6 Φεβ 2010

Paul Polansky, Αγάπη και άλλα ποιήματα


Ο ΦΟΒΟΣ

είναι μέσα σ’ όλους μας.
Ακόμα και στους πυγμάχους.
Γι’ αυτό, άλλωστε, πυγμαχούμε.
Για να ξορκίσουμε αυτή την αμαρτία.

Οι άνδρες, υποτίθεται, δεν πρέπει να φοβούνται.
Φοβόμαστε όμως.
Γι’ αυτό και πρέπει πάντοτε
ν’ αποδεικνύουμε την αξία μας.

Πριν από κάθε αγώνα
έτρεμα άσχημα.
Τα χέρια μου ίδρωναν,
μύριζαν χειρότερα απ’ τα πόδια μου.

Ολάκερος, όμως, ο φόβος
ξεχνιόταν
με την πρώτη γροθιά.
Ειδικά αν την έτρωγα πρώτος.

Τότε κάτι μέσα μου
αναλάμβανε
κι ήμουν σ’ έναν άλλον κόσμο
γευόμενος

το πιο μεγαλειώδες
παραδείσιο συναίσθημα
που ένας άνδρας μπορεί να νιώσει
καταστρέφοντας

το είδος του.

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΑΣ

Θέλουμε ελευθερία.

Ελευθερία να στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο
χωρίς να τα δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να βρίσκουμε δουλειά
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να πηγαίνουμε για ψώνια
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να ξαναχτίζουμε τα σπίτια μας
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να ταφούμε πλάι στους προγόνους μας
δίχως τους Αλβανούς, τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους,

να βεβηλώνουν τους τάφους μας.

ΠΕΙΝΑ

Δεν ανησυχώ
για το
αυριανό φαγητό

το στομάχι μου
δε μου
επιτρέπει
τέτοιον μακρόπνοο σχεδιασμό.

ΣΒΑΣΤΙΚΑ

Αφού είχαμε ξεθάψει
τους πρώτους τάφους
ενός εργάτη ο γιος
σκάλισε μια σβάστικα
σε μια ταφόπλακα

τον έπιασα επ’ αυτοφώρω
ούρλιαξα ώσπου μου ’φυγε το κεφάλι
δεν ήξερε
τι είχαν πάθει
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
οι Εβραίοι
οι δικοί του άνθρωποι

δεν είχε ακούσει
για το Ολοκαύτωμα
ούτε γνώριζε η σβάστικα
τι ήταν

ούτε αυτός ήξερε
τη σημασία της
ούτε και
ο πατέρας του

ήταν απλώς ένα σύμβολο
που κάποιοι, κουρεμένοι γουλί,
ψέκασαν στον τοίχο
του σχολείου του.

Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Οι μάχες του Δον Κιχώτη
ήταν φανταστικές.
Οι δικές μου πραγματικές.

Παλεύοντας με την αδικία
και το ρατσισμό
κατά των Τσιγγάνων.

Παλεύοντας με τις οργανώσεις αρωγής
που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες,
όχι ανθρωπιστικούς σκοπούς.

Ο Δον Κιχώτης κι εγώ
έχουμ’ ωστόσο ένα
κοινό:

κανείς από τους δυο μας
δεν κέρδισε ποτέ του
μάχη.

Ο ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ

Όταν ήμουν στο Ντένβερ
ήρθε ο Μωυσής απ’ το Μάλιμπου Μπητς
ντυμένος Τσάρλτον Χέστον
να πείσει τους συνέδρους
της Εθνικής Εταιρείας Όπλων
ότι τα πιστόλια δε σκοτώνουν τους ανθρώπους.

Τα λόγια του απ’ την εξέδρα
ενός πολυτελούς ξενοδοχείου του Ντένβερ
δεν παρηγόρησαν τις θλιμμένες οικογένειες
π’ έχασαν, μαθητές ακόμη, τα παιδιά τους
από πυροβολισμούς, δυο βδομάδες πριν, στο κοντινό Λίτλτον.

Οι πενθούσες οικογένειες δεν παρηγορήθηκαν
ούτε όταν ένας πρώην επαγγελματίας παλαιστής
ντυμένος ως ο κυβερνήτης της Μινεσότα
διακήρυξε αργότερα μες στη βδομάδα
ότι η τραγωδία του Κολουμπάιν
θα είχε αποφευχθεί
αν επιτρεπόταν στους δασκάλους
η οπλοφορία εντός των αιθουσών διδασκαλίας.
ΣΑΚΟΙ ΓΙΑ ΠΤΩΜΑΤΑ

Οι σάκοι για πτώματα
που η αστυνομία χρησιμοποίησε
για να βγάλει έξω
τους νεκρούς μαθητές
έμοιαζαν να είναι
οι ίδιοι πλαστικοί σάκοι
που ο στρατός χρησιμοποιούσε
για να φέρει απ’ το Βιετνάμ
τα πτώματα
των κολλητών μου συμμαθητών
ένα χρόνο μετά
την αποφοίτησή μας
απ’ το Λύκειο.

Δυστυχώς
δε νομίζω ότι
οι σάκοι για πτώματα
θα ’ναι ποτέ εκτός μόδας
στην Αμερική
για τους μαθητές
Λυκείου.
ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη σπανίως διαρκεί.

Για μια γυναίκα
ένα φίλο, τους γονείς σου,
τα παιδιά σου- όχι.
Σίγουρα όχι για το Θεό.

Κάποιοι λένε
ότι είναι ως το τέλος εκεί
γι’ αυτό που
κάνεις καλύτερα.

Έχω δει ανθρώπους
να εγκαταλείπουν
το ταλέντο τους
μετά από πενήντα χρόνια.

Έχω δει επαγγελματίες
ν’ αφήνουν το βιολί,
τους πίνακές τους,
την επιστημονική τους έρευνα.

Ουδέποτε, όμως, είδα
πραγματικό πυγμάχο
να εγκαταλείπει
αγώνα.

Αυτό είναι αγάπη.
(Μεταγραφή: Δημήτριος Μουζάκης)