25 Φεβ 2010

ΠΗΡΑΜΕ ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΜΑΣ ΑΤΡΩΤΟΙ ΗΔΗ


ΠΗΡΑΜΕ ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΜΑΣ ΑΤΡΩΤΟΙ ΗΔΗ

Τέλειωσε του ρολογιού η μπαταρία.
Κοκκάλωσαν οι δείκτες σε μιαν ώρα.
Τους αποσύρω πάραυτα απ’ τη μέτρηση˙
δεν είναι οι ρυτίδες
που σε θρέφουνε σοφό.

Τώρα θα θάψω τα οστά του χρόνου
στο οστεοφυλάκιο μιας στιγμής
τούτη την ώρα που η έμπνευση αφρίζει
γυρεύω μιαν εικόνα
γυρεύω μιαν εικόνα.

Μάσα, σκύλε, τη λιχουδιά σου
γάβγισε τον έρωτα
πώς μπόρεσα μέσ’ από τοίχους
να σ’ αγαπώ σ’ απέραντα χορτάρια λιβαδιών
το σκήνωμά μου θα το πει
κι ο τρόπος που το βλέπω
μες στο στόμα σου.

Στόμα που τρώει την ώρα υγρό
μύτη υγρή που θεραπεύει τον αέρα
πίστη στη θρησκεία του φθόγγου
και το ναό του ασώματου σώματος
γίνεστε εικόνα˙ εικονολάτρες προσκυνήστε
ξύστε, λάβετε ολίγο υλικό
και τηγανήστε μέσα του
τις καθημερινές πληγές σας.

Θάλασσα θα ευωδιάσει, το υπόσχομαι.
Η σάρκα του ποιήματος ζει
φιλτράροντας το ύδωρ˙ πιείτε.
Τα πανιά της τελετής μου
θα φουσκώσουν τις ωδίνες σας˙ γεννήστε.
Τα παιδιά του ποιήματος δεν έχουν φτέρνες
να χτυπήσει ο καιρός.

23 Φεβ 2010

ΧΡΩΜΑ ΕΣΩΡΟΥΧΟΥ

ΧΡΩΜΑ ΕΣΩΡΟΥΧΟΥ

Συγκέντρωσα ροδοπέταλα
προς επίδοσιν ερυθρής ομορφιάς
σε ορφανούς μίσχους.
Έμαθα να χορεύω στολισμούς
από φιλόξενο βάζο ανθέων
μιμούμενος τις κινήσεις του τεχνίτη
πάνω στον υγροστρεφόμενο πηλό.
Η πλαστικότητα των υλικών
μ’ έκανε να κλαίω αβέβαιος
όποτε πήγα να χαρώ.
Στους μοναχικούς περιπάτους του κάστρου
με κυνήγησαν πεινασμένα σκυλιά
τρελαμένα απ’ τις βουές των ψυγείων.
Η ψύχρα της νύχτας αντήλλαξε μπροστά μου
σταγονίδια με το χόρτο
φυτρώνοντας πράσινη στα μάρμαρά μου.
Τα μνημεία μου έριξαν κάτω κίονες
όλων των ρυθμών
κι έγιναν μούμιες εποχών με γάζες.
Στις γάζες των νεκρών σωμάτων
έσυρα κάρβουνο˙ τις μαύρισα
με γράμματα. Τα δόντια μου
έπεσαν όλα μες στο στόμα μου
για να ρητορεύσω σωστά.
Με τα κόκκαλά μου έφτιαξα έπιπλα.
Πάνω τους έκατσε γυναίκα σταυροπόδι.
Τόση ευτυχία σ’ ό,τι ζήτησα.
Περιέργεια για το χρώμα εσωρούχου.

21 Φεβ 2010

ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ


ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

Φταίει που κοιμάσαι
και δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Πώς μπορώ να ονειρευτώ
όταν θέλω
τ’ όνειρό σου να ’μαι;
Στις μύτες των βλεφάρων
παρακολουθώ
το χείλος που συσπάται
από δίψα
μα δε χρειάζεται να σηκωθώ
για το νερό
αφού με βλέμμα υγρό
σε φιλώ μέσα στη νύχτα.

18 Φεβ 2010

ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ Ο ΜΑΓΚΑΣ


ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ Ο ΜΑΓΚΑΣ

Το πλήθος όρθιο˙ χειροκροτούσε.
Τα μπουζούκια έπαιζαν Της Δικαιοσύνης
την εισαγωγή. Μα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης
είχε άλλα σχέδια˙ άλλο ήθελε να πει.
Σηκώθηκε απάνω χαμογελαστός
και χόρεψε Του Βοτανικού ο Μάγκας.
Το πλήθος όρθιο˙ απορούσε.
Μέσα στα χειροκροτήματα, αλλιώτικο
το δικό μου
βούρκωνε γι’ αυτό το λίκνισμα
και μέχρι να εκπνεύσω θα βουρκώνει.

