27 Ιαν 2010

ΑΙΜΟΡΡΑΓΩ ΝΑ ΡΕΥΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ


ΞΑΝΑΔΑΓΚΩ ΚΙ ΟΛΟΜΑΣΩΝΩ

Στο λεύκωμά μου κόλλησα φωτογραφία
του τάφου μου
π’ άλλο βέβαια δε δείχνει
απ’ το κρεβάτι μας
όπου σαν κτήνος σ’ αγαπώ
φονεύοντας την ηδονή.

Μ’ όλα τα μουγκρητά της ζούγκλας
μπήγομαι στο κορμί σου
μ’ όλα τα ρετσίνια των δένδρων
πασαλείβομαι στο τραύμα σου
κι εφευρίσκω όλο νεώτερους
αιμάτων μυζητήρες
να μη χάσω σταγόνα πόνου κι ουρλιαχτού
στα ρημαγμένα μέλη σου
π’ ολοτρυγώ με λόγια και με τρόπους
ώσπου φτάνει μη φτάνει μη
ψελλίζει η σακάτική σου γλώσσα
μες στο στόμα μου
όταν εγώ ακόρεστος ξαναδαγκώ
κι ολομασώνω διάπυρος σπερμάτων
το καθετί που είσαι.

Θα σου το πω και το γιατί
σταλήλιακτη λιακάδα λιοστεργόσπορη:
μόνο στην όψη σου πετάλων κι ωοθήκης
(τέτοια καμπυλωτά καρπόφυλλα
μεστολομελωμένα)
αν μείνουν έστω και λεπτόνιά σου
αγονιμοποίητά μου
θα εκραγώ πυρηνικός μέσ’ απ’ το σώμα μου
ουτιδανός κι ατιμασμένος μάγος.

Ενώ έτσι˙ θα δεις
ξαπλώνοντας μετά πάνω στο στήθος μου
πόσο διαφανής είναι αυτή η βουλιμία μου
και πόσα χρώματα το στρώμα μας αλλάζει

όπως με την αυγή αχνίζει απ’ το δέρμα μου
η στρατόσφαιρα της βόλτας μας αυτής.

ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Αντί να φορέσω το μαλλί του
ενσωμάτωσα τον αμνό.
Κατόπιν άδειασα το μαξιλάρι μου
απ' τα πούπουλα
κι έβαλα μέσα του λίμνη με πάπιες.

Τα πούπουλα τα πήρα μαζί μου
στη δουλειά.
Δεν άφησα συνάδελφο
να μην τα δείξω.

Δεν είμαι σίγουρος γιατί.
Ίσως είναι ο τρόπος μου
να προτείνω κάτι καλύτερο
μέσ’ απ’ αυτό που ζούμε.
Ποιος θα τα βάλει με τα πούπουλα
αν δεν του πεις πώς είναι να κοιμάσαι
πάνω στη λίμνη με τις πάπιες;

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ

Όταν φωνάζει ο γείτονας
στη γυναίκα του, στο παιδί του
στο άτακτο, παχύ σκυλί του
μου ’ρχεται ν’ αρπάξω
τη σιδερώστρα
να του χτυπήσω το κουδούνι
και με το που θ’ ανοίξει
να του φέρω στο κεφάλι
άπλυτα, πλυμένα, σίδερα
κι ατμούς. Δεν το κάνω.

Ο λόγος δεν είναι
το δικαίωμα που θα του δώσω
να μ’ ανοίξει το κεφάλι
όποτε φωνάξω εγώ. Όχι.
Ξέρω καλά πόσο ενοχλείται
ο γείτονας
έτσι που είμαι μόνιμα μουντός
απρόσιτος, αμίλητος, σκυφτός.

Εάν ενδώσω στη φωνή του
θα ενδώσει στη σιωπή μου
ο γείτονας ο διαφορετικός.

ΔΩΡΗΤΗΣ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ

Αν το παιδί μου γίνει
γιατρός ή δικηγόρος
πρόεδρος κάποιας κυβέρνησης
ή καθηγητής πανεπιστημίου
πείτε του, σας εκλιπαρώ
ποιος ήταν ο πατέρας του.
Αλλιώς
ούτε να το ξέρω δε θέλω.

ΟΙ ΤΟΜΕΣ

Ξεχάστε τις εποχές
με τις αυξητικές στήθους
και τις λιπαναρροφήσεις
των γνωστών μοντέλων.
Εφεξής κι
ανεξαιρέτως όλες οι γυναίκες
ως και τις αιμορροΐδες τους
θα χειρουργούν
στους πλαστικούς χειρουργούς.
Μόνο το επιδέξιο νυστέρι
μπορεί στο σκύψιμο να κρύψει
τις τομές.

ΓΙΑ ΛΥΠΗΣΗ

Μπορώ ν’ ανταλλάξω λέξεις
κρατώντας τη σημασία τους˙
να πω την αγάπη όρνεο
την πίστη μου λευχαιμία.
Μ’ όρνεο στα σωθικά
στο νου μου λευχαιμία
κανείς δε θα καταλαβαίνει
κι όλοι θα με λυπούνται˙
θ’ απομείνω μοναχός, αόρατος
εξόν ενός ή δυο ανθρώπων.
Αυτοί θα ξέρουν το μυστικό μου.
Θα ’ναι κι αυτοί για λύπηση
ένοικοι των σκιών
όπου το φως ευφραίνεται
ασφαλές κι ακοινοποίητο.

ΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

Όταν μ’ αποτεφρώσουν
να σκορπίσεις τις στάχτες μου
στον αέρα του σπιτιού˙
να μ’ αφήσεις να σου κάνω
συντροφιά
όπου αναπνεύσαμε
αέρα δωματίου.
Καταλαβαίνεις πόσο χώρο φυτέψαμε
με τις μέσα μας εκτάσεις
ή πρέπει ν’ αναστηθώ για να δακρύσεις;

ΜΠΟΥΓΑΔΟΝΕΡΟ

Η καλοσύνη μου
αεροπλάνο που δεν απογειώνεται
κι όλο στην άσφαλτο σφαδάζει
κει που οάσεις βλέπουνε
οι διψασμένοι του καιρού μου.
Ήρως δεν είμαι να δροσίσω.
Στον άνθρωπο τάζω την άρση
του κόσμου που άνθρωπος έφτιαξε.
Στον κόσμο τάζω την άρση
ανθρώπου που έφτιαξε κόσμο.
Μεθάω συχνά και ντρέπομαι.
Στη μύτη μου σπάζουν αγγεία
γιομάτα μπουγαδόνερο.

ΜΗΔΕΝ ΡΕΖΟΥΣ ΑΡΝΗΤΙΚΟ

Όλο το προηγούμενο δευτερόλεπτο
χαμογελούσες. Είναι βαρύς ο εθισμός
κατάλαβέ με
ιδρώνω και πονώ, πίνω
μα δε μεθώ
έχεις τη δόση μου στα χείλη σου
τις φλέβες μου όλες άδειες
αιμορραγώ να ρεύσεις μέσα μου
δίχως σου ξεψυχώ.

T.S. ELIOT, ΜΙΑ ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ


Σ’ εκείνη που οφείλω το άλμα της απόλαυσης
Καθώς ταχύνει τις αισθήσεις μου με την αφύπνισή μας
Και το ρυθμό που κυβερνά του ύπνου την ανάπαυλα,
Ενιαία αναπνοή, σιαμαία ανάσα

Εραστών που αντήλλαξαν τη μυρωδιά του σώματος
Που σκέφτοντ’ όμοια χωρίς να λένε λόγια
Και φλυαρώντας όμοια, νόημα δε γυρεύουν

Κανείς ενοχλητικός άνεμος δε θα παγώσει
Κανείς ήλιος κατηφής δε θα μαράνει
Τα ρόδα στο ροδόκηπο που ’ναι δικά μας, δικά μας μόνο

Κι ας είν’ η αφιέρωση αυτή γι’ άλλους να τη διαβάσουν:
Aυτά είναι λόγια προσωπικά που σ’ απευθύνω δημόσια.
(μεταγραφή: Δημήτρης Μουζάκης)

26 Ιαν 2010

Ο ΤΟΙΧΟΣ


Κάποτε, σε μια παράξενη πόλη ενός σκοτεινού πλανήτη, ζούσε ένας τοίχος. Ο τοίχος αυτός, λευκός και σκληρός κι ενίοτε υγρός για κάποιες μέρες του Xειμώνα, δεν ήταν σαν όλους τους κουφούς τοίχους όλων των συνηθισμένων πόλεων των φωτεινών πλανητών: ήταν ένας τοίχος που άκουγε. Το δωμάτιο που περιέκλειε φιλοξενούσε συχνά επισκέπτες και ενοίκους, προσωρινούς και μόνιμους, ανθρώπους όλων των θυμικών και χνώτων. Άλλοτε, πάλι, το δέρμα του ξεφλούδιζε απʼ τη σιωπή και την ακινησία, κι ο τοίχος έμενε μόνος του με τις φωνές του παρελθόντος, ανυπόμονος να υποδεχτεί νέες ομιλίες, ολοκαίνουριους ψιθύρους μα κι υγρούς, γιομάτους πίκρα, αναστεναγμούς.

Και πόσα δεν είχε ακούσει ο τοίχος στο δωμάτιο! Στριγγλιές, αναφιλητά, γρήγορες ανάσες μα κι αργές, συζητήσεις ως τα χαράματα, παιδικά κι ενήλικα κλάματα κι ασυγκράτητες χαρές με ξεφωνητά και ποδοβολητά! Ο τοίχος τα παρακολουθούσε όλα με μεγάλη λαιμαργία, τα ρουφούσε, στενοχωριόταν με τη θλίψη των ανθρώπων, χαιρόταν με τη χαρά τους, γινόταν φίλος, αδελφός τους, μάνα τους, πατέρας τους… ώρες ώρες ευχόταν να μην ήταν τοίχος, να ήταν και κείνος άνθρωπος, να μπορούσε να περπατήσει ανάμεσα στους ανθρώπους, να χορέψει μαζί τους, να τους αγκαλιάσει, να ζήσει κι αυτός τη ζωή τους μʼ όλα τα συναισθήματα, τα δάκρυα, την ελευθερία και την ομορφιά.

Κάτι τέτοιες ευχές, όμως, πραγματοποιούνται μόνο στα παραμύθια όπου οι τοίχοι είναι ψεύτικοι κι οι άνθρωποι που ζουν μέσα σʼ αυτούς αληθινοί. Έτσι, ο τοίχος μας παρέμενε τοίχος, σιωπηλός σύντροφος των ανθρώπων, ακούραστος προστάτης και φύλακας της καθημερινότητάς τους στιγμή με τη στιγμή, μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο. Καμιά επανάληψη δεν τον εξαντλούσε, καμιά συμφορά δεν τον τρόμαζε, καμιά χαρά δεν τον λίγωνε ώστε να προσευχηθεί στο Θεό των τοίχων να χάσει την ακοή του. Οι ήχοι των ανθρώπων αποθηκεύονταν στα σπλάχνα του ως το μεγαλύτερο και μελωδικότερο δώρο, για το οποίο αισθανόταν ευγνωμοσύνη βαθιά.

Ένα βράδυ –βράδυ θα πρέπει να ʼταν, μιας και τοίχος που δε νιώθει το φεγγάρι δεν υπήρξε ποτέ– το δωμάτιο του τοίχου επισκέφθηκε για πρώτη φορά ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με κανέναν απʼ τους ανθρώπους που ως τώρα είχε ακούσει. Ο άνθρωπος αυτός φερόταν αλλόκοτα, ανακάτωνε το δωμάτιο, ψαχούλευε το καθετί που υπήρχε μέσα του, ανοιγόκλεινε συρτάρια, περιεργαζόταν θήκες και θηκούλες, ψηλαφούσε τον ίδιο τον τοίχο σπιθαμή προς σπιθαμή και τον αναστάτωνε. «Κλέφτης», σκέφτηκε ο τοίχος και τρομοκρατήθηκε– και τότε, συνέβη κάτι το καταπληκτικό. Ο άνθρωπος που ψαχούλευε με τόση μανία το δωμάτιο είπε: «Ναι, κλέφτης». «Ακούστηκα;», αναρωτήθηκε σαστισμένος ο τοίχος. «Ναι», αποκρίθηκε πανήρεμος ο κλέφτης, συνεχίζοντας, ταυτόχρονα, την επιδρομή του.

«Αν δε φύγεις, κλέφτη», σκέφτηκε θυμωμένα και αποφασιστικά ο τοίχος, «θα τρίξω τα τούβλα μου με όλη μου τη δύναμη. Οι άνθρωποι που ζουν μέσα μου θα νομίσουν ότι γίνεται σεισμός, θα ξυπνήσουν και τότε…». Ο κλέφτης δε φάνηκε να ταράζεται. Με ξεκάθαρη φωνή και, δίχως να πάψει στιγμή να αναζητά, είπε στον τοίχο: «Κανείς δε ζει μέσα σου». «Χα», κάγχασε ο τοίχος με τη σκέψη του. «Και ποιοι είναι όλοι αυτοί που ακούω ολημερίς –και καμιά φορά το βράδυ– να μιλούν και να στενάζουν, να κλαίνε και να γιορτάζουν, να γεννούν, να μισούν και νʼ αγαπούνε;». «Απʼ έξω σου έρχονται, καημένε, όλες οι φωνές», είπε ο κλέφτης, «εδώ μέσα μήτʼ έζησε μήτε θα ζήσει κανείς ποτές».

Ο τοίχος δεν πίστεψε τον κλέφτη. Πήρε βαθιά ανάσα από τα ρουθούνια της επιφάνειάς του κι έτριξε μʼ όση δύναμη είχε τα τούβλα του για να ξυπνήσει τους ανθρώπους, μια και δυο και τρεις φορές. Αποκαμωμένος, περίμενε νʼ ακούσει την αφύπνιση που θα έδιωχνε τον κλέφτη. Όμως δε σάλεψε κανείς. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε, τότε, τον τοίχο. Ώστε ήταν αλήθεια; Όλα έρχονταν απʼ έξω; Μέσα στο δωμάτιο, το δικό του το δωμάτιο, δεν έζησε ποτέ κανείς; Κι ετούτος, ο κλέφτης, τι γύρευε με τέτοια επιμονή μες στο δωμάτιο;

Ο κλέφτης άκουσε τις ερωτήσεις του τοίχου μα δεν αποκρίθηκε. Συνέχισε για ώρες κι ίσως μέρες πολλές την αναζήτησή του μέσα στο δωμάτιο που, αν και ποτέ του δε φιλοξένησε ανθρώπους, θα πρέπει να ʼχε μέσα του πολύτιμα αντικείμενα, πετράδια, ίσως, μεγάλης αξίας ή ράβδους χρυσού.

Κάποτε ο κλέφτης τέλειωσε το ψάξιμο κι έκαμε να φύγει. «Μη», σκέφτηκε ο τοίχος, «πες μου τʼ όνομά σου, πες μου τι γύρευες μες στο δωμάτιο τόσον καιρό». «Είμαι ο Στίχος», απάντησε ο κλέφτης, «και μάζεψα τα φλούδια». «Ποια φλούδια;», αναρωτήθηκε ο τοίχος. «Τα φλούδια από το δέρμα σου, τοίχε, τα φλούδια που χύνονταν παντού μες στο δωμάτιο όταν κανένας ήχος δεν έφτανε στʼ αυτιά σου, καμιά ευτυχία, καμιά ομιλία, καμιά αγάπη ή ψέμα ή μίσος ή γέννα˙ τα φλούδια της μοναξιάς σου, τοίχε, τα πάω στους ανθρώπους για να ερωτευθούν». Μʼ αυτές τις κουβέντες ο κλέφτης έφυγε.

Ο τοίχος σωριάστηκε στα πόδια της γυναίκας και προσκύνησε.


FILIOQUE


Η σκόνη που έχω σήμερα στον αυχένα είναι από τη στέκα του Καρούζου. Οι κρούσεις που έχουν πραγματοποιηθεί επί των τοιχωμάτων μιας του ρήσης –ρήση το τραπέζι του μπιλιάρδου, μπίλια, εννοείται, το κεφάλι μου- είναι περισσότερες από τις σκέψεις που μπορώ να καταγράψω. Ας διασώσω κάποιες, αφού αναφέρω τη ρήση:

Ο ποιητής έχει όλα του ποιηματογράφου. Ο ποιηματογράφος δεν έχει τίποτα του ποιητή.(1)

Σκέφτομαι έτσι, για αρχή, ότι τόσο ο ποιητής όσο και ο ποιηματογράφος συνθέτουν ποιήματα. Γνωρίζω, άραγες, κάποιον ορισμό του ποιήματος; Όχι ο αγράμματος, ο ενδεής κι απαίδευτος, ορισμό του ποιήματος δε γνωρίζω. Καθότι αυτάρεσκος, δεν παραιτούμαι: επιθυμώ να σκαρώσω έναν. Ποίημα, λοιπόν, είναι κάθε λεκτική σύνθεση που, όταν ολοκληρωθεί, ο συνθέτης της ομολογεί στον εαυτό του πως αυτό που συνέθεσε είναι ποίημα (ή, έστω, διερωτάται). Έχω την αίσθηση πως αν ο συνθέτης λέξεων διακατέχεται από μια γνήσια, ανυπόκριτη βεβαιότητα πως η σύνθεσή του δε συνιστά ποίημα, δεν πρόκειται ποτέ να τη φανερώσει στην ανθρωπότητα ως ποιητική σύνθεση. Πρόκειται, λοιπόν, για μια σύνθεση με την οποία ουδέποτε θα ασχοληθούν άνθρωποι, επομένως ουδέποτε θα σχηματιστεί άποψη για την ποιητική της αξία, πέραν αυτής του συντάκτη της και του Θεού της ποίησης.

Όρισα, λοιπόν, το ποίημα στο επίπεδο των προθέσεων του συντάκτη. Τοιουτοτρόπως συμπεριέλαβα στα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης όλα τα ποιήματα που συνετέθησαν υπό τη σκέπη του «τώρα συνθέτω ποίημα» ή «ίσως είναι ποίημα αυτό που τώρα συνθέτω». Σύμφωνα με τη ρήση του Καρούζου, άλλα από αυτά τα ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών και άλλα ποιήματα ποιηματογράφων. Όλα τους, δε, διαθέτουν τον ιστό που απέκτησαν κατά την αυλάκωση του ορισμού μου: τα συνέχει η (ασθενική, έστω) πεποίθηση του συνθέτη τους, η απαραίτητη για να παρουσιασθούν στην ανθρωπότητα ως ποιήματα.

Ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα. Πώς ξέρουμε ποια ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών (για να τα στολίσουμε με δαφνόφυλλα και να τʼ αγαπάμε ως δια χειρός των όλα κατεχόντων) και ποια ποιήματα ποιηματογράφων (για να τα πτύουμε απαξιωτικώς και να τα μισούμε ως δια χειρός των τίποτα κατεχόντων);

Ούτε ξέρω τρόπο ούτε μπορώ να σκαρώσω. Σχεδίασα έναν ορισμό για το ποίημα προσπαθώντας να διατηρήσω την πληθυσμιακή ακεραιότητα του συνόλου των ποιημάτων. Αποδέχτηκα ότι όλα τα ποιήματα είναι ποιήματα, στη βάση του ότι συνετέθησαν ως τέτοια, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι ότι όλα τα τραγούδια είναι τραγούδια επειδή συντίθενται ως τραγούδια (και όχι ως συνηχήσεις απώθησης σκύλων, μυοκτονίας ή απεντόμωσης). Από εκεί και πέρα, αδυνατώ να ξεχωρίσω ποιητές από ποιηματογράφους.

