22 Μαρ 2010

ΚΑΦΕΤΙΑ


ΚΑΦΕΤΙΑ

Τα μαλλιά σου είναι καφετιά
όπως το πρωινό μου ρόφημα
που τόσο δείχνεις να σε νοιάζει.
Τα μαλλιά σου θα ’ναι καφετιά
ακόμα κι όταν νεκρός
θα ψαύω μες στον τάφο μου
την πρωινή μου κούπα
ανήμπορος να θυμηθώ τα χρώματα.
Τα μαλλιά σου είναι καφετιά
όπως το πρωινό μου ρόφημα
και μέσα σε τόσα άλλα
εξίσου καφετιά
τα μόνα απαραίτητα
της πρωινής μου δίψας.

16 Μαρ 2010

ΤΩΡΑ ΠΟΥ Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ...


...ένας φίλος μπορεί να έρθει να με βρει

την Παρασκευή 19/03/10 ώρα 19:00
στο βιβλιοπωλείο "Ιανός" (Σταδίου 24) στην Αθήνα

το Σάββατο 20/03/10 ώρα 12:30 στο βιβλιοπωλείο
"Πολύεδρο" (Κανακάρη 147) στην Πάτρα

.............και


την Κυριακή 21/03/10 ώρα 21:30
στο "Λουλούδι" (Γερμανού 18) στην Πάτρα.

Όλο και κάποιο ποίημα-αν θέλει-θα του διαβάσω, δικό μου ή ξένο, πάντως αγαπημένο.

ΑΓΡΙΜΙ


ΑΓΡΙΜΙ

Αγρίμι μου πώς ημέρεψες
όταν σε είπα αγρίμι
όσο σε έβριζα αρνί
βρυχόσουν από κίνητρο.

Αρνί μου πώς αγρίεψες
όταν σε είπα αγρίμι
όσο σε έβριζα αρνί
κατέβαζες τα μάτια
και με πίστευες.

Άντε, τώρα, δάσκαλε
και πώς να τους διδάξεις.

12 Μαρ 2010

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗ


ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗ

Κουβέντα δε θα ξαναπώ
στο φίλο μου τον Αλέκο
όσο, τουλάχιστον, θρηνεί
η Φωτεινή.
Η στάση μου αυτή
τη βοηθά ν’ αντέξει την πληγή της.
Εφόσον εκείνη δεν μπορεί
από μένα περιμένει
(που μπορώ)
να τον πονέσω
το φίλο μου τον Αλέκο

τον αναίσθητο
τον ελεεινό.

Μακάρι να ’χα σαν κι εμένα έναν
ή μία
να πονέσει τη Λυδία
όταν αναίτια μ’ εγκατέλειψε
αίροντας υποσχέσεις.
Είχε και κείνη φίλους
(και πολλούς)
που γνώριζαν τα πάντα
αλλά σιώπησαν.

ΜΙΝΙΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΕΝΑ ΘΕΜΑ


Είχε αδυναμία στη μάνα και στον πατέρα. Μπορούσε να ερμηνεύσει κωδικούς του στρατού, διεθνείς συνωμοσίες, τη γλώσσα των ξωτικών, το θεώρημα του Φερμά κι εκείνο του παπαγάλου, χάρη στη βαθιά και αποκλειστική γνώση του Βουδδισμού και του Φροϋδισμού. Ήξερε όλη την παθολογοανατομία της οικογένειας όλων απόξω και ανακατωτά. Η δική του οικογένεια έσφυζε από υγεία. Τα είχε βάλει με το σύστημα. Έβριζε όσα από τα λαμόγια δεν τον αναγνώριζαν ως πατέρα. Τα υπόλοιπα τα έγλειφε. Τους μαθητευόμενους λαμογιστές τους έγλειφε ανεξαιρέτως. Θα αναγνώριζαν αυτοί τον πατέρα μέσα του. Είχε αυτοδιοριστεί αρχιδιδάσκαλος της νουθεσίας, της ψυχιατρικής και της φαλλομετρικής παλινδρομικής ταπεινότητας. Ήταν περσόνα και δημοσίευε ως τέτοια χολή και συγγνώμη. Ως περσόνα εννοούσε τη συγγνώμη, ως πρόσωπο ίσως και όχι. Τη χολή την εννοούσε έτσι κι αλλιώς. Μορφωμένος, δε γνώριζε μόνο στη θεωρία τι θα πει flames, trolling και off topic, αλλά τα έκανε πράξη καθημερινά, γιομίζοντας ατμοσφαιρικά, ποικιλόχρωμα σχόλια τα κουτάκια και τα χαρτιά υγείας. Ήταν πολυεθνιστής, διεθνιστής και αλχημιστής. Ήταν νικητής.

10 Μαρ 2010

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ


ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ

Ο καθείς μπορεί να σκεφτεί
μες στο πηχτό, ξερό σκοτάδι

το κελάηδημα των πουλιών
μες σε πλεξούδες φύλλων
το μαρκαδόρο του παιδιού
που αστερόφως μουτζουρώνει
μες στη θάλασσα της νύχτας.
Απελπισία το κελί
εξόν κι αν έχεις τις άχρηστες αυτές
μουσούδες των αισθήσεων
να κλείσεις αεροστεγώς τον αγέρα
π’ αναπνέεις γύρω απ’ το κεφάλι σου
ώσπου άλλο οξυγόνο να μην έχει
η μοναξιά σου να σου δώσει.

Ω πώς ξαποσταίνεις σ’ ίσκιο κελαηδισμών
πώς στ’ αλήθεια παρηγορείσαι
εκ παφλασμού φωτοκυμάτων
πώς τα μαλλιά σου τετραπληγικός
στη μελάνη σου βουτάς
με το σώμα σου πινέλο, τους τοίχους σου
καμβά
μολυβοθήκες σου τις κάρες
των ιπτάμενων Ινδιάνων!

9 Μαρ 2010

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ ΕΙΝΑΙ ΝΩΡΙΣ


ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ ΕΙΝΑΙ ΝΩΡΙΣ

Κροκίδωση λογισμών στην άκρη
του φαγητού μου˙ μπουκιά δεν πάει κάτω.
Το πηρούνι κρούει στο πιάτο.
Σφιχτές μπουνιές μες στα μηλίγγια
δυναμώνουν και ξεσηκώνονται.
Να κοιμηθώ; Δεν προλαβαίνω.
Να φύγω τώρα; Είναι νωρίς.
Έτσι όπως στριμώχτηκα
θα κλείσω πέντε λεπτά τα μάτια μου
κοινότοπα
κι εργάτης μιας παρατείνουσας
έκλειψης ηλίου
........................θ’ αναστενάξω.

8 Μαρ 2010

ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΠΕΩΝ


ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΠΕΩΝ

Όταν οι συμμαχικές δυνάμεις
έφθασαν στο δωμάτιο επιχειρήσεων
του Αδόλφου Χίτλερ
εκείνος θαρραλέα ξύρισε
το μουστάκι του.
Τόσο ικανοποίησε η ενέργειά του
αυτή
που οι σύμμαχοι επέτρεψαν
στον παρανοϊκό στρατάρχη
να ζήσει ελεύθερος σε κάποια
γειτονιά της Κολωνίας˙ εκεί
ψιλικατζής, αλλού αρχηγός κράτους.
Με τόσες τρίχες και καραμέλες
στις βιτρίνες
θα ’πρεπε ταχυδακτυλουργός
να ’ν’ ο πρόεδρος της εφορευτικής
επιτροπής
προκειμένου να βγάλει περιστέρια
από τους πίλους των ειρηνοποιών.

