26 Ιαν 2010

FILIOQUE


Η σκόνη που έχω σήμερα στον αυχένα είναι από τη στέκα του Καρούζου. Οι κρούσεις που έχουν πραγματοποιηθεί επί των τοιχωμάτων μιας του ρήσης –ρήση το τραπέζι του μπιλιάρδου, μπίλια, εννοείται, το κεφάλι μου- είναι περισσότερες από τις σκέψεις που μπορώ να καταγράψω. Ας διασώσω κάποιες, αφού αναφέρω τη ρήση:

Ο ποιητής έχει όλα του ποιηματογράφου. Ο ποιηματογράφος δεν έχει τίποτα του ποιητή.(1)

Σκέφτομαι έτσι, για αρχή, ότι τόσο ο ποιητής όσο και ο ποιηματογράφος συνθέτουν ποιήματα. Γνωρίζω, άραγες, κάποιον ορισμό του ποιήματος; Όχι ο αγράμματος, ο ενδεής κι απαίδευτος, ορισμό του ποιήματος δε γνωρίζω. Καθότι αυτάρεσκος, δεν παραιτούμαι: επιθυμώ να σκαρώσω έναν. Ποίημα, λοιπόν, είναι κάθε λεκτική σύνθεση που, όταν ολοκληρωθεί, ο συνθέτης της ομολογεί στον εαυτό του πως αυτό που συνέθεσε είναι ποίημα (ή, έστω, διερωτάται). Έχω την αίσθηση πως αν ο συνθέτης λέξεων διακατέχεται από μια γνήσια, ανυπόκριτη βεβαιότητα πως η σύνθεσή του δε συνιστά ποίημα, δεν πρόκειται ποτέ να τη φανερώσει στην ανθρωπότητα ως ποιητική σύνθεση. Πρόκειται, λοιπόν, για μια σύνθεση με την οποία ουδέποτε θα ασχοληθούν άνθρωποι, επομένως ουδέποτε θα σχηματιστεί άποψη για την ποιητική της αξία, πέραν αυτής του συντάκτη της και του Θεού της ποίησης.

Όρισα, λοιπόν, το ποίημα στο επίπεδο των προθέσεων του συντάκτη. Τοιουτοτρόπως συμπεριέλαβα στα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης όλα τα ποιήματα που συνετέθησαν υπό τη σκέπη του «τώρα συνθέτω ποίημα» ή «ίσως είναι ποίημα αυτό που τώρα συνθέτω». Σύμφωνα με τη ρήση του Καρούζου, άλλα από αυτά τα ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών και άλλα ποιήματα ποιηματογράφων. Όλα τους, δε, διαθέτουν τον ιστό που απέκτησαν κατά την αυλάκωση του ορισμού μου: τα συνέχει η (ασθενική, έστω) πεποίθηση του συνθέτη τους, η απαραίτητη για να παρουσιασθούν στην ανθρωπότητα ως ποιήματα.

Ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα. Πώς ξέρουμε ποια ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών (για να τα στολίσουμε με δαφνόφυλλα και να τʼ αγαπάμε ως δια χειρός των όλα κατεχόντων) και ποια ποιήματα ποιηματογράφων (για να τα πτύουμε απαξιωτικώς και να τα μισούμε ως δια χειρός των τίποτα κατεχόντων);

Ούτε ξέρω τρόπο ούτε μπορώ να σκαρώσω. Σχεδίασα έναν ορισμό για το ποίημα προσπαθώντας να διατηρήσω την πληθυσμιακή ακεραιότητα του συνόλου των ποιημάτων. Αποδέχτηκα ότι όλα τα ποιήματα είναι ποιήματα, στη βάση του ότι συνετέθησαν ως τέτοια, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι ότι όλα τα τραγούδια είναι τραγούδια επειδή συντίθενται ως τραγούδια (και όχι ως συνηχήσεις απώθησης σκύλων, μυοκτονίας ή απεντόμωσης). Από εκεί και πέρα, αδυνατώ να ξεχωρίσω ποιητές από ποιηματογράφους.

