαρακτηριστικό που έχει δημιουργήσει την παρεξήγηση είναι η ερεθιστικότητα. Μπορεί, ας πούμε, να βρίσκεσαι στον κινηματογράφο, κι εκεί που ο Al Pacino λέει στην Ellen Barkin

Δεν μπορώ να κοιμηθώ
Στο κρεβάτι μου εκτός
Αν είσαι μέσα του

Σε χρειάζομαι να ξαπλώνεις
Μαζί μου αλλιώς
Θα περπατώ στους δρόμους όλη
Τη νύχτα

Φορώ τα παπούτσια που μου χάρισες
Έλα μαζί μου σε παρακαλώ


εσύ να νιώθεις έναν ταχύ μετεωρίτη στην πλάτη σου που ριγώνει το διαφεύγοντα λόγο σε στίχο. Μπορεί να θυμώνεις τόσο που η πιο σεισμογενής χώρα στον κόσμο έχει πυρηνικά εργοστάσια, ώστε κάθε έννοια ομαδοποίησης (φυλετικής, εταιρικής, ιδεολογικής, χωροταξικής) γνησίως να σου προκαλεί αντανακλαστικό εμετού εξαιτίας του κόσμου που δεν μπορεί ως όλον να λειτουργήσει. Μπορεί να ρωτάς τους ανθρώπους αν έχουν ερωτευθεί κι εκείνοι να σου απαντούν με χαμόγελα συμπάθειας˙ κι εσύ, αντί να παρεξηγείσαι, να τους ρουφιανεύεις στο ποίημα, έτσι όπως ακριβώς είναι, χωρίς προσθαφαιρέσεις.

Ακόμα και τα περιστέρια ρουφιανεύεις: αυτά που τρώνε τα κομματάκια της τυρόπιττας που διαφεύγουν από το στόμα σου. Κι όταν παύουν να τα ραμφίζουν και ραμφίζονται μεταξύ τους πια για τα ολίγιστα που απόμειναν, κλαις απαρηγόρητος. Κλαις και πάλι στο ποίημα ρουφιανεύεις μιαν ευτυχία απόλυτη, μια ευτυχία που δεν υπάρχει για τα στόματα που πεινάνε, για τα μάτια που κλαίνε, για τα λόγια που πενθούν.

Δεν είναι ευαισθησία το πένθος. Ο κόσμος έχει ανάγκη από ήρωες. Τα ποιήματα δε θα λείψουν ποτέ.

10 Μαρ 2011

ΕΝΑ ΦΙΛΙ ΚΑΙ Ω ΘΕΕ ΜΟΥ

Στη «Φιλοσοφία της Σύνθεσης» ο Edgar Allan Poe αναπτύσσει γλαφυρά τα βήματα γέννησης του κορακιού. Αυτό μπορεί κανείς το κάνει για ποιήματα που έχει γράψει αλλά και για ποιήματα που δεν έχει γράψει. Ένα ποίημα που δεν έχω καταφέρει να γράψω, λοιπόν, περιέχει το αφελές ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να χωνέψει την εξέλιξη ενός παιδιού που θαυμάζει τους υπερήρωες σε έναν πορωμένο ενήλικα; Αναντίρρητα, νομίζω, κάθε παιδί στη φαντασία του θέλει να σώσει τον κόσμο. Έπειτα, μαζί με τη φαντασία, χάνεται κι ο στόχος, κι ο κόσμος συνεχίζει δίχως σωτήρες σε πορεία πτερυγισμού.

Το ερώτημα επανέρχεται όταν στην ενήλικη έκφραση συναντώ αναλλοίωτη την παιδικότητα και δη ως σωτηρία του κόσμου σύμφυτη του καθαρού έρωτα, όπως στο φιλμ The Αdjustment Βureau. Η ταινία ξεκινά μ’ ένα φιλί μετά το οποίο ο Matt Damon αναφωνεί «Oh, my God». Ω Θεέ μου, λοιπόν, κι ο άνθρωπος αψηφά το Θεό, τον πείθει να ξαναγράψει το πλάνο, ανοίγει πόρτες ως τότε κλειστές, παραιτείται από τα πάντα πετυχαίνοντας τα πάντα.

Ένα φιλί και ω Θεέ μου. Ένα φιλί.

7 Μαρ 2011

251 ΓΝΑ


ΚΑΘΕΤΗΡΕΣ


Καθετήρες διαβάζει κανείς
στο πρόσωπο κάποιων νοσοκόμων.
Καθετήρες τυλιγμένους γύρω από λαιμούς
ημιθανών ασθενών
και μαξιλάρια με πίεση
πάνω στα πρόσωπά τους.
Τέτοιο αβάσταχτο μίσος
δεν έζησε ποτέ σκουπιδιάρης
για τα σκουπίδια που μαζεύει.


ΛΟΥΪΖΑ ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ


Απ’ το πρωί καταχωρώ αντιβιογράμματα
στο αρχείο των αντιβιογραμμάτων
κι όλο το μάτι μου πέφτει
πάνω σε γυναικεία ονόματα.

Λουΐζα, Μαρία, Ανδρομάχη
ετών 67, ετών 72, ετών 89
δε σας καταχωρώ μηχανικά.
Σας συλλογίζομαι έφηβες
μέσα σε σφύζοντες κήπους
αξεχώριστες απ’ τα αρώματα
των λουλουδιών.
Ήσασταν όμορφες
γίνατε μάνες
περπατήσατε την αποθέωση
του κάλλους και της περηφάνιας
όπως κάθε γυναίκα.

Λουΐζα, Μαρία, Ανδρομάχη
τρέμουν τα δάχτυλά μου
γλιστρούν μέσα σε δάκρυα
πληκτρολογώ ασυναρτησίες.
Φάρμακο ικανό
δεν έχω να σας δώσω
τρόπο να σβήσω αυτά τα δεδομένα
δεν μπορώ να βρω.
Απ’ το πρωί καταχωρώ αντιβιογράμματα
στο αρχείο των αντιβιογραμμάτων
κι είμαι απαρηγόρητος
έτσι άφθαρτα που φέγγουν τα ονόματα
στη λίστα που μας περιέχει όλους.


ΑΝΘΥΠΟΣΜΗΝΑΓΟΣ ΛΟΥΚΑΣ


«Έχεις ερωτευτεί ποτέ σου;»
ρώτησα
«θα πρέπει να είσαι
πολύ ρομαντική ψυχή»
μου απάντησε
ο ανθυποσμηναγός Λουκάς
μ’ ένα μειδίαμα συμπάθειας
σα να ρωτήθηκε πρώτη φορά
μπαμπάς
τι είναι αεροπλάνο
απ’ το παιδί του.


COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2011)

Πρώτη δημοσίευση: Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης-Ποιείν

27 Φεβ 2011

Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΤΡΟΥΛΟΥ

Ποια παράσταση
Κοσμεί την άλλη πλευρά
Του τρούλου, τύχη;

23 Φεβ 2011

LIVE AND LET DIE

Πόσοι από εσάς
έχουν δει τον κασκαντέρ
να περπατά ως James Bond
πάνω σε σώματα κροκοδείλων;
Σίγουρα περισσότεροι
από όσους φθάνουν να με ακούν.

Σε όσους φθάνουν να με ακούν
ακόμη και σε εκείνους
που δεν έτυχε να δουν
τον κασκαντέρ να περπατά
ως James Bond πάνω σε σώματα
κροκοδείλων
έχω να πω πως τα ποιήματά μου
γράφω ως σκηνοθέτης.

Επάνω μου της μητέρας η ευθύνη
–γιατί όταν με αξίζω
μια φαντασία με γεννά–
επάνω μου κι η ευθύνη προστασίας
της ζωής του κασκαντέρ
έστω κι αν ανακούφιση
το σάλτο μού προτείνεται
από υάλινους οφθαλμούς προς μελανούς
οδόντες.

20 Φεβ 2011

ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ

H Natalie Portman δε χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να είναι αγνή, εύθραυστη και χαριτωμένη- όπως, άλλωστε, ο John Malkovich δε χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να είναι παρανοϊκά σαγηνευτικός ή ο Humphrey Bogart για να είναι αλαζονικά μυστηριώδης.

Αυτό είναι για άλλους ανυπαρξία ταλάντου και για μένα απόδειξη. Εγώ, βέβαια, πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αδιάφοροι στο ένα τους βλέμμα ή την εκφορά ολίγων λέξεων, επομένως αναγνωρίζω αξία στην άνευ προσπαθείας γοητεία εκείνων που τη διαθέτουν: το τάλαντο.