Μέσα στην απελπισία του αδιεξόδου, προκύπτει το εξής ερώτημα: είμαι υποχρεωμένος να αποδεχθώ το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ας αναρωτηθώ κατάτι ευστοχότερα. Τι λόγους έχω να αποδέχομαι το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ένας λόγος ενδεχομένως είναι το πρόσωπο που πραγματοποίησε το διαχωρισμό: ο Νίκος Καρούζος. Από μόνο του το γεγονός αυτό φρονώ ότι για σημαντική μερίδα ανθρώπων συνιστά απόδειξη, αποτελεί απολύτως αντισεισμικό οίκο αυθεντίας. Σε εμένα δεν επαρκεί. Άλλος λόγος θα μπορούσε να είναι η συμπεριφορά της ιστορίας απέναντι στα ποιήματα: άλλα τα απαθανατίζει και άλλα τα απαλείφει, περιορίζει την ύπαρξή τους στο ότι, απλώς, κάποτε συνετέθησαν. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι τα μεν εγράφησαν από ποιητές και τα δε από ποιηματογράφους. Σουρωτήρι και ο λόγος αυτός. Μπάζει από παντού: α) Δεν είναι ενιαία η τοποθέτηση των ανθρώπων απέναντι στα ποιήματα που απαθανατίζει η ιστορία, β) Οι μηχανισμοί απαθανατισμού δεν εξασφαλίζουν σε καμία περίπτωση την έκφραση της λαϊκής αποδοχής, την ισότιμη προβολή όλων των ποιημάτων ή την εφαρμογή κάποιων κοινώς αποδεκτών συνιστωσών αισθητικής, γ) Η ιστορία δεν έχει γραφτεί για τα ποιήματα που συντίθενται σήμερα, επομένως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα ως προς το αν θα τους αποδοθεί κύρος ποιητή ή απαξίωση ποιηματογράφου, δ) Από πουθενά δεν προκύπτει κάποιο «κοσμικό», «μεταφυσικό» αλάθητο της ιστορίας. Ένας τρίτος λόγος θα μπορούσε να είναι η αποδοχή μιας υπεριπτάμενης ποιητικής ιδέας ή προτύπου, προφήτες της οποίας είναι μόνον οι ποιητές και όχι οι ποιηματογράφοι, έστω κι αν αδυνατούμε ημείς οι θνητοί να διατυπώσουμε το σύνολο των κανόνων που γρήγορα, άμεσα και αδιαμφισβήτητα θα εφαρμοζόταν, απομονώνοντας σαφώς τις δύο ομάδες. Είναι, πράγματι, πειρασμός, φύσει εκπορευόμενος ίσως, να πνευματοποιεί κανείς το σωματικό του ρίγος, να παράγει μια μεταφυσική υπόσταση τοποθετημένη εκτός χωροχρόνου, χαρακτηριζόμενη από πλασματική τελειότητα και αφθαρσία. Κάπως, έτσι, άλλωστε, φθάνουμε και στο filioque της Ποίησης: το Άγιο Πνεύμα (η ποίηση) εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το Θεό της Ποίησης) ή και τον Υιό; Στα θεολογικά συγκλονιζόμαστε αιώνες τώρα δίχως να αμφιβάλλουμε για το πρόσωπο του Υιού. Στα ποιητικά, μαίνονται τα χειρότερα: ούτε καν ξέρουμε τον Υιό. Διεκδικούν ποιητές και ποιηματογράφοι.

Δε βρίσκω να μου προσφέρει τίποτα ο διαχωρισμός ποιητών και ποιηματογράφων. Τον εγκαταλείπω στο αίνιγμά του. Προσπαθώ να βυθιστώ σε ύπνο ηδύ και δια τούτο ενθυμούμαι τον Μάρκο Αυρήλιο: Σήμερα ξέφυγα από καθετί βασανιστικό ή μάλλον έδιωξα καθετί βασανιστικό˙ γιατί δεν ήταν έξω αλλά μέσα μου, στη φαντασία μου.(2) Στρατιές ποιητών, αναγνωστών και θεωρητικών της λογοτεχνίας ερίζουν γύρω από εκφράσεις όπως «τούτο είναι ποίημα, κείνο δεν είναι ποίημα», «κείνος είναι ποιητής, τούτος δεν είναι ποιητής», υπό τας επιταγάς μιας αποπροσανατολισμένης αίσθησης του υπηρετείν την υπεριπτάμενη Ποίηση. Λες και η συγγραφή ποιήματος ταυτίζεται με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος: χρειάζεται άδεια (εκ Θεού, κράτους ή θεοκρατούμενου κράτους;) και ο παραβάτης φυλακίζεται ως απειλών τη δημόσια υγεία.

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν ορίζαμε γενναιόδωρα πως ποίημα είναι ό,τι γράφεται με την αυτή πρόθεση, αποφορτίζοντας τη λέξη από το μεταφυσικό κίνδυνο της βλασφημίας, ταυτίζοντας τους ποιηματογράφους με τους ποιητές και, εν τέλει, συμφωνώντας σε έναν εφαρμόσιμο, κυριολεκτικό ορισμό;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν αποφλοιώναμε την ποιητική πράξη από την ανάγκη προσδιορισμού φυλετικής ανωτερότητας κάποιων στιχοπλόκων έναντι κάποιων άλλων;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν στοχεύαμε σε ένα ευρύ, πεπαιδευμένο περί τα ποιητικά κοινό, το οποίο θα επιλέγει μόνο του τα ποιήματά του, δίχως την προληπτική διαλογή των «επαϊόντων», τουτʼ έστιν ακαδημαϊκών, περιοδικαρχών και άλλων ηγεμόνων;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν μετουσιώναμε το σεβασμό απέναντι στην ποιητική τέχνη σε σεβασμό απέναντι σε όλους εκείνους που την υπηρετούν και όχι σε εκείνους που καταλαμβάνουν το θώκο μιας-συχνότατα αμφίβολης ποιοτικά-αναγνώρισης, αναγνωρισιμότητος και δημοφιλίας;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν τοποθετούσαμε όλα τα ποιήματα στο ίδιο ράφι, αναγνωρίζοντας πως πρωτεύει η συγκίνηση που δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο εντός του ευρέος χωροχρόνου και όχι η όποια συγκυριακή, υψηλή ή χαμηλή δημοτικότητά τους;

Μήπως δε διαφέρουμε από τους καννιβάλους όταν είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο λοιδωρούμε έναν άνθρωπο που έγραψε στίχους;

Στην αγκαλιά, πια, του Μορφέα, δε διερωτώμαι διόλου.

1. Καρούζος Νίκος, 1998: 115. Πεζά Κείμενα, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
2. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΤΩΝ ΟΡΧΕΩΝ


he who understands baboon would do more towards metaphysics than Locke
Charles Darwin
Στο τεύχος της 25ης Μαΐου του περιοδικού Ποιείν, δημοσιεύθηκε άρθρο υπό του φερέλπιδος ποιητού Ζήσου Αϊναλή, ανάγνωση του οποίου μου δημιούργησε μια σκέψη και μιαν έξαψη να συγκρίνω ετεροθεματικά φαινόμενα. Ας ξεκινήσω, λοιπόν, με ορισμένα μεγέθη όρχεων. Ο γορίλας τους διαθέτει μικρούς, ο άνθρωπος μεσαίους και ο χιμπατζής μεγάλους. Η εξήγηση επί του μεγέθους των όρχεων των συγγενικών αυτών ειδών (για την ακρίβεια: επί της διαφοροποίησης του μεγέθους από είδος σε είδος) δε δόθηκε στη βάση του κακού ιστορικού προηγούμενου από διανοούμενους του διαλεκτικού υλισμού ούτε θεμελιώθηκε επί του κομμουνιστικού οράματος. Ο χιμπατζής, λοιπόν, λένε οι ζωολόγοι, έχει μόνο όπλο διαιώνισης απέναντι στο ιδιαιτέρως άπιστο θηλυκό την ποσότητα του σπέρματος που αποθέτει ενδοσωματικώς, ενώ ο ρωμαλέος γορίλας μπορεί μεν να μαστίζεται από το πρόβλημα της νανορχίας, πλην όμως διαθέτει χαρέμια που ελέγχει σεξουαλικά, βεβαιώνοντας, τοιουτοτρόπως, ότι τα παιδιά είναι δικά του και όχι εκ νυχτών με τους ανταγωνιστές του.

