19 Απρ 2010

Ο ΚΟΥΚΟΣ


Ο ΚΟΥΚΟΣ

Βαρέθηκα να στραγγαλίζω τον κούκο
για να ψοφήσουν οι ώρες.
Μηδέποτε θα ξαναπώ
τα σύκα, σύκα
και τη σκάφη, σκάφη.
Θα πλύνω τη γλώσσα μου
μέσα στην πιο μου ασυνάρτητη
υπνολαλιά
και με την ιδιοτροπία μου αυτή
θα ερωτροπήσω ασύστολα
μ’ όλα τα θηλυκά της οικουμένης.
Έχω, πλέον, πειστεί. Αν υπάρχει
πράγματι η αδελφή ψυχή
έτσι θα μ’ αναγνωρίσει:
απ’ το ελάττωμα.
Κι ύστερα θα προσθέσει
στο κεφάλι μου
από τα βλέφαρά της ένα χάδι.
Άνοιξε, αγάπη μου, τα μάτια σου
ν’ ανατριχιάσω πλήρης.