26 Απρ 2010

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟ

γέρασαν από συμφέρον τα μελλούμενα
της κάθε προηγούμενης γενιάς

Δε δίνει δεκάρα για ιδανικά και αηδίες, τον ενδιαφέρει να περνάει καλά αυτός και οι δικοί του. Ανταλλάσσει την ψήφο του για διορισμούς στο δημόσιο, έχοντας κατά νου τη μονιμότητα και τη σταθερότητα στο ατέλειωτο, το ηδονικό, το καθισιό του εξυπνόμαγκα. Φόρους δεν πληρώνει. Τι κι αν το πoσό που δηλώνει είναι υποεικοσαπλάσιο του ποσού που εσοδεύει, αν μπορεί να το κρύψει, να λαδώσει, να κοροϊδέψει και να διαφύγει, πάλι άρχοντας είναι. Χτίζει σπίτι και παρανομεί. Δίνει εξετάσεις για δίπλωμα οδήγησης και παρανομεί. Είναι περήφανος που ερμηνεύει το νόμο κατά το δοκούν: σημασία έχει ποιον ξέρεις, ποιον μπορείς να επηρεάσεις, αν μπορείς να παρακάμπτεις τους πάντες και τα πάντα, εξερχόμενος κύριος με κολλάρα και Cayenne. Τα χρήματα είναι λεφτά απ’ όπου κι αν προέρχονται. Αποδείξεις δεν κόβει, αδειάζει τα τασάκια του στο δρόμο, κορνάρει, βρίζει, τ’ αρπάζει απ’ το ταμείο, τ’ αρπάζει απ’ τους κουτόφραγκους, τρώει απ’ τους σωλήνες, τρώει απ’ τα μπετά, τρώει απ’ τα κουφώματα, τρώει απ’ τα βαγόνια, τις γέφυρες και τα στέγαστρα, απ’ όπου μπορεί να φάει, τρώει. Φορά γαλάζια γραβάτα, είναι πρασινοφρουρός, σα θαρραλέος κυλιέται στα ρουσφέτια, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την ξεφτίλα. Πατά επί πτωμάτων, καίει τα δάση του, πάνω από τα κουφάρια ξεροφλείφεται και στραβοχαμογελά... κι όταν το Δουνουτού τον περιμένει στη γωνία, του φταίει ο Όλι Ρεν κι η Μέρκελ... τα πρώην πιθήκια των δένδρων που δε σέβονται τον Έλληνα, αυτόν που ’γραφε φιλοσοφία όταν οι υπόλοιποι συνεννοούνταν με τα ου και τα βαρ. Είναι απίθανος, σας λέω. Απίθανος.

Τώρα που ήρθε η ώρα του ταμείου, ώρα αναπόφευκτη της αυτής πορείας, δεν μπορώ να μη διαπιστώσω: αυτοί που εξαφανίζονται στα εξωτερικά, τα πίσω έδρανα και τα ευρύχωρά τους πισινονήσια φαίνεται πως πάλι δε θα πληρώσουν σεντς απ’ τα κοινόχρηστα- κι αυτό είναι μια κάποια αδικία.

Ο ιερεύς καλύπτεται από ασυλία όπου κι αν οδήγησε το ποίμνιο.