5 Μαρ 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Του Γιάννη Πλιώτα

Έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε για ποίηση και σκέφτηκα σήμερα να προσεγγίσω το θέμα μέσω μιας συνέντευξης. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αισθάνομαι ότι στις μέρες μας η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος έχει απαξιωθεί, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού.
Αναρωτιέμαι αν τις περασμένες δεκαετίες ο κόσμος διάβαζε ποίηση. Δεν ζούσα πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια για να έχω μνήμες, αλλά έχω την αίσθηση ότι η κατάσταση τότε ήταν διαφορετική. Ήταν κι εκείνα τα νόμπελ, ήταν και άλλες εποχές. Τι έχει μεσολαβήσει, όμως από τότε; Γιατί κύλησε τόσο παράξενα ο χρόνος; Σίγουρα γύρω μας υπάρχει μια γενικότερη απαξίωση των τεχνών ή τέλος πάντων υποβάθμισή τους. Ναι ξέρω, ακούγεται σαν γκρίνια, αλλά συμβαίνει. Όπως και να ‘χει η ποίηση είναι σαν να μην υπάρχει. Είναι διάφανη, αόρατη, το ίδιο και οι δημιουργοί της. Ψιθυρίζουν, αφήνουν τους στίχους τους να μιλήσουν, μα λίγοι ακούνε. Και τελικά σχεδόν όλοι όσοι διαβάζουν ποίηση, είναι και οι ίδιοι ποιητές.
Πάμε σε μία αφανή φωνή. Γνώρισα τον Δημήτρη Μουζάκη στις λογοτεχνικές συναντήσεις που διοργανώνει κάθε Πέμπτη ο Φυσιολατρικός Όμιλος Πατρών (στην οδό Κοραή, σε περίπτωση που σας φέρει ο δρόμος σας, υπεύθυνη η ποιήτρια Άννα Νιαράκη). Ο Δημήτρης Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, κατάγεται απ’ την Άνδρο και είναι Βιολόγος. Τα δύο πρώτα του βιβλία ήταν η «Αδελφότητα της Θλίψης» και ο «Υδροβάτης» (2006 και 2007, εκδ. Δωδώνη), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο με τίτλο «Αυτάρεσκη Σιωπή» (εκδ. Ενδυμίων). Από την πρώτη στιγμή μου έκαναν εντύπωση όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και η προσωπικότητά του. Έτσι αποφάσισα σήμερα να σας τον συστήσω και να ακούσουμε όσα ενδιαφέροντα έχει να πει. Κατ’ αρχάς κλέψτε λίγο χρόνο, απομονωθείτε από το περιβάλλον και διαβάστε την «Αυτάρεσκη Σιωπή», το ποίημα που έδωσε και το όνομα του στη συλλογή:
Μας άφησε ο ασθενής· πράξτε τα δέοντα./ Σκάψτε το λάκκο, ανοίξτε το φέρετρο/ αγοράστε χαλί./ Όποιος πονά, ας ανέβει επάνω./ Οι υπόλοιποι/ σκουπιστείτε από κάτω με την οδύνη σας/ να με διαμεσολαβεί/ το βάθρο των αληθινών δακρύων./ Έτσι όπως προικίστηκα με αυτάρεσκη σιωπή/ πάνω από παγωμένο θα γυμνάζομαι/ πρόσωπο νεκρού/ με λέξεις πασχίζουσες τα μάτια του ν’ ανοίξουν/ στους τροπικούς που κι αυτός ακόμη/ κάποτε τους απέρριψε/ Κι εσάς/ ούτε να σας πατήσω δεν θα καταδέχομαι.
Και ήρθε η ώρα για τις ώριμες κουβέντες. Η συζήτηση που έκανα με το Δημήτρη μου άρεσε πολύ, ίσως είναι η μέχρι στιγμής αγαπημένη μου συνέντευξη. Ας ανοίξει η αυλαία λοιπόν.

- Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.

- Γιατί ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση στις μέρες μας; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;

Ο κόσμος έχει αφεθεί σε εμπειρίες αποχαύνωσης (ή και εκτόνωσης). Όσο, μάλιστα, εντονότερος είναι ο αποχαυνωτικός (ή ο εκτονωτικός) χαρακτήρας της εμπειρίας, τόσο πιο δημοφιλής είναι η εμπειρία αυτή. Αναζητήστε τα στοιχεία που επισημαίνω σε συνήθεις χώρους διασκέδασης μετά μουσικής, στο τηλεοπτικό τοπίο ή και σε συνωμοσιολογικά πεζογραφήματα. Είναι πολύ φυσικό η στοχαστικότητα, η υπαινικτικότητα, οι γλωσσικοί πειραματισμοί και τα λοιπά προσδιοριστικά της ποίησης να την καθιστούν ακατάλληλη προς διψώντες για αποχαυνωτικά θεάματα, ημιάγρια διασκέδαση μετά μουσικής ή βίαιες εκτονώσεις σε στάδια. Σχετικώς με τα παιδιά, νομίζω ότι τα προκαταλαμβάνει αρνητικά η ζωή, τα πρότυπά της και οι δυσκολίες της προτού αποτελειώσει την ποίηση μέσα τους η αρτηριοσκληρωτική διδασκαλία της στο σχολείο. Σε ό,τι με αφορά, πιστεύω ακράδαντα στη ζωτικότητα της επαφής με την ποίηση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Μια τέτοια επαφή, όμως, δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται στη βάση της αηδιαστικής αποστήθισης, της βαθμοθηρίας και του ψυχαναγκασμού, αλλά της ομορφιάς, των χρωμάτων, της φύσης, του έρωτα και της συνείδησης, όπως απαιτεί η ποίηση όλων των αιώνων.

- Υπάρχουν σύγχρονοι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας;

Δεν ξέρετε πόσο έχει υποφέρει η ποίηση από την ανάγκη των ποιητών να χαρακτηρισθούν «σπουδαίοι», γι’ αυτό με ρωτάτε. Θα σας δώσω, όμως, κάποια ονόματα σύγχρονων ποιητών, μόνο και μόνο για να τοποθετηθώ απέναντι σε κατεστημένες στο λογοτεχνικό σινάφι αντιλήψεις: Δημήτρης Κάββουρας, Κώστας Σοφιανός, Διονύσης Καψάλης, Σωτήρης Παστάκας, Γιάννης Κυριαζής, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιάννης Πατίλης, Γιάννης Τόλιας, Αργύρης Χιόνης, Θεοδόσης Βολκώφ, Ιωάννης Τσίρκας, Σοφία Κολοτούρου. Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Κική Δημουλά.

- Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, υπάρχει αχτίδα ελπίδας; Είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις;

Οι αναγνώστες είναι ανύπαρκτοι. Οι ιθύνοντες απαθανατισμού της ποίησης (ανθολόγοι, μεγαλοεκδότες, επιμελητές εκδόσεων, περιοδικάρχες, διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, επιτροπές απονομής βραβείων) συνιστούν ένα σχετικώς κλειστό, αναξιοκρατικό, εσωστρεφές και ακάθαρτο κύκλωμα. Οι έμποροι είναι έμποροι και ως τέτοιοι λειτουργούν. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, αλλά τούτο το χαρακτηριστικό του δεν επαρκεί για μια σημαντική αλλαγή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά είμαι επίμονος.

- Θεωρείτε ότι η ποίησή σας ανήκει σε κάποιο ρεύμα; Ποια στοιχεία τη χαρακτηρίζουν;

Η ποίησή μου δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα. Χαρακτηρίζεται από την απόπειρα ανάδειξης του σώματος και των εκφράσεών του, τη σημασία του ελαχίστου στην άντληση εσωτερικής δύναμης, την από δωματίου αντίληψη του κόσμου, την προσέγγιση της συμπεριφοράς μέσα από τη βιολογία του σώματος, τη φυσιολατρεία, την καχυποψία απέναντι σε διανοητικά και ψυχολογικά αντανακλαστικά, την αναπαρθένευση της στοχαστικότητας μέσα από τη βλάσφημη αμφισβήτηση, την αέναη σκέψη ως το δραστικό συστατικό της επαναστατικής κυοφορίας, την εμπεδωμένη ματαιότητα μες στο άπειρο σύμπαν της τυχαιότητας, τη μέθη της αχαλίνωτης φαντασίας. Παρασύρθηκα, προφανώς, και σας μίλησα για τις μεγάλες μου φιλοδοξίες. Όπως και να ’χει, έτσι θέλω την ποίησή μου.