Όσα ξένα τραγούδια και να πεις
όσες πυραμίδες ερμηνείας κι αν ανέβεις
στο τέλος το δικό σου θα θυμάσαι
και θα θέλεις να χορέψεις.
Ακόμα και στο σκαμνί της δημιουργίας
βολεύεσαι καλύτερα.

16 Φεβ 2010

ΦΙΔΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ




ΦΙΔΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Όταν μου μιλάς γίνομαι η φωνή σου.
Πέφτω σουσάμι στο πρώτο κουλούρι
που έφαγες
αναρριγώ δέρμα στην πλάτη
των δέκατων έκτων γενεθλίων σου
απλώνομαι άσφαλτος στους δρόμους
που περπάτησες
και πάχνη στις πόλεις
που είδες περαστικός.
Γίνομαι η φωνή σου. Μιλάς και ξέρω
πόσος ιδρώτας τύλιξε τα δάχτυλά σου
όταν πρώτη φορά περιπλανήθηκαν
στο ζεστό γυναικείο κορμί
τί τύψεις ένιωσες μέσα στις εκκλησίες
προτού σταματήσεις να πηγαίνεις
πώς έκλεψες χρήματα από ξένα παντελόνια
κι από κείνο του πατέρα σου
κοιτάζοντας τριγύρω αγχωμένος.
Έτοιμη στο στόμα μου η φωνή σου
με προτρέπει ν’ αποκριθώ
κι υπόσχεται την ευτυχία και των δυο μας.

Οραματίζομαι τον εαυτό μου στα μπαλκόνια
και σιωπώ. Δεν είμαι εγώ αυτό
που θα ’θελες ν’ ακούσεις. Αν πρέπει
έτσι να με θυμάσαι, ξέχασέ με.
Δεν είμαι φίδι εγώ να διοικώ.

9 Φεβ 2010

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙΟΥ


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙΟΥ

Θραύση, διεκδικώ το μερτικό μου
απ’ τα σπασίματα:
είμαι το ποτήρι
μες στο οποίο αφηνιάζει το κρασί.
Διαλύομαι πριν καν γεμίσουν
οι γουλιές
και ποτίζω τα τραπεζομάντηλα
μ’ εκείνο τ’ άλικο της μέθης.
Στα ορεινά χωριά
μ’ απλώνουν στα μπαλκόνια
οι μανάδες των γαμπρών.
Είμαι η τουφεκιά
της αδιάλειπτης διακόρευσης.
Είμαι ο καθρέφτης
που κρεμάστηκε ανάποδα στους τοίχους.
Όσο κι αν πλησιάσεις
είδωλο δε θα δεις
αν δε γυρίσουνε τα μάτια σου
στο εσωτερικό μου.
Είσαι και μέσα μου όμορφη
αλλά όχι ίδια.
Μόνο μέσα στο ποίημα
αμάραντο δωρίζεται το μέλλον
μπουμπουκιού.

8 Φεβ 2010

ΘΗΚΕΣ


ΘΗΚΕΣ

Στη βιβλιοθήκη μου έχω πιάτα
στην πιατοθήκη μου βιβλία.
Πάνω στα βιβλία μου τρώω
κι ύστερα, χορτάτος, σας σερβίρω.
Κυρίως γεύμα ο εαυτός μου
ο εαυτός μου επιδόρπιο
πηρούνι μια κατάσταση
μαχαίρι μια αλήθεια.
Διαιτητικός. Ασκητική τροφή.
Βίος κουτάλι διαρκώς ν’ ανακατεύομαι.

6 Φεβ 2010

ΠΑΡΑΘΥΡΑ


ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Κανένα παράθυρο δεν έχει κλειδαριά.
Όλα τους ανοίγουν από μέσα.
Αν ξεχάσεις το κλειδί
παραμένεις ιδιοκτήτης
και για πρώτη σου φορά
τα βλέπεις είσοδο
δίχως το φόβο του διαρρήκτη.
Επιχειρώντας να τα παραβιάσεις
δε θέλεις ν’ αποτύχεις.
Θέλεις μέσα στο σπίτι σου να μπεις
γιατ’ είναι δίκαιο να έχεις σπίτι.

Paul Polansky, Αγάπη και άλλα ποιήματα


Ο ΦΟΒΟΣ

είναι μέσα σ’ όλους μας.
Ακόμα και στους πυγμάχους.
Γι’ αυτό, άλλωστε, πυγμαχούμε.
Για να ξορκίσουμε αυτή την αμαρτία.

Οι άνδρες, υποτίθεται, δεν πρέπει να φοβούνται.
Φοβόμαστε όμως.
Γι’ αυτό και πρέπει πάντοτε
ν’ αποδεικνύουμε την αξία μας.

Πριν από κάθε αγώνα
έτρεμα άσχημα.
Τα χέρια μου ίδρωναν,
μύριζαν χειρότερα απ’ τα πόδια μου.

Ολάκερος, όμως, ο φόβος
ξεχνιόταν
με την πρώτη γροθιά.
Ειδικά αν την έτρωγα πρώτος.

Τότε κάτι μέσα μου
αναλάμβανε
κι ήμουν σ’ έναν άλλον κόσμο
γευόμενος

το πιο μεγαλειώδες
παραδείσιο συναίσθημα
που ένας άνδρας μπορεί να νιώσει
καταστρέφοντας

το είδος του.

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΑΣ

Θέλουμε ελευθερία.

Ελευθερία να στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο
χωρίς να τα δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να βρίσκουμε δουλειά
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να πηγαίνουμε για ψώνια
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να ξαναχτίζουμε τα σπίτια μας
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να ταφούμε πλάι στους προγόνους μας
δίχως τους Αλβανούς, τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους,

να βεβηλώνουν τους τάφους μας.

ΠΕΙΝΑ

Δεν ανησυχώ
για το
αυριανό φαγητό

το στομάχι μου
δε μου
επιτρέπει
τέτοιον μακρόπνοο σχεδιασμό.

ΣΒΑΣΤΙΚΑ

Αφού είχαμε ξεθάψει
τους πρώτους τάφους
ενός εργάτη ο γιος
σκάλισε μια σβάστικα
σε μια ταφόπλακα

τον έπιασα επ’ αυτοφώρω
ούρλιαξα ώσπου μου ’φυγε το κεφάλι
δεν ήξερε
τι είχαν πάθει
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
οι Εβραίοι
οι δικοί του άνθρωποι

δεν είχε ακούσει
για το Ολοκαύτωμα
ούτε γνώριζε η σβάστικα
τι ήταν

ούτε αυτός ήξερε
τη σημασία της
ούτε και
ο πατέρας του

ήταν απλώς ένα σύμβολο
που κάποιοι, κουρεμένοι γουλί,
ψέκασαν στον τοίχο
του σχολείου του.

Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Οι μάχες του Δον Κιχώτη
ήταν φανταστικές.
Οι δικές μου πραγματικές.

Παλεύοντας με την αδικία
και το ρατσισμό
κατά των Τσιγγάνων.

Παλεύοντας με τις οργανώσεις αρωγής
που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες,
όχι ανθρωπιστικούς σκοπούς.

Ο Δον Κιχώτης κι εγώ
έχουμ’ ωστόσο ένα
κοινό:

κανείς από τους δυο μας
δεν κέρδισε ποτέ του
μάχη.

Ο ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ

Όταν ήμουν στο Ντένβερ
ήρθε ο Μωυσής απ’ το Μάλιμπου Μπητς
ντυμένος Τσάρλτον Χέστον
να πείσει τους συνέδρους
της Εθνικής Εταιρείας Όπλων
ότι τα πιστόλια δε σκοτώνουν τους ανθρώπους.

Τα λόγια του απ’ την εξέδρα
ενός πολυτελούς ξενοδοχείου του Ντένβερ
δεν παρηγόρησαν τις θλιμμένες οικογένειες
π’ έχασαν, μαθητές ακόμη, τα παιδιά τους
από πυροβολισμούς, δυο βδομάδες πριν, στο κοντινό Λίτλτον.

Οι πενθούσες οικογένειες δεν παρηγορήθηκαν
ούτε όταν ένας πρώην επαγγελματίας παλαιστής
ντυμένος ως ο κυβερνήτης της Μινεσότα
διακήρυξε αργότερα μες στη βδομάδα
ότι η τραγωδία του Κολουμπάιν
θα είχε αποφευχθεί
αν επιτρεπόταν στους δασκάλους
η οπλοφορία εντός των αιθουσών διδασκαλίας.
ΣΑΚΟΙ ΓΙΑ ΠΤΩΜΑΤΑ

Οι σάκοι για πτώματα
που η αστυνομία χρησιμοποίησε
για να βγάλει έξω
τους νεκρούς μαθητές
έμοιαζαν να είναι
οι ίδιοι πλαστικοί σάκοι
που ο στρατός χρησιμοποιούσε
για να φέρει απ’ το Βιετνάμ
τα πτώματα
των κολλητών μου συμμαθητών
ένα χρόνο μετά
την αποφοίτησή μας
απ’ το Λύκειο.

Δυστυχώς
δε νομίζω ότι
οι σάκοι για πτώματα
θα ’ναι ποτέ εκτός μόδας
στην Αμερική
για τους μαθητές
Λυκείου.
ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη σπανίως διαρκεί.

Για μια γυναίκα
ένα φίλο, τους γονείς σου,
τα παιδιά σου- όχι.
Σίγουρα όχι για το Θεό.

Κάποιοι λένε
ότι είναι ως το τέλος εκεί
γι’ αυτό που
κάνεις καλύτερα.

Έχω δει ανθρώπους
να εγκαταλείπουν
το ταλέντο τους
μετά από πενήντα χρόνια.

Έχω δει επαγγελματίες
ν’ αφήνουν το βιολί,
τους πίνακές τους,
την επιστημονική τους έρευνα.

Ουδέποτε, όμως, είδα
πραγματικό πυγμάχο
να εγκαταλείπει
αγώνα.

Αυτό είναι αγάπη.
(Μεταγραφή: Δημήτριος Μουζάκης)