Ο άνθρωπος, ως ενδιάμεση περίπτωση, τους έχει μεσαίους. Διαβάζοντας τις ηρωικές αναφορές σε όρχεις στο άρθρο του κ. Αϊναλή, τους παραπάνω συνειρμούς δεν μπόρεσα να τους αποφύγω. Και δεν ήταν οι μόνοι. Θυμήθηκα και σχετικόν εδάφιον αναγνώσεως της πρώτης μου νιότης, από τον Καπιταλισμό του Βασίλη Ραφαηλίδη: …Ούτω πως προέκυψε η πρώτη μορφή ιδιοκτησίας, όπως λέγεται η κτήση (η απόκτηση) κάποιου πράγματος προς ίδιον όφελος. Και η μέχρι τότε ξέφραγη γη, που μέχρι τότε ήταν ολόκληρη…ιδιοκτησία του Θεού, γέμισε παλούκια και φράχτες. Ως τι μέρες μας ο φράχτης παραμένει σύμβολο της ιδιοκτησίας. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από το να βλέπεις τη γη παλουκωμένη…Θα αναρωτηθεί, βέβαια, κανείς, διατί τα λέω όλα αυτά. Ιδού η απάντησις: διότι αρέσκομαι στις απώτατες (ultimate) από τις εγγύς (proximate) αναλύσεις. Για τον Βασίλη Ραφαηλίδη, λοιπόν, το παλούκωμα της γης μπορεί να ήταν μια ζοφερή στιγμιαία έμπνευση, μια όζουσα κακή απόφαση, επί της οποίας χτίστηκε το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Για μένα, το παλούκωμα της γης είναι, μεταξύ άλλων, η έκφραση του ενστίκτου της ιδιοκτησίας, κι ας διαφέρουν αισθητικά τα ανθρώπινα παλούκια από τα ούρα των σκύλων (οι οποίοι, ως γνωστό, επίσης ορίζουν χώρους-και μάλιστα, εκεί που ο άνθρωπος ιδεοφορεί). Αυτός, ίσως, είναι και ο λόγος που επιφανής ζωολόγος, αναφερόμενος στο κομμουνιστικό κοσμοείδωλον, αναφώνησε Υπέροχη θεωρία, λάθος είδος. Ας έλθουμε, τώρα, και στη διαπλοκή των λογοτεχνικών περιοδικών, τα οποία είναι ιστορικά αδύνατον να δραπετεύσουν του οικονομικού συστήματος που τα γέννησε. Για μένα, λοιπόν, ο αφορισμός του καπιταλισμού είναι μια λίαν ενδεής προσέγγιση/ερμηνεία της κατάντιας των λογοτεχνικών περιοδικών. Προτιμώ και εδώ μια πιότερο μακρόπνοη προσέγγιση, με το χέρι, όμως, του ανάστροφου εξελικτικού (evolutionary) βάθους. 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης είναι, όπως και να το κάνουμε, σάμπως περισσότερα από τα 100 ή τα 200 ψωροχρονάκια. Το ένστικτο, λοιπόν, της ιεραρχίας, είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο μαριονεττίστας της λογοτεχνικής κίνησης. Να εξηγηθώ. Ο άνθρωπος δημιουργεί θώκους, επί των οποίων τοποθετεί οπίσθια ανθρώπων. Η δύναμη συγκρότησης των θώκων (σπουδαίος ζωγράφος, σπουδαίος ποιητής, σπουδαίος τραγουδιστής) είναι κατά πολλές τάξεις μεγέθους ισχυρότερη της δυνάμεως που ορίζει τον τρόπο, με τον οποίο τα οπίσθια θα καταλάβουν το θώκο της σπουδαιότητος. Γιʼ αυτό πουλιώνται εκατομμύριοι δίσκοι αντικειμενικώς κακόφωνων τραγουδιστών-όχι γιατί το κοινό αδυνατεί να εντοπίσει την κακοφωνία, αλλά γιατί κάποιος αποφάσισε (ο εταιρειάρχης, ο παρακοιμώμενος, ο διαχειριστής του θώκου) να τοποθετήσει τους συγκεκριμένους αοιδούς στο προσκήνιο. Γιʼ αυτό οι επαΐοντες του μέλλοντος θα αναλύσουν και θα διδάξουν ποιήματα που περιόδευσαν στα επιφανή λογοτεχνικά περιοδικά και τις ανθολογίες (πρόκειται περί της απαρεγκλίτως απαραίτητης, ικανής συνθήκης)-όχι γιατί αγνοούν τη διαπλοκή ή τον πληθυσμό τον καλλιτεχνών που αγνοήθηκε, αλλά γιατί μόνο τα οπίσθια των επιφανών θώκων χρήζουν ενασχόλησης και ιστορικού σεβασμού.

Γιʼ αυτό και ο πλέον άσχετος που μαθαίνει πως γράφω με ρωτά αυθόρμητα αν έχω δημοσιεύσει, με ποιον οίκο, τι κριτικές υπάρχουν για το άτομο μου και πόσα βραβεία μού έχουν απονεμηθεί-ούτε που περνάει από το μυαλό του να με τοποθετήσει μέσα του-σημαντικός, ασήμαντος-από το γραφτό μου. Δίχως το θώκο (third party perspective) του είμαι παντελώς αδιάφορος. Με το θώκο, παντελώς αδιάφορο του είναι ο τρόπος που μετήλθα για να τον καταλάβω. Γιʼ αυτό, κατά την εκτίμησή μου, ο κ. Αϊναλής, μαζί με το πετάχτε τα εκφέρει κι ένα θα συνεχίσω να δημοσιεύω σε αυτά-διότι γνωρίζει καλά πως άνευ της καταλήψεως του θώκου, ουδείς θα ασχοληθεί με το προϊόν της εργασίας του. Κοιτάζω, καμιά φορά, την ανθολογία του Σοκόλη στη βιβλιοθήκη μου, που φέρει τον τίτλο «Η Ελληνική Ποίηση» και φαντάζομαι τον επόμενο τόμο της. Πόσοι εμπεδωμένα κι αυτονόητα και πανθομολογούμενα άχρηστοι θα βρεθούν εκεί, όχι-επί της ουσίας-ως ποιητές, αλλά ως περιοδικάρχες, μεταφραστές, διπλωμάτες, δικτυωμένοι διαπλοκογνωριμιστές, υπουργοποιημένοι διανοητές ή ακαδημαϊκοί. Πολλοί. Όλοι. Πόσο άστοχος, λοιπόν, είναι ο τίτλος «Η Ελληνική Ποίηση», όταν πρόκειται για συσσώρευση οπισθίων επιφανών θώκων, και όχι συλλογή γραφτών μετά από εξαντλητικά επίπονη και ενδελεχή ενασχόληση με τα γραφόμενα (τα εκδιδόμενα, έστω) των ανθρώπων ενός τόπου, που τα έφερε ο διάολος να μπλέξουν με το μολύβι. Και για να καμωθώ κατάτι τολμηρότερος: είμαι βέβαιος ότι και οι προηγούμενοι τόμοι κάπως έτσι συγκροτήθηκαν. Συνόψισαν πατάρια καφενείων και πάσης φύσεως θωκόκυκλους. Όσο, όμως, κι αν κατανοώ τον κ. Αϊναλή, όπως και τον καθένα που ορέγεται επιφανείς θώκους δια δημοσίευσης σε χαρτί που, ταυτόχρονα, πιστεύει (και προτρέπει προς την κατεύθυνση αυτή) πως πρέπει να απορριφθεί εις αποθέτη (τι διχασμός!), η αξιολόγηση των καταγγελτικών φωνών της διαπλοκής ως μεμψίμοιρων με εξεγείρει. Όπως, λοιπόν, για τον κ. Αϊναλή (που συνεκφέρει το πετάχτε τα και το θα συνεχίσω να δημοσιεύω σε αυτά) είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη να οργανωθεί σε συναντήσεις με πλήθος ομοτέχνων του, πράγμα που για μένα μόνο σε μια φωτεινή, ήσσονος, πιθανότατα, κύρους εστία, όπως αυτές που περιγράφει στο κείμενό του, μπορεί να οδηγήσει, έτσι και για μένα είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη που απορρίπτει τους σημερινούς ΤΡΟΠΟΥΣ κατάληψης των θώκων (αλλά έχει αποδεχθεί την υπόσταση των θώκων καθαυτών στην ανθρώπινη κοινωνικότητα ως αυτονόητη) να τους κατακεραυνώνει μέχρις υπερβολής από κάθε ελεύθερο βήμα (πράγμα που για τον κ. Αϊναλή είναι μεμψιμοιρία). Γούστα είναι αυτά. Μέχρις, λοιπόν, την κοινωνία (την ανθολογία, τη μελοποίηση, το σχολικό εγχειρίδιο) που θα φθάνει στον ποιητή από το ποίημα και ουχί αντιστρόφως, ας δοθεί η χάρη, κ. Αϊναλή, σε εμάς τους μεμψίμοιρους, να βρίζουμε κατά την ουαλδική ρήση.

Ο ΜΕΣΤΟΣ ΟΡΑΣΕΩΣ ΦΥΛΑΚΑΣ


Έχουν περάσει δυο χρόνια, εάν καλώς ενθυμούμαι, από τη σκέψη και την έξαψη που μου δημιούργησε η εκπομπή της κ. Τσουκαλά «Έχει Γούστο» στην κρατική τηλεόραση. Ήταν η παγκόσμια ημέρα της Ποιήσεως και καλεσμένοι της γνωστής παρουσιάστριας ήταν οι κ. Γιάννης Κοντός και Αντώνης Φωστιέρης. Σε δεδομένη στιγμή της συζητήσεως, η κ. Τσουκαλά ρωτούσε επιμόνως τον κ. Κοντό περί της χρησιμότητος της Ποιήσεως, όχι «για εσάς τους ποιητές» αλλά, προφανώς, για κείνους που δεν είναι ποιητές. «Τι χρησιμότητα έχει ένα λουλούδι;», αντέτεινε ο κ. Κοντός. Και η κ. Τσουκαλά απάντησε: «Το λουλούδι προΰπάρχει. Δεν είναι ανθρώπινο δημιούργημα». Για τις όποιες αποκλίσεις από τις ακριβείς εκφράσεις ζητώ προκαταβολικώς συγγνώμη, καθότι, ευάλωτος στην απάτη της, αποτείνομαι αποκλειστικώς στη μνήμη, τούτη την ώρα των επερχόμενων αράδων.

To ζήτημα της παρήχησης με έχει πολυαπασχολήσει. Ο φθόγγος που επιμένει τοποθετείται συνήθως μέσα σε λέξεις που εκφέρονται. Όμως οι λέξεις που εκφέρονται έχουν κουραστεί, γιατί δεν υπάρχει κοινό να μην τις ακούει από εκείνους που στερούνται την αίσθηση. Γιʼ αυτό κι εγώ αναζητώ ένα ποίημα μεστό παρηχήσεων, με τους επιμένοντες φθόγγους να λιάζονται μέσα σε λέξεις που παραλείπονται, εξίσου, όμως, υποχρεωτικές με τις λέξεις που εκφέρονται. Προκειμένου να πετύχω το μονόδρομο προς τον υπαινιγμό, εντός του οποίου κρύβονται οι λέξεις-αντηχεία των εκφερομένων, πρέπει να δεχθώ ότι διαθέτω την αίσθηση. Μόνο αν διαθέτω την αίσθηση μπορώ να ενισχύσω την ένταση των λέξεων που εκφέρω, χρησιμοποιώντας τις παρηχήσεις τους με λέξεις που δεν εκφέρω, αλλά εννοώ. Δέχομαι ότι διαθέτω την αίσθηση σημαίνει πως εννοώ λέξεις που, ώσπου να τις εννοήσω, έχουν μέσα στα στήθη των ανθρώπων υπόσταση γνώριμου ρίγους, αναγόμενου στη φυσική ροπή στρέψης προς τον ήλιο (δέχομαι τον ήλιο, επομένως, σημαίνει δέχομαι τον ηλιοτροπισμό). Κείνον που αποφάσισε τις αναστομώσεις της ομορφιάς μέσα στους ιστούς του Ωραίου δεν τον γνωρίζω-είμαι, βέβαιος, όμως, πως, αν υπάρχει, αυτός αποφάσισε την έλξη της ομορφιάς ως αποτύπωμα κύματος θαλάσσης, τουτʼ έστιν ως φαινόμενο με αδελφά αποτελέσματα, αλλʼ ουδέποτε όμοια. Όταν με κυριεύει ο φόβος της εκπεμπόμενης ασυναρτησίας (ή, τελοσπάντων, της αντιαισθητικής χασμωδίας), συχνά επιστρατεύω παράδειγμα. Καθώς, λοιπόν, ο πατέρας (ή η μάνα) παρακολουθεί το φιλμ, μπορεί να ταραχθεί από μια φαινομενικά απλή απεικόνιση του γνώριμου (μόνο η καρδούλα του σκηνοθέτη ξέρει την αγωνία αυτής της απλότητας). Όταν επιστρέψει στο σπίτι, η μάνα (ή ο πατέρας) ενδέχεται να προσφέρει ένα άγγιγμα απαλό στα μαλλιά του παιδιού της (πού ξεφύτρωσε ένα άγγιγμα που ως το ποίημα ήταν ξεχασμένο;). Όσο η ανθρωπότητα γίνεται σοφότερη, εκτιμά ολοένα και περισσότερο τέτοια ισχνά στην όψη αλλά ποιοτικώς και αθροιστικώς σωτήρια νεύματα. Δε με πιστεύετε; Ρωτήστε τις ασφαλιστικές εταιρείες, να μάθετε πώς μεταλλάσσεται το συμφέρον, όταν το ίδιο διαπιστώνει ότι βάλλεται από την αντίληψη του εαυτού του. Μπορεί να φαντάξει επικερδής η υποχώρηση σε αυτό που εισπνέεται ή σε κείνο που καταπίνεται, ώσπου το ανυποχώρητο να αποδειχθεί επικερδέστερο. Αυτό, λοιπόν, κάνει η ποίηση: υπαινίσσεται, μέσα σε δευτερόλεπτα, μέσα σε κλάσματα, αν χρειαστεί, των πιο ανεπαίσθητων δευτερολέπτων, το χάδι στο παιδικό κεφάλι. Του χορταριού τη βρώση. Την παύση του ψεκασμού του χορταριού με βιοκτόνα, ώσπου χορτάρι πια να μη μοιάζει (αν δεν ακούστηκε το αύριο της παρήχησης, παρακαλώ σας να ακουσθεί ο συνειρμός). Μη λησμονούμε ότι η ανθρωπιά, ως μέγεθος καταγόμενο από τον μύθο, έχει πολλές μονάδες μέτρησης: το φιλί, την αγκαλιά, το δάκρυ, τη βροχή, τη μητέρα του Ηρακλή, την Περσεφόνη-πόσοι θα έτρωγαν καννίβαλοι τη γη δίχως της ποίησης τʼ αμόνι; Προς Θεού, δεν εννοώ ανθρώπους. Οι άνθρωποι δημιουργούν φυλακές για τους εαυτούς τους-δεν μπορούν να σπάσουν την αλήθεια περισσότερο. Η ποίηση δημιουργεί μια κόλαση, στα καζάνια της οποίας βασανίζει συμπεριφορές-γιατί για την ποίηση, όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι.

Σφυριά-σφυριά στο αμόνι της ποίησης, η ανθρωπιά συντηρείται και ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό της. Γίνεται βρέφος ανθρώπου, που, μέσα από την κούνια, δάχτυλο ανθρώπου σφίγγει. Η ποίηση ορίζει τον εαυτό της σʼ αυτή την τάση της χειρός: ανάπτυξη επιφωνήματος, ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, αντήχηση ανθρωπιάς εξ υπαινικτικής παρήχησης φθόγγων υφάλμυρου ύδατος. Μπορεί, πράγματι, αρχικώς, να φαίνονται σημάδια στο χαρτί, χρώματα στο πανί, φωνές στην οθόνη (ενοχλεί, φαίνεται, την εποχή ο τρόπος που στεκόμαστε όρθιοι), αλλά σκεφτείτε: τι επίδραση ασκεί στις οικογένειες, στις απελπισίες, στις ασχήμιες η ζύμωση με την υποτιμημένη παρήχηση του υπαινιγμού που απλώνει από το νόημα το χέρι; Ποιο καθήκον χτίζεται από τα υλικά έστω και της στιγμιαίας έκδυσης της αλλοτρίωσης; Τι πίεση ασκεί στην εκτροπή και τη λήθη το σύμβολο του καλύτερου εαυτού; Τίνι τρόπω ο πολιτισμός απηχεί το περιεχόμενό του στα σπήλαια των ανθρώπινων κοινωνιών; Πόσο εκκωφαντικά πιο άνθρωποι περιφερόμαστε ανάμεσα στους ανθρώπους χάρη στη σκοτεινή δύναμη του μύθου; Γιατί η ποίηση είναι ο ήρωας που χρειαζόμαστε. Ο ήρωας που αξίζουμε. Ο μεστός οράσεως φύλακας. Ο Σκοτεινός Ιππότης.

ΕΝΑ ΜΑΤΣΟ ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ

Η σκέξαψη του στιγμιότυπου έχει μια γοητεία. Η σημερινή εκκινά από το φιλμ «Good Will Hunting», το οποίο προβλήθηκε στην Ελλάδα υπό το μεταφρασμένο τίτλο «Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», δεδομένου ότι Γουίλ Χάντινγκ ήταν το όνομα του ήρωος της ταινίας. Ο μεταφραστής του τίτλου αυτού, έχοντας δει, προφανώς, την ταινία, θεώρησε σωστό να αποφύγει μια κυριολεκτικότερη μετάφραση-«Καλό κυνήγι πεπρωμένου»-διατί κατάλαβε ότι στον τίτλο περιέχεται το όνομα του ήρωος. Σωστός. Ο αβάπτιστος γνώσης τίτλος δεν αφορά σε κανέναν όταν δεν περιέχει όνομα.

Φθάνω αισίως στο στιγμιότυπο. Ο ήρωας του φιλμ καταφέρνει σε κάποιο πλάνο και εντυπωσιάζει καλλίγραμμη χαμογελούσα νεαρά, η οποία και προτείνει την εκ του σύνεγγυς συνάντηση προς καφεποσία. «Ναι», της απαντά ο ήρως, «να βρεθούμε καμιά μέρα να φάμε ένα μάτσο καραμέλες». «Τι εννοείς;», ρωτά έκπληκτη η νεαρά. «Αν το καλοσκεφτείς», αποκρίνεται ο ήρως, «είναι εξίσου αυθαίρετο με το να πιούμε καφέ».

Από το διαστημόπλοιό μου-το οποίο, δυστυχώς, δεν έχει κουνουπιέρα-διϋπνίζομαι συχνάκις σε σχολικές αίθουσες. Την τελευταία φορά που με ήλξε η πρασινάδα του θρανίου, ξάπλωσα σε κάτι κόλλες εξεταστικής περιόδου και, μάλιστα, στο μάθημα της λογοτεχνίας. Το θέμα, ομολογώ, ήταν κάπως περίεργο, αν και, κρατώντας αποκλειστικώς την ουσία του, ίσως καταλήξουμε στο ότι, πάντοτε, είναι υποκριτικά ίδιο. Το παραθέτω:

ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ (50 Μ.Χ.)

Ζωγράφος και ποιητής, δρομεύς και δισκοβόλος
σαν Ενδυμίων έμορφος, ο Ιάνθης Αντωνίου.
Από οικογένειαν φίλην της Συναγωγής.

«Η τιμιότερες μου μέρες είνʼ εκείνες
που την αισθητικήν αναζήτησιν αφίνω,
που εγκαταλείπω τον ωραίο και σκληρόν ελληνισμό,
με την κυρίαρχη προσήλωσι
σε τέλεια καμωμένα και φθαρτά άσπρα μέλη.
Και γένομαι αυτός που θα ήθελα
πάντα να μένω˙ των Εβραίων, των ιερών Εβραίων, ο υιός.»

Ένθερμη λίαν η δήλωσίς του. «Πάντα
να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων-»

Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου.
Ο Ηδονισμός κʼ η Τέχνη της Αλεξανδρείας
αφοσιωμένο τους παιδί τον είχαν.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Γράψτε τις σκέψεις σας για το ποίημα.

Ας δούμε, τώρα, τα τρία γραφτά που είδα (στον ύπνο μου, πάντα, ο ασυνείδητος)-κι αν βρούμε τον ήρωά μας μες σʼ αυτά, ακόμη καλύτερα.