- Λίγοι αγαπημένοι σας στίχοι; Τι διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;

«Αν όλος ο χρόνος είν’ διαρκώς παρών/ τότε όλος ο χρόνος παραμένει αλύτρωτος». Πρόκειται για δυο στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ. «Θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό», ένας στίχος από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Να μην ξεχάσω, όμως, και την αγαπημένη Κική Δημουλά: «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε/ Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα/ Ποτέ καμιά πραγματικότης/ Δε θα μας είχε αγαπήσει». Προσφάτως διάβασα το εξής (μιλάει ο Νάνος Βαλαωρίτης σε Αθηναϊκή εφημερίδα), το οποίο μου έκανε εντύπωση: «Με έπεισαν μαζί με τον Μίνω Αργυράκη να δεχτώ την υποψηφιότητα, αν και λόγω της σχέσης μου με την ομάδα του Μπρετόν δεν έβλεπα με καλό μάτι τα βραβεία. Υποψήφιος ωστόσο ήταν και ο Μίλτος Σαχτούρης, και όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα οι ψήφοι διαιρέθηκαν ανάμεσα στον Σαχτούρη και σε μένα και δεν δόθηκε το βραβείο. Μέχρις εκεί καλά, αλλά ο Ελύτης είχε ψηφίσει υπέρ του Σαχτούρη. Μετά μου είπε πως είχε δεχθεί πιέσεις.» Φαίνεται πως ούτε οι μυθικές φυσιογνωμίες γλίτωσαν τις πιέσεις.

- Ποιοι είναι οι στόχοι ενός ποιητή στη σύγχρονη ελληνική, πεζή πραγματικότητα;

Ενός ποιητή, αγνοώ. Η ποίηση με βαπτίζει καθημερινά στην εσωτερική ηρεμία, στη δημιουργική ηδονή, στην απόλαυση της δροσιάς των πετάλων και του απαλόπνοου πρωινού ανέμου, στις γεύσεις που απειρίζονται πάνω από μια κούπα ζεστού, μυρωδάτου καφέ, στο πείσμα κάποιας αλλαγής εαυτού που ’ναι του κόσμου αλλαγή. Η γραφή επιστρέφει ως ανάγκη παρουσίασης αυτής της διαβίωσης.

- Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο; Μπορεί να γίνει πίνακας ζωγραφικής ή γλυπτό;

Μπορεί. Το ποίημα είναι ποίημα και έχει φτιαχτεί με λέξεις, όμως η ποίηση μπορεί να ταξιδέψει και σ’ άλλα μέσα έκφρασης.

- Αν ζούσατε πριν πενήντα χρόνια θα γράφατε έμμετρα; Ποια είναι η άποψή σας για την ομοιοκαταληξία στη νεοελληνική ποίηση;

Ο Βωδελαίρος έγραψε ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία κι έκπληξη. Ο δρόμος, όμως, ικανοποίησης των αναγκών αυτών δεν περνά αποκλειστικώς από το ρυθμό και τη ρίμα. Ο Ελύτης, γράφοντας «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Όλα τα δάχτυλα/ Σιωπή» σίγουρα εξυπηρετεί τη συμμετρία και την έκπληξη με τον αισθησιασμό του. Συμμετρία κι έκπληξη, για να αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, βρίσκουμε και στο προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Σωτήρη Παστάκα (από τη συλλογή Όρος Αιγάλεω την οποία και διάβασα πρόσφατα): «Να στρίψω ένα τσιγάρο/ και να το πιω τώρα ή να στρίψω/ ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;/ Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,/ για να τ’ ανάψω όταν ο ιδρώτας/ από τις μασχάλες σου θα μπορεί/ να ξεγελάσει και τους μπάτσους.» Συμμετρία κι έκπληξη και εδώ, λοιπόν, όχι μόνο δια του αισθησιασμού αλλά και δια της συμπλοκής εικονικών διπόλων που ενυπάρχουν στο υποσυνείδητο (μασχάλη/μπάτσος ή ιδρώτας/μπάτσος ή μπάτσος/έρωτας). Η ρίμα και το μέτρο, βεβαίως, δημιουργούσαν και δημιουργούν εντελώς φαιδρούς οπαδισμούς τύπου εικονολατρών και εικονομάχων, με τους πλειοψηφούντες ελευθερόστιχους να υποτιμούν ως ιλαρούς τους θιασώτες των παραδοσιακών μορφών και τους δεύτερους να αμύνονται με την αδιαφορία τους απέναντι στην ελευθερόστιχη ποίηση, σα θαρραλέοι και Θερμοπυλοφύλακες της γνήσιας ποιητικής. Σε ό,τι με αφορά, προτιμώ ως γραφιάς τον ελεύθερο στίχο και ως αναγνώστης προτιμώ την ποίηση σε όλη της την ποικιλομορφία. Αν ζούσα πριν από πενήντα χρόνια δεν ξέρω αν θα έγραφα, αλλά θα ήθελα να γνωρίσω πολλούς που έγραφαν τότε.