Μέσα στην απελπισία του αδιεξόδου, προκύπτει το εξής ερώτημα: είμαι υποχρεωμένος να αποδεχθώ το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ας αναρωτηθώ κατάτι ευστοχότερα. Τι λόγους έχω να αποδέχομαι το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ένας λόγος ενδεχομένως είναι το πρόσωπο που πραγματοποίησε το διαχωρισμό: ο Νίκος Καρούζος. Από μόνο του το γεγονός αυτό φρονώ ότι για σημαντική μερίδα ανθρώπων συνιστά απόδειξη, αποτελεί απολύτως αντισεισμικό οίκο αυθεντίας. Σε εμένα δεν επαρκεί. Άλλος λόγος θα μπορούσε να είναι η συμπεριφορά της ιστορίας απέναντι στα ποιήματα: άλλα τα απαθανατίζει και άλλα τα απαλείφει, περιορίζει την ύπαρξή τους στο ότι, απλώς, κάποτε συνετέθησαν. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι τα μεν εγράφησαν από ποιητές και τα δε από ποιηματογράφους. Σουρωτήρι και ο λόγος αυτός. Μπάζει από παντού: α) Δεν είναι ενιαία η τοποθέτηση των ανθρώπων απέναντι στα ποιήματα που απαθανατίζει η ιστορία, β) Οι μηχανισμοί απαθανατισμού δεν εξασφαλίζουν σε καμία περίπτωση την έκφραση της λαϊκής αποδοχής, την ισότιμη προβολή όλων των ποιημάτων ή την εφαρμογή κάποιων κοινώς αποδεκτών συνιστωσών αισθητικής, γ) Η ιστορία δεν έχει γραφτεί για τα ποιήματα που συντίθενται σήμερα, επομένως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα ως προς το αν θα τους αποδοθεί κύρος ποιητή ή απαξίωση ποιηματογράφου, δ) Από πουθενά δεν προκύπτει κάποιο «κοσμικό», «μεταφυσικό» αλάθητο της ιστορίας. Ένας τρίτος λόγος θα μπορούσε να είναι η αποδοχή μιας υπεριπτάμενης ποιητικής ιδέας ή προτύπου, προφήτες της οποίας είναι μόνον οι ποιητές και όχι οι ποιηματογράφοι, έστω κι αν αδυνατούμε ημείς οι θνητοί να διατυπώσουμε το σύνολο των κανόνων που γρήγορα, άμεσα και αδιαμφισβήτητα θα εφαρμοζόταν, απομονώνοντας σαφώς τις δύο ομάδες. Είναι, πράγματι, πειρασμός, φύσει εκπορευόμενος ίσως, να πνευματοποιεί κανείς το σωματικό του ρίγος, να παράγει μια μεταφυσική υπόσταση τοποθετημένη εκτός χωροχρόνου, χαρακτηριζόμενη από πλασματική τελειότητα και αφθαρσία. Κάπως, έτσι, άλλωστε, φθάνουμε και στο filioque της Ποίησης: το Άγιο Πνεύμα (η ποίηση) εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το Θεό της Ποίησης) ή και τον Υιό; Στα θεολογικά συγκλονιζόμαστε αιώνες τώρα δίχως να αμφιβάλλουμε για το πρόσωπο του Υιού. Στα ποιητικά, μαίνονται τα χειρότερα: ούτε καν ξέρουμε τον Υιό. Διεκδικούν ποιητές και ποιηματογράφοι.

Δε βρίσκω να μου προσφέρει τίποτα ο διαχωρισμός ποιητών και ποιηματογράφων. Τον εγκαταλείπω στο αίνιγμά του. Προσπαθώ να βυθιστώ σε ύπνο ηδύ και δια τούτο ενθυμούμαι τον Μάρκο Αυρήλιο: Σήμερα ξέφυγα από καθετί βασανιστικό ή μάλλον έδιωξα καθετί βασανιστικό˙ γιατί δεν ήταν έξω αλλά μέσα μου, στη φαντασία μου.(2) Στρατιές ποιητών, αναγνωστών και θεωρητικών της λογοτεχνίας ερίζουν γύρω από εκφράσεις όπως «τούτο είναι ποίημα, κείνο δεν είναι ποίημα», «κείνος είναι ποιητής, τούτος δεν είναι ποιητής», υπό τας επιταγάς μιας αποπροσανατολισμένης αίσθησης του υπηρετείν την υπεριπτάμενη Ποίηση. Λες και η συγγραφή ποιήματος ταυτίζεται με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος: χρειάζεται άδεια (εκ Θεού, κράτους ή θεοκρατούμενου κράτους;) και ο παραβάτης φυλακίζεται ως απειλών τη δημόσια υγεία.

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν ορίζαμε γενναιόδωρα πως ποίημα είναι ό,τι γράφεται με την αυτή πρόθεση, αποφορτίζοντας τη λέξη από το μεταφυσικό κίνδυνο της βλασφημίας, ταυτίζοντας τους ποιηματογράφους με τους ποιητές και, εν τέλει, συμφωνώντας σε έναν εφαρμόσιμο, κυριολεκτικό ορισμό;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν αποφλοιώναμε την ποιητική πράξη από την ανάγκη προσδιορισμού φυλετικής ανωτερότητας κάποιων στιχοπλόκων έναντι κάποιων άλλων;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν στοχεύαμε σε ένα ευρύ, πεπαιδευμένο περί τα ποιητικά κοινό, το οποίο θα επιλέγει μόνο του τα ποιήματά του, δίχως την προληπτική διαλογή των «επαϊόντων», τουτʼ έστιν ακαδημαϊκών, περιοδικαρχών και άλλων ηγεμόνων;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν μετουσιώναμε το σεβασμό απέναντι στην ποιητική τέχνη σε σεβασμό απέναντι σε όλους εκείνους που την υπηρετούν και όχι σε εκείνους που καταλαμβάνουν το θώκο μιας-συχνότατα αμφίβολης ποιοτικά-αναγνώρισης, αναγνωρισιμότητος και δημοφιλίας;

Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν τοποθετούσαμε όλα τα ποιήματα στο ίδιο ράφι, αναγνωρίζοντας πως πρωτεύει η συγκίνηση που δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο εντός του ευρέος χωροχρόνου και όχι η όποια συγκυριακή, υψηλή ή χαμηλή δημοτικότητά τους;

Μήπως δε διαφέρουμε από τους καννιβάλους όταν είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο λοιδωρούμε έναν άνθρωπο που έγραψε στίχους;

Στην αγκαλιά, πια, του Μορφέα, δε διερωτώμαι διόλου.

1. Καρούζος Νίκος, 1998: 115. Πεζά Κείμενα, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
2. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου