26 Ιαν 2010

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΤΩΝ ΟΡΧΕΩΝ


he who understands baboon would do more towards metaphysics than Locke
Charles Darwin
Στο τεύχος της 25ης Μαΐου του περιοδικού Ποιείν, δημοσιεύθηκε άρθρο υπό του φερέλπιδος ποιητού Ζήσου Αϊναλή, ανάγνωση του οποίου μου δημιούργησε μια σκέψη και μιαν έξαψη να συγκρίνω ετεροθεματικά φαινόμενα. Ας ξεκινήσω, λοιπόν, με ορισμένα μεγέθη όρχεων. Ο γορίλας τους διαθέτει μικρούς, ο άνθρωπος μεσαίους και ο χιμπατζής μεγάλους. Η εξήγηση επί του μεγέθους των όρχεων των συγγενικών αυτών ειδών (για την ακρίβεια: επί της διαφοροποίησης του μεγέθους από είδος σε είδος) δε δόθηκε στη βάση του κακού ιστορικού προηγούμενου από διανοούμενους του διαλεκτικού υλισμού ούτε θεμελιώθηκε επί του κομμουνιστικού οράματος. Ο χιμπατζής, λοιπόν, λένε οι ζωολόγοι, έχει μόνο όπλο διαιώνισης απέναντι στο ιδιαιτέρως άπιστο θηλυκό την ποσότητα του σπέρματος που αποθέτει ενδοσωματικώς, ενώ ο ρωμαλέος γορίλας μπορεί μεν να μαστίζεται από το πρόβλημα της νανορχίας, πλην όμως διαθέτει χαρέμια που ελέγχει σεξουαλικά, βεβαιώνοντας, τοιουτοτρόπως, ότι τα παιδιά είναι δικά του και όχι εκ νυχτών με τους ανταγωνιστές του.

Ο άνθρωπος, ως ενδιάμεση περίπτωση, τους έχει μεσαίους. Διαβάζοντας τις ηρωικές αναφορές σε όρχεις στο άρθρο του κ. Αϊναλή, τους παραπάνω συνειρμούς δεν μπόρεσα να τους αποφύγω. Και δεν ήταν οι μόνοι. Θυμήθηκα και σχετικόν εδάφιον αναγνώσεως της πρώτης μου νιότης, από τον Καπιταλισμό του Βασίλη Ραφαηλίδη: …Ούτω πως προέκυψε η πρώτη μορφή ιδιοκτησίας, όπως λέγεται η κτήση (η απόκτηση) κάποιου πράγματος προς ίδιον όφελος. Και η μέχρι τότε ξέφραγη γη, που μέχρι τότε ήταν ολόκληρη…ιδιοκτησία του Θεού, γέμισε παλούκια και φράχτες. Ως τι μέρες μας ο φράχτης παραμένει σύμβολο της ιδιοκτησίας. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από το να βλέπεις τη γη παλουκωμένη…Θα αναρωτηθεί, βέβαια, κανείς, διατί τα λέω όλα αυτά. Ιδού η απάντησις: διότι αρέσκομαι στις απώτατες (ultimate) από τις εγγύς (proximate) αναλύσεις. Για τον Βασίλη Ραφαηλίδη, λοιπόν, το παλούκωμα της γης μπορεί να ήταν μια ζοφερή στιγμιαία έμπνευση, μια όζουσα κακή απόφαση, επί της οποίας χτίστηκε το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Για μένα, το παλούκωμα της γης είναι, μεταξύ άλλων, η έκφραση του ενστίκτου της ιδιοκτησίας, κι ας διαφέρουν αισθητικά τα ανθρώπινα παλούκια από τα ούρα των σκύλων (οι οποίοι, ως γνωστό, επίσης ορίζουν χώρους-και μάλιστα, εκεί που ο άνθρωπος ιδεοφορεί). Αυτός, ίσως, είναι και ο λόγος που επιφανής ζωολόγος, αναφερόμενος στο κομμουνιστικό κοσμοείδωλον, αναφώνησε Υπέροχη θεωρία, λάθος είδος. Ας έλθουμε, τώρα, και στη διαπλοκή των λογοτεχνικών περιοδικών, τα οποία είναι ιστορικά αδύνατον να δραπετεύσουν του οικονομικού συστήματος που τα γέννησε. Για μένα, λοιπόν, ο αφορισμός του καπιταλισμού είναι μια λίαν ενδεής προσέγγιση/ερμηνεία της κατάντιας των λογοτεχνικών περιοδικών. Προτιμώ και εδώ μια πιότερο μακρόπνοη προσέγγιση, με το χέρι, όμως, του ανάστροφου εξελικτικού (evolutionary) βάθους. 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης είναι, όπως και να το κάνουμε, σάμπως περισσότερα από τα 100 ή τα 200 ψωροχρονάκια. Το ένστικτο, λοιπόν, της ιεραρχίας, είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο μαριονεττίστας της λογοτεχνικής κίνησης. Να εξηγηθώ. Ο άνθρωπος δημιουργεί θώκους, επί των οποίων τοποθετεί οπίσθια ανθρώπων. Η δύναμη συγκρότησης των θώκων (σπουδαίος ζωγράφος, σπουδαίος ποιητής, σπουδαίος τραγουδιστής) είναι κατά πολλές τάξεις μεγέθους ισχυρότερη της δυνάμεως που ορίζει τον τρόπο, με τον οποίο τα οπίσθια θα καταλάβουν το θώκο της σπουδαιότητος. Γιʼ αυτό πουλιώνται εκατομμύριοι δίσκοι αντικειμενικώς κακόφωνων τραγουδιστών-όχι γιατί το κοινό αδυνατεί να εντοπίσει την κακοφωνία, αλλά γιατί κάποιος αποφάσισε (ο εταιρειάρχης, ο παρακοιμώμενος, ο διαχειριστής του θώκου) να τοποθετήσει τους συγκεκριμένους αοιδούς στο προσκήνιο. Γιʼ αυτό οι επαΐοντες του μέλλοντος θα αναλύσουν και θα διδάξουν ποιήματα που περιόδευσαν στα επιφανή λογοτεχνικά περιοδικά και τις ανθολογίες (πρόκειται περί της απαρεγκλίτως απαραίτητης, ικανής συνθήκης)-όχι γιατί αγνοούν τη διαπλοκή ή τον πληθυσμό τον καλλιτεχνών που αγνοήθηκε, αλλά γιατί μόνο τα οπίσθια των επιφανών θώκων χρήζουν ενασχόλησης και ιστορικού σεβασμού.