Ταλαντούχα η Portman. Ως λευκός κύκνος πείθει πραγματικά. Το βλέμμα της, η φωνή της, η ομορφιά του εύθραυστου που ευκόλως ακτινοβολεί δημιουργούν ένα ερμηνευτικό, χορταστικό πλεόνασμα τραγικής ασπράδας.

Όμως η Portman δε γίνεται ποτέ ο μαύρος κύκνος: η μοιραία γυναίκα, η πλανεύτρα, η ωραία σκοταδερή της Όψιμης Μετάνοιας του Βωδελαίρου. Κανένα εύρημα με φτερά δεν μπορεί να σκεπάσει αυτή της την αδυναμία, καμία απεικόνιση σκοτεινών φαντασιώσεων δεν μπορεί να αποκρύψει αυτό της το ερμηνευτικό πέρας.

Τάλαντο δε σημαίνει μπορώ τα πάντα. Αυτό, κύριοι, ήθελε να πει ο Aronofsky.

16 Φεβ 2011

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ


ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές
για να παραπέμψει στο γνωστό τίτλο.
Με τον τρόπο αυτό
θα επιδιώξει το οικείο
προκειμένου να πετύχει το σκοπό του.
Σε άλλη περίπτωση
θα ποντάρει στην έκπληξη
σφυρίζοντας τέσσερεις φορές
κι ίσως καμία ή περισσότερες.
Έτσι σκέφτεται το τραίνο.
Τώρα που το έμαθες
δικαιολογία πια δεν έχεις.
Επιλογή σου να ’σαι βαγόνι του
ευθύνη σου να το εκτροχιάσεις.

15 Φεβ 2011

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ


ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ
Δεν ξέρω πώς ακριβώς μπορεί να χαρακτηρισθεί εκείνη η παιδική μου φοβία˙ μαστιζόμουν από την ιδέα πως ολάκερος ο κόσμος είναι ένα ίδρυμα, το οποίο μελετά τις αποκρίσεις μου κατά το βομβαρδισμό μου με αναληθείς πληροφορίες. Μου έλεγαν, για παράδειγμα, στο σχολείο ότι η εκκλησία στήριξε την ελληνική επανάσταση κι εγώ είκαζα ότι την αφόρισε. Μου έλεγαν ότι ο Χριστός ανέστησε το Λάζαρο κι εγώ υποπτευόμουν το Θεό για επικοινωνιακές τακτικές, για καλοστημένες θεατρικές παραστάσεις. Ακόμη και το πείραμα του Chadwick για τον προσδιορισμό υποατομικών (εάν ενθυμούμαι καλώς) σωματιδίων δε με έπειθε ιδιαίτερα, καίτοι πειστικότατα περιγραφέν. Δύσκολο να επαναλάβω τέτοιο πείραμα μόνος μου, μονολογούσα εσωτερικά, ίσως όλα αυτά να είναι παραμύθια. Εγώ ούτε Θεούς ούτε νετρόνια ούτε δεοξυριβονουκλεϊκά οξέα είχα δει.

Παράξενη αίσθηση κι επίκαιρη. Χρηματοπιστωτική κρίση, οίκοι αξιολόγησης, εκδίκηση του δολλαρίου, συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης, απαιτήσεις δανειστών, κράτη διαφόρων ταχυτήτων, έλλειψη ρευστότητας, οικονομικοί δολοφόνοι, αδηφάγες τράπεζες με επαναφέρουν στον παιδικό μου εκείνο ιδεασμό. Υπάρχει, όμως, μια διαφορά: το ίδρυμα μου φαίνεται απείρως μικρότερο, απειροελάχιστο, ισχνό. Μου φαίνεται ότι μια χούφτα -στην κυριολεξία- ανθρώπων αποφάσισαν μέσα σε ολίγιστα δωμάτια να καταξεσκίσουν τις σάρκες λαοθαλασσών και πως οι όποιες διακυμάνσεις της κατάστασης οφείλονται στις μικροδιαφωνίες αναμεταξύ τους. Σα μαθητής του δημοτικού δυσφορώ, ασφυκτιώ, βράζω, αλλά δεν μπορώ ν’ αμφισβητήσω την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι τα χρόνια της χολέρας. Σ’ ένα δημοψήφισμα, για να παραφράσω τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο[1
], θα ’ταν ακατανόητο να προταθεί το ναι ή το όχι για την ύπαρξη της οικονομικής κρίσης, μιας και η οικονομική κρίση είναι η πραγματικότητα. Δόξα και τιμή, λοιπόν, σ’ όποια εξέλιξη, ατμόσφαιρα, σύνθημα, κλίμα, προπαγάνδα φόρεσε τα άρβυλα της πραγματικότητας, παραδίδοντας και τους υποψήφιους ακόμη αρνητές στα χέρια της ψυχιατρικής.

Διανύοντας τα χρόνια της χολέρας, δεν παύω να είμαι σε μια ηλικία που ο έρωτας είναι πιο επίκαιρος από ποτέ για μένα και τους συνομηλίκους μου, αφού πλέον δεν κινείται μόνο γύρω από την έξαρση, την ταχυπαλμία, τον πόθο και τις μνημειώδεις εκκρίσεις σεροτονίνης, αλλά και γύρω από το ζήτημα της εύρεσης παντοτινού συντρόφου. Παρατηρώ, λοιπόν, με δέος την κόπωση υπό την οποία γίνεται το πλησίασμα, τον πανικό που προκαλεί ο φόβος της μοναξιάς και το άγχος της τεκνοποίησης, την αναγόρευση της νεκροφανούς συνήθειας σε σπουδαία επιτυχία, την παραίτηση από το ηχόχρωμα του πρώτου εφηβικού σκιρτήματος και θυμάμαι μιαν άλλη πρόταση του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου: «Ο αισθησιασμός είναι ο πατροπαράδοτος αντίπαλος του συναισθηματισμού. Όσο ευκολότερα ικανοποιούνται οι αισθήσεις, τόσο δυσκολότερα ικανοποιούνται τα συναισθήματα»[2]
.

Παντελώς λανθασμένη εκτίμηση ή αποτυχημένη διατύπωση; Ο αισθησιασμός (ως δυναμικό ικανοποίησης αλλά και ως ικανοποίηση των αισθήσεων) είναι η βάση, η ψυχή, ο πυρήνας ενός κοσμογονικού έρωτα, ο οποίος ξεκινά ως ακαταμάχητη έλξη, συνεχίζει προς εκρηκτική συνεύρεση και συνεχίζεται επί μήνες ή και έτη ως αγνός, πάμφωτος, σωματικός και δοξασμένος έρωτας, έρωτας, έρωτας, ο οποίος τελικώς θεμελιώνει, αν ευτυχήσει προς μια τέτοια καρποφορία, το μείζον συναίσθημα: την αγάπη.


Πώς και από ποιους αποφασίστηκε το μονοπώλιο του σημαινομένου του αισθησιασμού από πολλούς, πολλαπλούς, άπειρους ερωτικούς συντρόφους, μικρά στήθη, μεγάλα στήθη, οργιώδεις απολαύσεις, τεράστια πέη και ποικιλόσχημα πισινά; Αποδέχομαι το μερίδιο που διεκδικεί στο σημαινόμενο του αισθησιασμού ο έρωτας του ταχυφαγείου, ο βουλιμικός της ποικιλίας, ο της ακόρεστης εναλλαγής και της ελάχιστης επένδυσης, αλλά σίγουρα όχι το μονοπώλιο. Στον ελάχιστο μηρό που αποκαλύπτει μια μακριά, αεράτη φούστα στο εφηβικό μάτι κρύβεται η πραγματικά εκκωφαντική θύρα του αισθησιασμού με τα μάνταλα της αθωότητας.


Το ξεχάσαμε αυτό. Γίναμε προοδευτικοί, ενεργοποιήσαμε τις αισθήσεις σε μια ποιοτικώς υποβαθμισμένη τέρψη τους, εξοικειώσαμε τους υποδοχείς μας, ξεμανταλώσαμε την πόρτα και ατιμάσαμε την επιθυμία. Είμαστε οι σπαταλημένοι του περιστασιακού. Το μπόλιασμα του αισθησιασμού της εκρηκτικής πρώτης επαφής με το συναισθηματισμό της βαθιάς οικειότητας (κι αντίστροφα: το μπόλιασμα του αισθησιασμού της βαθιάς οικειότητας με το συναισθηματισμό της πρώτης εκρηκτικής επαφής) δεν το δοκιμάσαμε. Συρθήκαμε από εδώ και από εκεί στο τίποτα, γίναμε δυσλεξικοί του στοιχειώδους μετατρέποντας το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ευτυχίας μας σε απόφαση λογιστικής ρουτίνας.
Μη με παρεξηγείτε. Παλιομοδίτης πάντα και παλαιοσυντηρητικός, δικαιολογούμαι να αναθεματίζω. Ο κόσμος, εξάλλου, είναι για μένα ένα ίδρυμα στο οποίο τα χρόνια της χολέρας του έρωτα ουδόλως σχετίζονται με την οικονομική κρίση- είναι απλώς και αυτά κομμάτια μιας πραγματικότητας που, όπως και στα της οικονομικής κρίσης, δυσκολεύομαι ν’ αποδεχθώ.