Ο πρώτος μαθητής έγραφε: «Το ποίημα μιλά για τον όμορφο Ιάνθη Αντωνίου, γνωστό σε μας από την ιστορία για τις επιδόσεις του στον αθλητισμό και τις τέχνες. Η καταπίεση των Εβραίων στην καταγωγή γονιών του οδήγησε τον κ. Αντωνίου σε κραιπάλες με οίνο και ιερόδουλες, ώσπου η αυτοκτονία του να αποτελέσει την τραγική κατάληξη της σατανικής του πορείας στην ακολασία. Με το ποίημα αυτό, ο ποιητής υποδεικνύει τον ορθό δρόμο προς την αρετή και τη χριστιανοσύνη, δίδαγμα εκλιπόν, πλην ουσιωδέστατο για τη σημερινή νεολαία του έκλυτου βίου, της αλκοόλης, της αήθειας και της επίφασης κοινωνικότητος στο φέισμπουκ».

Ο δεύτερος μαθητής έγραφε: «Στο πρόσωπο του Ιάνθη Αντωνίου και σʼ ένα μετρίως αναλυτικό ψευδοϊστορικό πλαίσιο, ο ποιητής εκφράζει την πηγαία ροπή της καλλιτεχνικής φύσης προς την ανάλογη έκφραση. Παραλλήλως, θίγεται το ζήτημα των διχασμών που προκύπτουν ως συνέπειες ενασχολήσεων Σπουδαίων και Μεγάλων (όπως ο αθλητισμός ή η τέχνη) εξαιτίας οικογενειακών ή ευρύτερα κοινωνικών αντιθέσεων. Τελικά, παρά την προσπάθεια του πρωταγωνιστή του ποιήματος να συμβιβαστεί με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του αυστηρού εβραϊκού περίγυρου, εκείνος μένει μοιραία πιστός στον Ηδονισμό και τον Ελληνισμό, έννοιες εξέχουσες στο καβαφικό έργο, σχετιζόμενες με την ένταση του τρόπου ζωής, την αυθεντική δημιουργία και την προσήλωση στην ελληνική παιδεία και κληρονομιά».

Ο τρίτος μαθητής έγραφε: «Η σκηνοθεσία του Καβάφη διαπερνά κυρίαρχη τους στίχους του ποιήματος, στερούμενη, όμως, το συγκλονισμό άλλων πονημάτων του. Το θέμα του είναι μάλλον σαφές: ο σχιζοειδής ψυχισμός του υποκειμένου, όταν αυτό υποβάλλεται σε συγκρούσεις «δέοντος» (κοινωνικώς η οικογενειακώς εκπορευόμενου) και «θέλω» (εκ φύσεως εκπορευόμενου). Η αφήγησή του κινείται σε δύο επίπεδα: στην αρχή και το τέλος του ποιήματος ομιλεί ο ποιητής, ως πληροφοριοδότης και ως φορέας του κεκτημένου αληθείας αντιστοίχως. Μεσούντος του ποιήματος, γινόμαστε κοινωνοί του διχασμού, δια στόματος του πρωταγωνιστή. Η στρατηγική του Καβάφη να «βγαίνει», τρόπον τινά, έξω από το ποίημα, εκφέροντας την αλήθεια ως ποιητής-θεός, ακολουθείται σε πολλά ποιήματά του, δίχως να είναι πάντοτε το ίδιο επιτυχημένη. Στο ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους» η ποιητική κάθαρση έρχεται στον τελευταίο στίχο: «Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις». Στον «Ηγεμόνα εκ δυτικής Λιβύης», η αποκάλυψη γίνεται πριν το τέλος: «Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε». Η ίδια τακτική ακολουθείται και εδώ: «Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου». Σʼ αυτά τα ποιήματα, οι τελευταίοι στίχοι αφιερώνονται στο να εξηγηθεί η «ποιητική αποκάλυψη». Αντίθετα, η έξοδος στο «Περιμένοντας τους βαρβάρους» (όπως και στην «Ιθάκη») έρχεται στο τέλος με διάθεση στοχαστική, όχι ως «πληροφορία» επί της αναπτυχθείσας υποθέσως. Αυτή η στρατηγική νομίζω πως είναι πιότερο επιτυχημένη, καθιστώντας, μεταξύ άλλων, πιο «έγκυρη» την αυθεντία του ποιητή, ο οποίος δεν ανατρέπει την πραγματικότητα μʼ ένα γεγονός που μόνο ο ίδιος ξέρει (ο Ιάνθης Αντωνίου δεν έμενε τοιούτος διόλου ή ο Ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης δεν ήταν βαθύς στις σκέψεις αλλά προσποιείτο) αλλά με μία καθαρτική, στοχαστική, αποφθεγματική ρήση που κινητοποιεί τον αναγνώστη.

Οι σημειώσεις του καθηγητού είχαν ενδιαφέρον: για τον μεν πρώτο, διαγραφή δια κόκκινης γραμμής των γραφoμένων, βαθμός υπό της βάσης. Για τον δεύτερο, άριστα και εύγε. Για τον τρίτο, βαθμός υπό της βάσης μετά «δε γράφουμε στο πρώτο πρόσωπο», «δεν αναλύεις αρκετά», «δε μας ενδιαφέρουν οι προσωπικές σου απόψεις» και «πολλές εκτός θέματος αναφορές».

Μέσα στον ασυνείδητο ύπνο μου, νομίζω πως, σε γενικές γραμμές, οι μαθητές είναι πάντοτε αυτοί οι τρεις: ο ασυντόνιστος, ο διαβασμένος και ο ευφυής. Ο ασυντόνιστος και ο διαβασμένος είναι όψεις του ίδιου νομίσματος: αν ο ασυντόνιστος είχε διαβάσει, θα έγραφε σαν τον διαβασμένο. Ο ευφυής είναι άλλης κοπής και, κατά τας ενοράσεις της νυχτός μου, δαιμονοποιείται συστηματικά. Ο λόγος της δαιμονοποίησής του είναι η αδυναμία του να αποδεχθεί το κομμάτι της διδακτικής της λογοτεχνίας, το οποίο τρέφεται από τον πλακούντα της απανταχού εκπαίδευσης: τη συμμόρφωση (η επαναστατικότητα με την ευφυΐα συνδέονται κατά τρόπο στατιστικώς σημαντικό). Να το πω αλλιώς. Όταν η ποίηση εξετάζεται στη σχολική αίθουσα, εξετάζεται παράλληλα με την ικανότητα του μαθητή να υπακούει στους νόμους (αναπαραγωγή των στην παράδοση υπογραμμισμένων ψευδοϊστορικών πλαισίων του καβαφικού έργου, απαλοιφή της κρίσης, αυθεντία του ποιητή και του δασκάλου, υποχρεωτική χρήση του τρίτου προσώπου στο δοκιμιακό λόγο, επίπληξη και της νύξης ακόμη της δημιουργικής φαντασίας). Βαθμούς δε λαμβάνει κανείς για την έμπνευση, την πρωτοτυπία και την τεκμηρίωση της προσωπικής του θέσης, αλλά για την πειθήνια αναπαραγωγή.

Είναι, άραγε, δυνατόν να προτιμάς τη στοχαστική σκηνοθεσία από την εξ υποθέσεως ανατροπή και να μεταφράζεις «ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ»; Είναι δυνατόν να σε συγκινεί η ποίηση και να λες σε μια γυναίκα «πάμε για καφέ;» Είναι δυνατόν νʼ ακούς το δάσκαλο να αναγιγνώσκει την παράδοση περί ψευδοϊστορικών πλαισίων από το «βοήθημα» και να προτείνεις την παύση της διδασκαλίας της ποίησης;

Αφού δεν μπορείτε τις πιπίλες, φτύστε τις καραμέλες.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗΣ


…αρχίζουν και τα άτομα να υιοθετούν
την ηθική των κρατών…(1)

Aναλογιζόμενος κανείς τα περί της ανθρώπινης δραστηριότητας, εύκολα φρίττει: εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, πόλεμοι, δουλεία, τρίτος κόσμος, διαφθορά, ρατσισμός, κοινωνικοί αποκλεισμοί, περιβαλλοντικός βιασμός… η λίστα των αυτονόητα παραλόγων και συγκοινωνούντων δεν έχει τέλος. Στο τεράστιο γιατί που διογκώνεται από την ανατροφοδοτούμενη βαρβαρότητα, αντιγράφω μιαν ερμηνεία απώτατου προσανατολισμού από την «Κοινωνιοβιολογία» του E.O. Wilson (2) :

…H H ανθρωπολογική βιβλιογραφία βρίθει κοινωνιών με εμφανείς αναποτελεσματικότητες και ακόμη και παθολογικής φύσης ελαττώματα-εντούτοις αντέχουν. Η κοινωνία των σκλάβων της Τζαμάικας ήταν αναντίρρητα παθολογική με βάση τους ηθικούς κανόνες της πολιτισμένης ζωής, και την περιέγραψε με εξαιρετικό τρόπο ο Orlando Paterson (1967): «Αυτό που τη διέκρινε είναι η εκπληκτική παραμέληση και διαστρέβλωση σχεδόν κάθε βασικής προϋπόθεσης της φυσιολογικής ανθρώπινης διαβίωσης. Ήταν μια κοινωνία στην οποία οι πιο «τέλειοι ακόλαστοι» σε όλη την περιοχή ήταν οι κληρικοί˙ στην οποία αφέντες και σκλάβοι περιφρονούσαν το θεσμό του γάμου˙ στην οποία η οικογένεια ήταν αδιανόητη για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού και η πολυγαμία ο κανόνας˙ στην οποία η εκπαίδευση θεωρούταν απόλυτο χάσιμο χρόνου και οι δάσκαλοι αποφεύγονταν σαν την πανώλη˙ στην οποία το νομικό σύστημα συνειδητά αποτελούσε παρωδία όπως και οτιδήποτε θα μπορούσε να αποκληθεί δικαιοσύνη και στην οποία όλες οι μορφές ευγένειας, τέχνης, λαϊκών παραδόσεων είτε απουσίαζαν είτε βρίσκονταν σε πλήρη αποδιοργάνωση. Από το σύστημα ωφελούνταν μόνο λίγοι λευκοί, οι οποίοι μονοπωλούσαν σχεδόν όλη τη γόνιμη γη στο νησί. Και αυτοί, αμέσως μόλις απέκτησαν περιουσίες, εγκατέλειψαν τη γη, την οποία η παραγωγή του δικού τους πλούτου είχε κάνει ανυπόφορη, για τις ανέσεις της μητέρας πατρίδας. Εντούτοις, αυτός ο Χομπσιανός κόσμος διήρκησε επί περίπου δύο αιώνες. Ο πληθυσμός πολλαπλασιάστηκε και η οικονομία ανθούσε.

