22 Απρ 2010

ΣΧΟΛΙΟ


ότι η λογοτεχνία μας βρίσκεται σε βαθύτατη παρακμή, και πολλοί θεωρούν ότι σχεδόν από τους τρέχοντες της φήμης κανείς δεν θα επιβιώσει
από ένα κείμενο του Bασίλη Λαλιώτη
Οι διαμαρτυρίες για τα στημένα βραβεία και την τρέχουσα πραγματικότητα της φήμης είναι καλές και άγιες. Όταν, όμως, ο καταγγέλλων, στην προσπάθειά του να στηρίξει τις καταγγελίες του, ομιλεί για παρακμή της λογοτεχνίας και αδυναμία των σύγχρονων ηγεμόνων να αντέξουν στο χρόνο, επανέρχομαι στην παλιά διαπίστωση, πως η ταύτιση στα λόγια δε σημαίνει επουδενί την ταύτιση στα νοήματα (κι όχι επειδή αναγκαστικά κάποιος υποκρίνεται, αλλά επειδή πίσω από την, ανυπόκριτη ενδεχομένως, ταύτιση των λόγων, υπάρχει πραγματική απόσταση αντίληψης και πεποιθήσεων). Τι σημαίνει ο ισχυρισμός της παρακμής της λογοτεχνίας; Σημαίνει, μήπως, ότι κάποιος, κατόπιν εποπτικής εικόνας και εμβριθούς μελέτης του σύγχρονου συνόλου της έχει απογοητεθεί από τις επιδόσεις των λογοτεχνών; Όχι βέβαια, κανείς δε γνωρίζει τι γράφεται (πιο σωστά: τι εκδίδεται) στην Ελλάδα. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να αξιολογηθεί ένα αχανές σε έκταση υλικό όταν ουδείς ασχολείται μαζί του (μήτε θεσμός μήτε ιδιώτης μήτε ίδρυμα ή επιτροπή); Δεν είναι δυνατόν. Απλά, όμορφα και σταράτα. Μικρό τμήμα του υλικού αυτού θα προβάλλεται, θα βραβεύεται και θα διαφημίζεται με τους τρόπους εκείνους που προκαλούν τις διαμαρτυρίες, τις καταγγελίες και (κακώς) τα blog trolls. Ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, κατά τη γνώμη μου σαθρό, που υποβόσκει της επισήμανσης (εν είδει προφητείας) της αδυναμίας των σύγχρονων ηγεμόνων της λογοτεχνίας (με τις άριστες PR δεξιότητες) να καταστούν «κλασσικοί» είναι το εξής: α) Ό,τι κατέστη κλασσικό, αξίζει υποχρεωτικώς, β) Ό,τι λησμονήθηκε, ξεχάστηκε, δοκιμάστηκε, τελοσπάντων, από το χρόνο και απέτυχε, υποχρεωτικώς δεν αξίζει. Χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για να αποδείξει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ίσως... δεν προτίθεμαι προς το παρόν να το πράξω. Αρκούμαι στο εξής: η ιστορία συμβαίνει και γράφεται από ανθρώπους. Ως αναγνώστες της και παρατηρητές της, ας αποφασίσουμε πόση εμπιστοσύνη τής πρέπει. Ας σκεφτούμε πόσα σκοπίμως αποσιωπούνται, πόσα σκοπίμως αλλοιώνονται, πόσα σκοπίμως καταστρέφονται, πόσα αγνοούνται ή ωραιοποιούνται ή λησμονούνται ή καννιβαλίζονται... και πόσα από αμέλεια ή λάθος ή φόβο. Τοποθετούμαι, λοιπόν: α) Δε γνωρίζουμε αν η λογοτεχνία παρακμάζει, γιατί δεν ασχολούμαστε παρά με τη λογοτεχνία που βραβεύεται και διαφημίζεται, β) Η τύχη ενός έργου μες στο χρόνο δεν αποδεικνύει την αξία του ή την έλλειψή της, γ) Το αίτημα της αλλαγής των μηχανισμών απόκτησης κύρους των λογοτεχνικών έργων δεν υφίσταται προκειμένου να αλλάξει το δυναμικό «κλασσικοποίησης» των στην εποχή τους φημισμένων λογοτεχνών, δ) Η αξιοκρατία είναι a priori κοινωνικό αγαθό.