[1] «Είναι ματαιοπονία να προσπαθήσει κανείς ν’ απαρνηθεί τις πραγματικότητες. Και όχι μόνο γιατί είναι οι πραγματικότητες, αλλά και γιατί είναι, κατά γενικό σχήμα, αποδεκτές. Σ’ ένα δημοψήφισμα θα είταν αληθινά ακατανόητο να προταθεί το ναι ή το όχι για το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το ραντάρ, το ραδιόφωνο». Στο: Παναγιωτόπουλου, Ι.Μ., 1992: 46. Ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Οι Εκδόσεις των Φίλων[2] ο.π., : 84

Ο ΠΟΡΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ


ΤΟ ΘΕΡΕΤΡΟ

Θα πιω μια μπύρα
για να κατασκευάσω ένα θέρετρο.
Στην κουνιστή μου πολυθρόνα
θα σκεφθώ τα απαραίτητα.
Βουνό η θάλασσα; Και τα δύο.
Μια βουνοκορφή θα δρέψω από αστέρι μακρινό
κι έτσι
απάτητη σημαίας κι ορειβάτη
θα την πω νησί μου
παραλιακή βουνοκορφή στο πέλαγος
που δυστυχεί απ’ τα πανιά προσκεκλημένων.
Κατά τα λοιπά, ένας κινηματογράφος κι ένα
αυτοκίνητο
μπορούν να εξασφαλισθούν.
Οπότε άλλο δε μένει
από το σημαντικότερο
το διορισμό του πορτιέρη του λιμανιού.
Ανεπηρέαστος των απειλητικών χρωμάτων
αδέκαστος κριτής των παλαιών κακών μαντάτων
πιάνω χαρτί κι αναλαμβάνω:
Προσωπορρυθμίσεις των αγενών
για καθαρές
θάλασσες και ακτές
και συνωστισμούς.

13 Φεβ 2011

DRACULA


Να βλέπουμε τις ταινίες με όλη τους την ποίηση, κύριοι.

Ο Δραγώνος πολεμιστής χάνει την αγαπημένη του από τις δολοπλοκίες των Τούρκων εχθρών. Η οργή του είναι τόση που σκοτώνει την πίστη του στο Θεό.

Ο έρωτας εξαρτά κάθε σκοπό από τον εαυτό του.

Ο Δραγώνος πολεμιστής δεν μπορεί να πεθάνει μετά την απώλεια της αγαπημένης του.

Ο τάφος δεν μπορεί να επουλώσει τη ραγισμένη καρδιά.

Ο Δραγώνος πολεμιστής, εκατονταετηρίδες αργότερα, ερωτεύεται ξανά την ίδια αγαπημένη.
Ο έρωτας διψάει μετενσάρκωση.

Η ίδια αγαπημένη κόβει το κεφάλι του Δραγώνου πολεμιστή.

Η ραγισμένη καρδιά λαχταρά από το ίδιο χέρι που τη ράγισε να σπάσει. Ο θνητός φοβάται το θάνατο. Ο αθάνατος φοβάται τον έρωτα. Ο έρωτας είν’ η επάρατος νόσος των αθανάτων.

11 Φεβ 2011

MASK

Για να δούμε ένα ποίημα:

Αυτά τα πράγματα είναι καλά:
παγωτό και κέικ
μια βόλτα με τη Χάρλεϋ
να βλέπω μαϊμούδες στα δέντρα
η βροχή στη γλώσσα μου
κι ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου.

Αυτά τα πράγματα είναι χάλια:
σκόνη στα μαλλιά μου
τρύπες στα παπούτσια μου
καθόλου λεφτά στην τσέπη μου
κι ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου.

Δύσκολα θα το πει κανείς σπουδαίο. Για να το πει κανείς σπουδαίο, θα πρέπει, ίσως, να το γράψει ένας παραμορφωμένος, πανέξυπνος έφηβος, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ταινία “Mask”. Αν, τώρα, μια πανέμορφη κοπέλα τα έφτιαχνε μ’ έναν παραμορφωμένο, πανέξυπνο έφηβο, θα τη χαρακτηρίζαμε σπουδαία. Αν, όμως, η πανέμορφη αυτή κοπέλα ήταν τυφλή, δύσκολα κανείς θα τη χαρακτήριζε έτσι. Στην ταινία, πάντως, τυφλή ήταν.

Κοντολογίς, η κοπέλα δέχθηκε στην καρδιά της τον ποιητή επειδή αγνοούσε την όψη του προσώπου του- κι εμείς, απορρίψαμε το ποίημά του για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

9 Φεβ 2011

ΑΘΑΝΑΤΟΣ

Ένας επιπλοποιός μου περιέγραφε κάποτε τις καρέκλες που είχε φτιάξει για ένα μοναστήρι, οι οποίες είχαν επάνω παραστάσεις καμωμένες στο χέρι- ένας αετός και πάνω από το κεφάλι του το στέμμα, αν θυμάμαι καλά. «Ωραία», του είπα εγώ, «κάποια στιγμή θα σου παραγγείλω για το σπίτι μερικές». Μια φίλη μου, λίγο πιο πέρα καθισμένη, άκουσε τι είπα στον επιπλοποιό, κι αυθορμήτως σχολίασε: «είσαι τρελός, αγόρι μου, δεν πας καλά».

Αυτή της η αντίδραση έχει σαφώς να κάνει με το δράμα του βρικόλακα Lestat στο φιλμ “Interview With The Vampire”. O Lestat, κατά πώς τα παρουσίαζε το φιλμ, από περήφανος, εύρωστος, δραστήριος απέθαντος έγινε φοβισμένος, καχεκτικός και άπραγος, μακριά από τα φώτα της νυχτερινής πόλης, επειδή δεν κατάφερε να συγχρονιστεί με τις αλλαγές του περιβάλλοντος: από τα ημίψηλα στα τζόκεϋ, από τα άλογα στα αυτοκίνητα, από τις πέτρες στα τσιμέντα, από την ησυχία στο θόρυβο... ως ένα βαθμό, σωστά. Βάρβαρο πράγμα να ζεις για πάντα και όλα γύρω σου να αλλάζουν. Νιώθεις απολιθωμένος.

Όπως εξήγησα, όμως, στη φίλη μου μετά, υπάρχει ο χώρος τον οποίο καμιά αλλαγή εποχής δεν μπορεί να αγγίξει: ο χώρος μες στον οποίο ιδιωτεύει κανείς. Αν ήμουν, λοιπόν, εγώ ο βρικόλακας, θα είχα το σπίτι μου όπως θα άρεσε σε μένα. Θα ’χα τη νύφη μου δίπλα μου διαρκώς. Θα ’χα και τρεις τέσσερεις φίλους βρικόλακες να περνούμε το χρόνο μας ευχάριστα σχολιάζοντας τα βράδια που πίναμε με τον Walt Whitman.

Σίγουρα οι άνθρωποι θα με νόμιζαν εκκεντρικό. Όμως εγώ θα ήμουν αθάνατος.

8 Φεβ 2011

ΣΥΜΒΟΛΑ


Θέλω να θυμηθούμε μαζί ένα διάλογο από το φιλμ “Rocky”.

Rocky: Δε θα τα καταφέρω.

Adrian: Τι;

Rocky: Δε θα τον νικήσω.

Adrian: Τον Apollo;

Rocky: Ναι. Έκανα βόλτες και σκεφτόμουνα. Ποιον δουλεύω; Δεν είμαι της κλάσης του.

Adrian: Τι θα κάνουμε;

Rocky: Δεν ξέρω.

Adrian: Δούλεψες τόσο σκληρά.

Rocky: Ναι, αλλά δεν έχει σημασία. Δεν ήμουνα τίποτα πριν.

Adrian: Μην το λες αυτό.

Rocky: Έλα, Adrian, είναι αλήθεια. Δεν ήμουνα τίποτα. Όμως ούτε αυτό έχει σημασία. Δεν έχει σημασία αν θα χάσω αυτόν τον αγώνα. Ούτε έχει σημασία αν αυτός ο τύπος θα μου ανοίξει το κεφάλι. Γιατί το μόνο που θέλω είναι να αντέξω. Κανείς δεν έχει βγάλει τον αγώνα με τον Creed, κι αν εγώ τα καταφέρω και το καμπανάκι χτυπήσει κι είμαι ακόμα όρθιος, τότε για πρώτη φορά στη ζωή μου θα ξέρω ότι δεν ήμουν ακόμη ένας αλήτης της γειτονιάς.

Συνήθως το φιλμ αυτό το βλέπω μόνος μου. Μια φορά που έτυχε να μην το δω μόνος μου, σ’ αυτήν ακριβώς επάνω τη σκηνή που με βουρκώνει, άκουσα το εξής: «Τι βλακεία... μεγάλο επίτευγμα που θα στέκεται όρθιος μετά από τόσο ξύλο». Προφανώς, για το πρόσωπο που είχα δίπλα μου, ο Rocky έπρεπε να βγάλει ένα εκατομμύριο δολλάρια για να αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είναι ένας ακόμη αλήτης της γειτονιάς. Ή να πάει στο πανεπιστήμιο και να γίνει επιστήμονας. Ή να πολιτευθεί και να γίνει δήμαρχος- πάντως όχι ν΄ ακούσει το καμπανάκι λήξης του δέκατου πέμπτου γύρου, όρθιος, ξυλοκοπημένος άγρια από τον Creed.

Ένα σύμβολο δεν απορρίπτεται πάντα γι’ αυτό που συμβολίζει.

7 Φεβ 2011

ΓΙΑΤΙ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ;


Υπάρχει μια σκηνή στο φιλμ “Quills” που έχει μεγάλη, πολύ μεγάλη σημασία. Ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, συγκεκριμένα, ο καρδινάλιος της ακολασίας, ο λογοτέχνης της οργιώδους σεξουαλικότητας, ο στυγνός υβριστής της συντηρητικής ηθικής, μαθαίνει ότι η Μαντελέν, εργάτρια στο άσυλο όπου νοσηλευόταν και φανατική αναγνώστριά του, πέθανε παρθένα από τα χέρια ενός άλλου τροφίμου, ο οποίος είχε σεληνιαστεί υπό την επήρεια κάποιου κειμένου του.

Και κλαίει. Κλαίει ψελλίζοντας κάτι για αγνό, γλυκό κορμί, ζητώντας από τον ιερέα να τη θάψει στον περίβολο της εκκλησίας με δικά του έξοδα- μακριά από τα νεκρά κορμιά των διαβόλων του ασύλου.

Γιατί έκλαψε ο Μαρκήσιος; Μήπως από τη στενοχώρια του που η Μαντελέν πέθανε δίχως να γνωρίσει τις ηδονές του έρωτα από μακριά πέη, κοντά πέη, έναν εραστή, πολλούς εραστές, βουτηγμένη στην κοπρολαγνεία, την ουρολαγνεία, τη λαγνεία του μητρικού γάλακτος και την ασύδοτη, πανελεύθερη σεξουαλικότητα;

Ή μήπως όχι; Μήπως ο Μαρκήσιος έκλαψε που ξεψύχησε έτσι άδοξα ένα αναμάρτητο κορμί, πάλλευκο, αγνό, αθώο, θεϊκό μέσα στην ασυδοσία της δικής του λογοτεχνικής επανάστασης;

Ομορφιά είναι μια αθώα γυναίκα μέσα σ’ ένα λευκό νυχτικό. Έρωτας, ο άνδρας που τη βρίσκει.

5 Φεβ 2011

ΔΕ ΘΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΜΕ ΟΜΟΡΦΙΑ


ΔΕ ΘΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΜΕ ΟΜΟΡΦΙΑ

Δε χρειάζεται πλέον ν’ ανησυχούμε.
Τα ωραία λόγια εξέλειψαν από καιρό
γιατί όλοι οι ποιητές είναι από καιρό
νεκροί.
Κανείς δε θα ξαναπροστάξει
να ευτυχήσουμε με ήλιο
και με βότσαλα˙
κανείς δε θα προτείνει
να εκχυλίσουμε τη φαντασία μας
από την καθημερινότητα
ώστε να πιει κουράγιο η ψυχή μας.
Αυτόχειρες ποιητές
κουράστηκαν από τα σχήματα του λόγου
μπήγοντας στο κορμί τους
τη φριχτή πραγματικότητα:
έρωτες δίχως φιλιά
ποιήματα χωρίς αναγνώστες
ασχήμιες που δε θα γίνουνε
ποτέ τους αμαρτίες.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2011)

1 Φεβ 2011

ΚΟΡΩΝΑΓΡΑΜΜΑΤΑ


Το Καλοκαίρι θα περάσει κορώνα γράμματα.
Μια μέρα του Φθινοπώρου
θα μαζευτούμε οι καπνιστές στα καφενεία˙
θα κοιταχτούμε καλά
κι ύστερα θα βγούμε στη βροχή
να προστατεύσουμε
τα τσιγάρα που μας άναψαν
οι έρωτες.
Κι όπως θα γίνουμε ένα
με τις καύτρες του στήθους μας
θα καταλάβουν επιτέλους
του κόσμου όλου οι άκαπνοι
ποιο πάθος μας μοσχοβροντά
και ποιο μας αποτεφρώνει.

ΣΤΑΣΗ ΕΜΒΡΥΟΥ


ΣΤΑΣΗ ΕΜΒΡΥΟΥ

Συλλέγω σκώληκες.
Πού είν’ η υψιπέτειά σας, ωρέ;
Ως πότε τροφή θα έρπεστε
για κείνους που πετάνε;

Πάντοτε˙ να μακαρίζεις πέταγμα˙
πουλιά που επισκέπτονται τη γη
για να μας φάνε. Με το ’να μάτι
να κοιμάσαι ανοιχτό και να θαυμάζεις.

Είναι βαθύς ο ουρανός για κείνους που φοβούνται.

31 Ιαν 2011

ΙΔΙΩΤΗΣ


Η μέλισσά μου
Ξεχάστηκε στο άνθος
Που προτίμησε

ΕΙΚΟΣΤΗ ΟΓΔΟΗ

ΕΙΚΟΣΤΗ ΟΓΔΟΗ

Σ’ επέτειο του όχι
δεν άφησα ούτε μια φορά
άλλος να κρατήσει τη σημαία.
Όμως δεν ήταν η επιτυχία μου
εκεί.

Όλος μου ο βηματισμός
ήταν γεμάτος ενοράσεις
αμάχων και μετώπου.

Κρέατα, πυρίτιδα και σίδερο
στο χώμα ανακατεμένα
βολβοί ματιών κι αυγά βραστά
στις ποδιές θηλυπρεπών κουκουλοφόρων
γουρούνια π’ ανοίγουν κι άλλες τρύπες
στις μουτσούνες τους
να μυρίζουν το σαπιόδερμα καλύτερα
και τις αρτηρίες που μπλεδίζουν
μες στα ούρα και τα κόπρανα
σα φιδάκια εξωτικά, σαν πέη διαβόλων.

Κάπου κι η Βέμπο.

Με γύρω της παιδιά ημιλιωμένα
πείνα, μπόχα, δυσωδία, κάλτσες
π’ έμειναν σ’ ακρωτηριασμένα πόδια
λίπος βρασμένο σε τσουκάλια καννιβάλων
κι απεμπλουτισμένο ουρανό σ’ εφήβων
μάτια, μιλημένα για τη φυλή
αποφασισμένα για ζωτικό χώρο
επί πτωμάτων.

Κάπου κι η Βέμπο προσηλωμένη

να τραγουδά τα λόγια και τις νότες
και τρελά ν’ ανησυχεί για τα φάλτσα
για τη φωνή και τη θαμπάδα
τα μέτρα και τις αξίες
των πνευστών το φύσημα
τα πλήκτρα στο παλιό πιάνο
την κούραση στα πνευμόνια του κλαρίνου
την ακρίβεια στο πάτημα του βιολιού
δίχως τάστα, δίχως τριγύρω ανθρωπιά.

Δίχως ανθρωπιά τριγύρω
κάπου κι η Βέμπο προσηλωμένη
τη νοιάζει μόνο να τραγουδήσει˙
γεννημένη τραγουδίστρια
δεν πιστεύει σε γεννημένους δολοφόνους
και δίνει το παράδειγμα.

OTAN


ΟΤΑΝ

Όταν η ποιητική φλέβα
εγκαταλείπει τον ποιητή
είναι για ν’ αποσύρει από τον κόσμο
το αίμα που κουράστηκε
είναι για να σηκώσει
η γραφίδα
το φορτίο της αιμάτωσης
να βουτήξει στην καρδιά μια ανθοδέσμη.


ΕΙΚΟΝΕΣ


Φιλώ εικόνες
Μόνο στα γυμνόστηθα
Πόδια αγίων