Πώς μπορεί να διατηρείται μια τέτοια ποικιλομορφία της κοινωνικής δομής; Η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην έλλειψη ανταγωνισμού από άλλα είδη, με αποτέλεσμα αυτό που οι βιολόγοι ονομάζουν οικολογική αποδέσμευση. Κατά τα τελευταία δέκα χιλιάδες χρόνια ή και περισσότερο, ο άνθρωπος υπήρξε συνολικά τόσο πετυχημένος ως προς την κυριαρχία στο περιβάλλον του, ώστε σχεδόν οποιοσδήποτε πολιτισμός μπορεί να επιτύχει για λίγο, αρκεί να έχει ένα μέσο βαθμό εσωτερικής συνέπειας και να μην αποκλείει τελείως την αναπαραγωγή. Κανένα είδος μυρμηγκιού ή τερμίτη δεν απολαμβάνει αυτή την ελευθερία. Η ελάχιστη αναποτελεσματικότητα στην κατασκευή της φωλιάς, στην ανάπτυξη οσμών ίχνους ή στην πραγματοποίηση γαμήλιων πτήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει στη γρήγορη εξάλειψη του είδους εξαιτίας της θήρευσης και του ανταγωνισμού από άλλα κοινωνικά έντομα. Σε ελάχιστα μικρότερο βαθμό, το ίδιο ισχύει για τα κοινωνικά σαρκοφάγα και τα πρωτεύοντα. Εν συντομία, τα ζωικά είδη τείνουν να είναι ασφυκτικά διευθετημένα στο οικοσύστημα, με ελάχιστο χώρο για πειραματισμό ή παιχνίδι. Ο άνθρωπος έχει παροδικά αποδράσει από τον περιορισμό του διαειδικού ανταγωνισμού. Παρόλο που οι πολιτισμοί αντικαθιστούν ο ένας τον άλλο, η διαδικασία είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική από το διαειδικό ανταγωνισμό στην ελάττωση της διακύμανσης…


Η οικολογική αποδέσμευση, λοιπόν, ευνοεί τη διακύμανση. Ο πληθυσμός μπορεί να αυξάνεται και η οικονομία να ανθεί μέσα στο χάος του αμοραλισμού και της διαφθοράς, μιας και ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει το διαειδικό ανταγωνισμό που άλλα είδη αντιμετωπίζουν, ώστε τα κοινωνικά του μορφώματα να διαμορφώνονται υπό την (άμεση τουλάχιστον) πίεση της εξαφάνισης του είδους. Επισημαίνοντας ως ενδιαφέρουσα την απώτατη αυτή ερμηνεία, ας προχωρήσουμε σε μια εγγύτερη της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα του σήμερα.

Πανθομολογουμένως, ο πολιτικός βίος της σημερινής Ελλάδας μετεωρίζεται ανάμεσα στον πόλο της διαχειριστικής αναποτελεσματικότητας και εκείνον της διαφθοράς. Οι πόλοι τούτοι είναι βαθιά εμπεδωμένοι ως καθοριστικοί της κατάστασης από το σύνολο του πληθυσμού, το οποίο, φερόμενο ως ανήμπορο να αντιδράσει, απαξιώνει τα πολιτικά πρόσωπα και αδιαφορεί για την εκλογική διαδικασία, αντιμετωπίζοντας το δικαίωμα της ψήφου ως προς ανταλλαγή αγαθό. Η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η δικαιοσύνη κι όλες οι έννοιες-σημαίες των πύρινων πολιτικών λόγων στις αντιαισθητικές συγκεντρώσεις του πιθηκισμού και τις τηλεοπτικές παραστάσεις της υποκρισίας εξαντλούνται προεκλογικώς, δεδομένου ότι στην καθημερινή πρακτική σοδομίζονται κατά τρόπο απροκάλυπτα αισχρό.

Από την άλλη πλευρά, δε χρειάζεται να είναι πτυχιούχος της Κοινωνιολογίας κανείς προκειμένου να διαπιστώσει τη σαφή ένταση της ανάγκης του πολίτη για κάθαρση και αποτελεσματικότητα. Η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, η άθλια δημόσια διοίκηση, η σήψη του συστήματος υγείας, η καταβαράθρωση της παιδείας στην ατζέντα των προτεραιοτήτων, η οικολογικά αδιάφορη ανάπτυξη, το μικροκομματικό συμφέρον, η αδρανής αγορά εργασίας κι όλα τα συναφή φαινόμενα τον ταλαιπωρούν, τον εξαντλούν, τον οργίζουν κι ενίοτε-ας μη φοβόμαστε τις λέξεις-τον σκοτώνουν. Ο πολίτης που διαπραγματεύεται την ψήφο του για να προσποριστεί οφέλη και αναπτύσσει σκοτεινές δεξιότητες προκειμένου να επιβιώσει μες στην ατμόσφαιρα της σαρκοφάγου ανομίας και διαφθοράς είναι ο ίδιος με τον πολίτη που δυσφορεί εξαιτίας της παρακμής κι ορέγεται την άρση της. Η πληθυσμιακώς ευρεία δυσφορία, ωστόσο, δε μετουσιώνεται σε κίνηση προς άρση της παθολογίας. Η συντηρητικότητα της ανακυκλούμενης αναμέτρησης στην κάλπη-κορυφαία στιγμή του δημοκρατικού πολιτεύματος-εντυπωσιάζει. Τις πταίει;

Αναζητώντας τα αίτια της απόσβεσης της λαϊκής αγανάκτησης, αξίζει κανείς να αναρωτηθεί περί του τρόπου διεκδίκησης της εξουσίας από τον επίδοξο διαχειριστή των κοινών. Ο βουλευτικός ή υπουργικός θώκος στην Ελλάδα του σήμερα μπορεί να διεκδικηθεί με ένα και μόνο τρόπο: δια εντάξεως σε ήδη υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, τα οποία είναι εσωστρεφή και ιεραρχικά δομημένα. Ο έχων πολιτικές φιλοδοξίες, λοιπόν, άλλον τρόπο να τις εκπληρώσει δεν έχει, από τα να παρεισφρύσει σε κάποια κομματική πυραμίδα, να συμμετάσχει στο εσωτερικό πρωτάθλημα της ανάδειξης του προβεβλημένου-κορυφαίου στελέχους με όποια μέσα (θεμιτά ή αθέμιτα) διαθέτει και, εφόσον επιτύχει, να διεκδικήσει την ψήφο των συμπολιτών του. Η διαδικασία αυτή ρυθμίζεται από πληθώρα παραμέτρων: την κομματική πειθαρχία, τη σχέση με τους κύκλους του κεφαλαίου και της ενημέρωσης (που είναι, ταυτόχρονα, και κύκλοι χρηματοδότησης και προβολής των προεκλογικών εκστρατειών), τις εξ αίματος ή εκ συμφέροντος συγγένειες, την ικανότητα του συμμαχείν και ελίσσεσθαι. Καθίσταται, κατά συνέπεια, σαφές, ότι ακόμη και εκείνος που θεωρητικά θα ξεκινούσε την πολιτική του σταδιοδρομία με τις άριστες των προθέσεων, κατόπιν τέτοιας γυμναστικής ισορροπιών, άσκησης αποσιώπησης και συμφιλίωσης με κύκλους του τύπου και του χρήματος, έχει απωλέσει τα πλείστα της αυτονομίας του, προκειμένου να λειτουργήσει κατά τρόπο συμβατό της ενδοκομματικής ατμόσφαιρας.

Απορώ με το ότι τούτο δεν είναι ξεκάθαρο: πως ο πολίτης της σύγχρονης Ελλάδας δεν επιλέγει στις εκλογές μεταξύ υποψηφίων διαχειριστών των κοινών που τον έπεισαν με τις θέσεις και την κοινωνική τους παρουσία, αλλά μεταξύ στελεχών οργανισμών, τα οποία πέτυχαν να διακριθούν μέσα σʼ ένα εσωστρεφές, διεφθαρμένο και εξαρτημένο σύστημα: το κόμμα. Το κόμμα της αποσιώπησης, της ατιμωρησίας, των πελατειακών σχέσεων, των ύποπτων αποδοχών, της εσωτερικής πειθαρχίας, του νεποτισμού, της εξάρτησης από τα μέσα προβολής, της καπηλείας των ιστορικών βιωμάτων. Το κόμμα της σύγχρονης Ελλάδας είναι ένα. Προσωπικώς το απορρίπτω μαζί με το κομματοκεντρικό σύστημα εκλογής.

Σε ό,τι με αφορά, θα προτιμούσα ένα προσωποκεντρικό σύστημα εκλογής διαχειριστών. Αδυνατώ να το περιγράψω στη λεπτομέρειά του, όμως έχω την ενστικτώδη βεβαιότητα πως θα ʼταν από κάθε άποψη καλύτερο από την κβαντισμένη, πενιχρή, ενστικτώδη επιλογή «μπλε ή πράσινοι», «Δημοκρατικοί ή Ρεπουμπλικάνοι», «Ολυμπιακοί ή Παναθηναϊκοί».

Γνωρίζω πως ο ισχυρισμός μου ηχεί γραφικός, όμως αυτό δε με σταματά από το να τον πραγματοποιήσω. Το θάρρος το λαμβάνω αναλογιζόμενος τους απανταχού στρατιώτες: ποιος στρατιώτης (επιτιθέμενος ή αμυνόμενος, αδιάφορο) θέλει πραγματικά να σκοτώσει ή να σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης; Ποια οικογένεια θέλει να στείλει το παιδί της στην αιματοχυσία; Πώς είναι δυνατόν το σύνολο του πληθυσμού των ανθρώπων να απεχθάνεται τον πόλεμο κι όμως οι πόλεμοι να εξακολουθούν; Κάποια στιγμή, στον πολιτισμένο, τουλάχιστον, δημοκρατικό κόσμο, πρέπει να στραφούμε κατά των ομογενοποιημένων αποφάσεων της κλίκας, αναδεικνύοντας το πρόσωπο. Καμιά μηχανή συμβιβασμένης εσωστρέφειας δεν μπορεί να δώσει λύσεις, απλούστατα διότι δε διαθέτει πρόσωπα, αλλά γρανάζια.

Κλείνω παρέχοντας μιαν απαραίτητη εξήγηση. Ξεκίνησα το παρόν κείμενο μιλώντας για την οικολογική αποδέσμευση ως προνόμιο του Homo sapiens στο επίπεδο του κοινωνικού «παιχνιδίσματος». Τούτο έπραξα επί σκοπού. Νομίζω ότι ο εξ αποδεσμεύσεως επιτρεπόμενος κοινωνικός πειραματισμός οφείλει, επιτέλους, να στραφεί κατά της αρχής λειτουργίας της μηχανής: να διαπιστώσει σε βάθος τον τρόπο περιστροφής γύρω απʼ την ίδια εξυπηρέτηση και να αποστραφεί τον αυτοματισμό της, αυξάνοντας τις πληθυσμιακές μονάδες προσωπικότητας. Η συνείδηση της αδυναμίας μέσα στη μάζα δεν αρκεί για τη διεύρυνση των επιλογών του πολίτη με τον ίδιο τρόπο που η δημιουργική σκέψη δεν αρκεί για μια δημιουργική κοινωνία.

1.Παναγιωτόπουλος Ι.Μ., 1989. Η Ηθική Του Συμφέροντος Και Άλλα Παράλληλα Κείμενα, εκδόσεις Φιλιππότη
2. Wilson E.O., 1975. Κοινωνιοβιολογία: Η Νέα Σύνθεση, εκδόσεις Σύναλμα

Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΖΕΙ ΦΙΛΤΡΑ ΥΔΑΤΟΣ


Eίσαι νέος και θέλεις να γράψεις- ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος. Ένας εύκολος τρόπος να υλοποιήσεις την επιθυμία σου είναι επί μιας νεόδμητης, ολοπρωτότυπης εικόνας. Κοιτάς γύρω σου. Τι βλέπεις; Πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, σύρματα, πουλιά, πεζοδρόμια, ταχύτητα. Αίφνης, μια όμορφη γυναίκα σκύβει να πιάσει το πορτοκάλι που γλίστρησε από τη χαρτοσακούλα της αγκαλιάς της. Η εικόνα σε κεραυνοβολεί. Δεν είσαι τυχαίος, έχεις ταλέντο. Μπορεί να είσαι κι ο Ρεμπώ και να το διαισθάνεσαι μόνο εσύ (να μην το μάθουν κι άλλοι;). Σηκώνεις το μολύβι σου βαρύ μες στο βαρύ ενθουσιασμό σου:

Καθώς έσκυβες το πορτοκάλι σου να πιάσεις
Έκρυψα τη δίψα μου
Στον αποχυμωτή σου

Tρεις στίχοι δεν κάνουν ποίημα, σκέφτεσαι. Όχι ότι χρειάζονται πολλοί περισσότεροι, οι μεγάλες, άλλωστε, εκτάσεις των λέξεων κουράζουν και απωθούν. Με την αγραμματοσύνη, τον αναλφαβητισμό και τη νευρωνική νωθρότητα δε σκοπεύεις να τα βάλεις (όχι ότι δεν μπορείς)… θέλεις, απλώς, να κάνεις εντύπωση, όπως, ακριβώς, κάνεις σκονάκια ή κάνεις φάση. Αποφασίζεις να κάνεις κάτι το πορτοκάλι. Το πορτοκάλι, συλλογίζεσαι, μπορεί να σε βοηθήσει να χτίσεις μια μικροεπέκταση από πάνω, να μεταφέρεις απʼ τα κάτω ένα ή δύο υπνοδωμάτια, μήπως και, αλλάζοντας τη διαρρύθμιση, φανεί η σαλονάρα. Πιάνεις το μυστρί, βαρύ κι αυτό σαν το μολύβι:


Με γυαλιά ηλίου
Έτρωγα το φρούτο μου
Κοιτάζοντας στα μάτια το χυμό.
Εσύ περαστική
Κρατώντας στα χέρια σου
Τη γεύση του στόματος μου
Σα να ταράχθηκες απʼ τη συνάντηση.
Σε μάτιασα.
Καθώς έσκυβες το πορτοκάλι σου να πιάσεις
Έκρυψα τη δίψα μου
Στον αποχυμωτή σου.
Όταν αποφασίσεις να με πιεις
Θέλω να είναι Αύγουστος
Και να ʼναι μεσημέρι.
Αν δεν ιδρώσεις
Δε θα με καταλάβεις.

Μικρό, ολιγόστιχο, ολίγο ρυθμικό, ούτʼ ένα τέταρτο, το κόστος του, της ώρας, για μια έξαψη της εφηβικής ταλαντούχου στιγμής. Αλλά είπαμε: δεν είσαι τυχαίος. Το ʼχεις εύκολο το χαριτωμένο, το ολιγόστιχο, το ολίγο ρυθμικό, που μια κάποια εντύπωση την κάνει. Κι αν δεν την κάνει, δεν πειράζει: δε σʼ ενδιαφέρει ο αναγνώστης, εσύ έχεις την ποίηση μέσα σου, το διαισθάνεσαι, το νιώθεις, σου το ʼχουν πει για τις εκθέσεις σου (οι δάσκαλοι) και για τα SMS που στέλνεις (οι γκομενίτσες˙ όχι όλες, οι κουλτουριάρες που ερωτεύονται τους δασκάλους).
Άντε, τώρα, εαυτέ μου, και πώς να σου το πω: πως για διαφημιστής έκανες και κάνεις, αλλά για ποιητής, κι αν έκανες, δεν έμαθες ακόμα σου αν κάνεις. Δεν αντέχεις, πια, να γράφεις επειδή μπορείς. Θες κάποτε να γράψεις κάτι που ʼχει σημασία. Μπορείς;

12 Ιαν 2010

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ



ΚΑΠΟΙΟΣ

Όσοι κάποιοι και να πουν
πως είμαι κάποιος
άσπρη μέρα δε θα δω.
Για να γίνω κάποιος
πρέπει κάποιοι να πουν
που είναι ήδη κάποιοι
(κατά προτίμηση πολλοί)
πως κι εγώ είμαι κάποιος.
Αν μπερδευτούν και πουν
πως κι εγώ κάποιος είμαι
ούτε αυτοί που είναι ήδη κάποιοι
δε θα γίνουν πιστευτοί.
Οι περισσότεροι άνθρωποι
δε θα γίνουν ποτέ κάποιοι.
Μεγάλο πράγμα να ’σαι κάποιος
στο τέλος της πρότασης
όσων ποτέ δε θα γίνουν κάποιοι
αλλά δίχως κάποιους δε ζουν.

ΑΣΤΡΟΛΟΓΟΣ

Δεν αναζητώ πορεία στο πότε γεννήθηκα
αλλά στο ότι θα πεθάνω.
Περπατώ ξεκάλτσωτος στη βροχή
κολυμπώ χειμωνιάτικα στη θάλασσα
το καλοκαίρι ψαρεύω δαμάσκηνα.
Έρχονται κι άλλα περίεργα
αν κι αύριο είμαι ζωντανός.
Αν είναι παράνοια
η ευγνωμοσύνη μου αυτή
χρεώστε τη στο ζώδιό μου.

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΗ

Ύπνος δε μου κολλάει.
Σκέφτομαι την ιδανική θητεία
που μου αρνείται η πατρίδα:
ένας χρόνος σε φυλάκιο του Έβρου
μ’ ένα τετράδιο, ένα μολύβι
ένα σουγιά για να το ξύνω
μια γομολάστιχα να σβήνω.
Εξόδους δε θα χρειαζόμουνα
ας χαρίζονταν στους φαντάρους˙
μόνο άνθρωπος να μη μου απευθυνόταν
άνθρωπος να μην τολμούσε να σαλέψει
μες στην ησυχία μου.

Θα ’χα και περίστροφο
αν έμπαινε ο εχθρός
αν δε μου έβγαινε το ποίημα
αν έβλεπε το ποίημα ο εχθρός
να βγαίνει εκτός συνόρων.

ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ

Βάζω ασβέστη, σαπούνι, ασημόσκονη
στο πελώριο δοχείο που ξέχασες.
Προσθέτω λάδι, προσθέτω ξύδι
προσθέτω τις σταγόνες του μελιού.
Δεν μπορώ να σταματήσω˙
πώς μπορώ να φύγω από μέσα σου
μ’ εσένα από μέσα μου να λείπεις;
Θέλει φροντίδα το κενό.
Βάζω ασβέστη, σαπούνι, ασημόσκονη
προσθέτω λάδι, προσθέτω ξύδι
προσθέτω τις σταγόνες του μελιού
να φτιάξω το φίλτρο που θα γίνει

το στόμα σου
τα μάτια σου
η φωνή σου.

Βάζω στους απόντες παρουσία.
Αναδεύω και θρηνώ
το δάκρυ που δε θα σ’ αναστήσει.


It's not who I am underneath
But what I do
That defines me
O Christian Bale στο φιλμ Batman Begins