Γιʼ αυτό και ο πλέον άσχετος που μαθαίνει πως γράφω με ρωτά αυθόρμητα αν έχω δημοσιεύσει, με ποιον οίκο, τι κριτικές υπάρχουν για το άτομο μου και πόσα βραβεία μού έχουν απονεμηθεί-ούτε που περνάει από το μυαλό του να με τοποθετήσει μέσα του-σημαντικός, ασήμαντος-από το γραφτό μου. Δίχως το θώκο (third party perspective) του είμαι παντελώς αδιάφορος. Με το θώκο, παντελώς αδιάφορο του είναι ο τρόπος που μετήλθα για να τον καταλάβω. Γιʼ αυτό, κατά την εκτίμησή μου, ο κ. Αϊναλής, μαζί με το πετάχτε τα εκφέρει κι ένα θα συνεχίσω να δημοσιεύω σε αυτά-διότι γνωρίζει καλά πως άνευ της καταλήψεως του θώκου, ουδείς θα ασχοληθεί με το προϊόν της εργασίας του. Κοιτάζω, καμιά φορά, την ανθολογία του Σοκόλη στη βιβλιοθήκη μου, που φέρει τον τίτλο «Η Ελληνική Ποίηση» και φαντάζομαι τον επόμενο τόμο της. Πόσοι εμπεδωμένα κι αυτονόητα και πανθομολογούμενα άχρηστοι θα βρεθούν εκεί, όχι-επί της ουσίας-ως ποιητές, αλλά ως περιοδικάρχες, μεταφραστές, διπλωμάτες, δικτυωμένοι διαπλοκογνωριμιστές, υπουργοποιημένοι διανοητές ή ακαδημαϊκοί. Πολλοί. Όλοι. Πόσο άστοχος, λοιπόν, είναι ο τίτλος «Η Ελληνική Ποίηση», όταν πρόκειται για συσσώρευση οπισθίων επιφανών θώκων, και όχι συλλογή γραφτών μετά από εξαντλητικά επίπονη και ενδελεχή ενασχόληση με τα γραφόμενα (τα εκδιδόμενα, έστω) των ανθρώπων ενός τόπου, που τα έφερε ο διάολος να μπλέξουν με το μολύβι. Και για να καμωθώ κατάτι τολμηρότερος: είμαι βέβαιος ότι και οι προηγούμενοι τόμοι κάπως έτσι συγκροτήθηκαν. Συνόψισαν πατάρια καφενείων και πάσης φύσεως θωκόκυκλους. Όσο, όμως, κι αν κατανοώ τον κ. Αϊναλή, όπως και τον καθένα που ορέγεται επιφανείς θώκους δια δημοσίευσης σε χαρτί που, ταυτόχρονα, πιστεύει (και προτρέπει προς την κατεύθυνση αυτή) πως πρέπει να απορριφθεί εις αποθέτη (τι διχασμός!), η αξιολόγηση των καταγγελτικών φωνών της διαπλοκής ως μεμψίμοιρων με εξεγείρει. Όπως, λοιπόν, για τον κ. Αϊναλή (που συνεκφέρει το πετάχτε τα και το θα συνεχίσω να δημοσιεύω σε αυτά) είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη να οργανωθεί σε συναντήσεις με πλήθος ομοτέχνων του, πράγμα που για μένα μόνο σε μια φωτεινή, ήσσονος, πιθανότατα, κύρους εστία, όπως αυτές που περιγράφει στο κείμενό του, μπορεί να οδηγήσει, έτσι και για μένα είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη που απορρίπτει τους σημερινούς ΤΡΟΠΟΥΣ κατάληψης των θώκων (αλλά έχει αποδεχθεί την υπόσταση των θώκων καθαυτών στην ανθρώπινη κοινωνικότητα ως αυτονόητη) να τους κατακεραυνώνει μέχρις υπερβολής από κάθε ελεύθερο βήμα (πράγμα που για τον κ. Αϊναλή είναι μεμψιμοιρία). Γούστα είναι αυτά. Μέχρις, λοιπόν, την κοινωνία (την ανθολογία, τη μελοποίηση, το σχολικό εγχειρίδιο) που θα φθάνει στον ποιητή από το ποίημα και ουχί αντιστρόφως, ας δοθεί η χάρη, κ. Αϊναλή, σε εμάς τους μεμψίμοιρους, να βρίζουμε κατά την ουαλδική ρήση.