- Για να γράψει κάποιος χρειάζεται μόνο έμπνευση και συναίσθημα ή και τεχνική; Πόσο δουλεύετε τα ποιήματα σας;

Χρειάζεται να έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη, όχι για να του πεις αυτό που θέλει ν’ ακούσει, αλλά για να θυμάσαι πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι πόχει τόση σημασία, ώστε ο αναγνώστης να ερωτευθεί από το στόμα σου. Τα ποιήματά μου δεν τα δουλεύω όσο θα έπρεπε.

- Μερικοί στίχοι σας;

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή/ Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις/ Να στρώσει ό,τι το χιόνι.
Και κυρίως: Σβήστε τ’ όνομά μου/ για να γράψετε ένα στίχο./ Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση/ αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "στη μπρίζα".

4 Μαρ 2010

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΣΗΣ


ΦΩΤΟ: ΝΙΚΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΣΗΣ

Στις συνεδρίες πήγαινε πάντοτε
απροετοίμαστος
ήταν αφόρητα ανοργάνωτος
νωθρός, κατηφής, δυσκίνητος
αργός
μόνιμα κυνηγημένος από ληγμένους
λογαριαμούς και διαμαρτυρημένα
γραμμάτεια, ιδέες και σπουδαίες
εργασίες που δεν έγιναν.
Όταν, όμως, σηκωνόταν όρθιος
για να μιλήσει για το νόημα
όταν τ’ αγγεία του φούσκωναν
υπερτροφικά
κι άλλαζαν θέση μες στο σώμα του
ταξιδεύοντας στο αίμα
όταν η γλώσσα του εκπτυσσόταν
σα χαρά πάνω στο έλκηθρο
(Χριστούγεννα)
και τ’ ακροδάχτυλά του έραβαν
των κωφών τη μουσική
(τύμπανα)
γεννιόντουσαν Θεοί δίχως
προοπτική ανάστασης
γερά ριζωμένοι στη μαγεία της κλίσης
αρκετοί της στιγμής για να πιστέψεις
άνθρωπο.

3 Μαρ 2010

ΤΑ ΤΡΙΑ ΛΥΚΑΚΙΑ


ΤΑ ΤΡΙΑ ΛΥΚΑΚΙΑ

Ο αέρας που στροβιλίζεται
ανάμεσα στα κέρατα του τρομαγμένου ελαφιού
μυρίζει λύκο.
Στις παλιές αφηγήσεις των ανθρώπων
ο λύκος ήταν η αηδής νόσος
της ευτυχίας του ελαφιού.
Με τη βοήθεια, όμως, του οξυδερκούς
φυσιοδίφη
απενοχοποιήθηκε ο νοσηρός και αιμοβόρος
θηρευτής.
Τώρα συνειδητοποιείται η αξία και στη θήρευση.
Ισχύει. Δίχως το φόβο της εκτέλεσης
το ελάφι θα πέθαινε από ακινησία
μες στην ευμάρεια μιας αδιάλειπτης χορτοφαγίας
κι ούτε για μια φορά δε θα σήκωνε το τηλέφωνο
όλο το πρωινό στη δημόσια υπηρεσία.
Εγώ δεν κινδυνεύω. Όταν ο πολίτης δεν τηλεφωνεί
τηλεφωνώ εγώ να τον ενημερώσω.
Είμαι περίγελως συστήματος για γέλια.

1 Μαρ 2010

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Ένα πρωί
η Ακρόπολη χάθηκε απ’ τον ιερό βράχο˙
έγινε χρόνος.
Ο χρόνος δεν είναι μάρμαρο.
Είναι από σάρκα και οστά
κι όταν αλλάζει ο καιρός
ξεροσταλιάζει.
Με πατερίτσες στο ταμείον περιθάλψεως
ένα μνημείο μού κλέβει τη σειρά.