26 Ιαν 2010

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗΣ


…αρχίζουν και τα άτομα να υιοθετούν
την ηθική των κρατών…(1)

Aναλογιζόμενος κανείς τα περί της ανθρώπινης δραστηριότητας, εύκολα φρίττει: εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, πόλεμοι, δουλεία, τρίτος κόσμος, διαφθορά, ρατσισμός, κοινωνικοί αποκλεισμοί, περιβαλλοντικός βιασμός… η λίστα των αυτονόητα παραλόγων και συγκοινωνούντων δεν έχει τέλος. Στο τεράστιο γιατί που διογκώνεται από την ανατροφοδοτούμενη βαρβαρότητα, αντιγράφω μιαν ερμηνεία απώτατου προσανατολισμού από την «Κοινωνιοβιολογία» του E.O. Wilson (2) :

…H H ανθρωπολογική βιβλιογραφία βρίθει κοινωνιών με εμφανείς αναποτελεσματικότητες και ακόμη και παθολογικής φύσης ελαττώματα-εντούτοις αντέχουν. Η κοινωνία των σκλάβων της Τζαμάικας ήταν αναντίρρητα παθολογική με βάση τους ηθικούς κανόνες της πολιτισμένης ζωής, και την περιέγραψε με εξαιρετικό τρόπο ο Orlando Paterson (1967): «Αυτό που τη διέκρινε είναι η εκπληκτική παραμέληση και διαστρέβλωση σχεδόν κάθε βασικής προϋπόθεσης της φυσιολογικής ανθρώπινης διαβίωσης. Ήταν μια κοινωνία στην οποία οι πιο «τέλειοι ακόλαστοι» σε όλη την περιοχή ήταν οι κληρικοί˙ στην οποία αφέντες και σκλάβοι περιφρονούσαν το θεσμό του γάμου˙ στην οποία η οικογένεια ήταν αδιανόητη για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού και η πολυγαμία ο κανόνας˙ στην οποία η εκπαίδευση θεωρούταν απόλυτο χάσιμο χρόνου και οι δάσκαλοι αποφεύγονταν σαν την πανώλη˙ στην οποία το νομικό σύστημα συνειδητά αποτελούσε παρωδία όπως και οτιδήποτε θα μπορούσε να αποκληθεί δικαιοσύνη και στην οποία όλες οι μορφές ευγένειας, τέχνης, λαϊκών παραδόσεων είτε απουσίαζαν είτε βρίσκονταν σε πλήρη αποδιοργάνωση. Από το σύστημα ωφελούνταν μόνο λίγοι λευκοί, οι οποίοι μονοπωλούσαν σχεδόν όλη τη γόνιμη γη στο νησί. Και αυτοί, αμέσως μόλις απέκτησαν περιουσίες, εγκατέλειψαν τη γη, την οποία η παραγωγή του δικού τους πλούτου είχε κάνει ανυπόφορη, για τις ανέσεις της μητέρας πατρίδας. Εντούτοις, αυτός ο Χομπσιανός κόσμος διήρκησε επί περίπου δύο αιώνες. Ο πληθυσμός πολλαπλασιάστηκε και η οικονομία ανθούσε.

Πώς μπορεί να διατηρείται μια τέτοια ποικιλομορφία της κοινωνικής δομής; Η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην έλλειψη ανταγωνισμού από άλλα είδη, με αποτέλεσμα αυτό που οι βιολόγοι ονομάζουν οικολογική αποδέσμευση. Κατά τα τελευταία δέκα χιλιάδες χρόνια ή και περισσότερο, ο άνθρωπος υπήρξε συνολικά τόσο πετυχημένος ως προς την κυριαρχία στο περιβάλλον του, ώστε σχεδόν οποιοσδήποτε πολιτισμός μπορεί να επιτύχει για λίγο, αρκεί να έχει ένα μέσο βαθμό εσωτερικής συνέπειας και να μην αποκλείει τελείως την αναπαραγωγή. Κανένα είδος μυρμηγκιού ή τερμίτη δεν απολαμβάνει αυτή την ελευθερία. Η ελάχιστη αναποτελεσματικότητα στην κατασκευή της φωλιάς, στην ανάπτυξη οσμών ίχνους ή στην πραγματοποίηση γαμήλιων πτήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει στη γρήγορη εξάλειψη του είδους εξαιτίας της θήρευσης και του ανταγωνισμού από άλλα κοινωνικά έντομα. Σε ελάχιστα μικρότερο βαθμό, το ίδιο ισχύει για τα κοινωνικά σαρκοφάγα και τα πρωτεύοντα. Εν συντομία, τα ζωικά είδη τείνουν να είναι ασφυκτικά διευθετημένα στο οικοσύστημα, με ελάχιστο χώρο για πειραματισμό ή παιχνίδι. Ο άνθρωπος έχει παροδικά αποδράσει από τον περιορισμό του διαειδικού ανταγωνισμού. Παρόλο που οι πολιτισμοί αντικαθιστούν ο ένας τον άλλο, η διαδικασία είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική από το διαειδικό ανταγωνισμό στην ελάττωση της διακύμανσης…


Η οικολογική αποδέσμευση, λοιπόν, ευνοεί τη διακύμανση. Ο πληθυσμός μπορεί να αυξάνεται και η οικονομία να ανθεί μέσα στο χάος του αμοραλισμού και της διαφθοράς, μιας και ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει το διαειδικό ανταγωνισμό που άλλα είδη αντιμετωπίζουν, ώστε τα κοινωνικά του μορφώματα να διαμορφώνονται υπό την (άμεση τουλάχιστον) πίεση της εξαφάνισης του είδους. Επισημαίνοντας ως ενδιαφέρουσα την απώτατη αυτή ερμηνεία, ας προχωρήσουμε σε μια εγγύτερη της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα του σήμερα.

Πανθομολογουμένως, ο πολιτικός βίος της σημερινής Ελλάδας μετεωρίζεται ανάμεσα στον πόλο της διαχειριστικής αναποτελεσματικότητας και εκείνον της διαφθοράς. Οι πόλοι τούτοι είναι βαθιά εμπεδωμένοι ως καθοριστικοί της κατάστασης από το σύνολο του πληθυσμού, το οποίο, φερόμενο ως ανήμπορο να αντιδράσει, απαξιώνει τα πολιτικά πρόσωπα και αδιαφορεί για την εκλογική διαδικασία, αντιμετωπίζοντας το δικαίωμα της ψήφου ως προς ανταλλαγή αγαθό. Η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η δικαιοσύνη κι όλες οι έννοιες-σημαίες των πύρινων πολιτικών λόγων στις αντιαισθητικές συγκεντρώσεις του πιθηκισμού και τις τηλεοπτικές παραστάσεις της υποκρισίας εξαντλούνται προεκλογικώς, δεδομένου ότι στην καθημερινή πρακτική σοδομίζονται κατά τρόπο απροκάλυπτα αισχρό.

Από την άλλη πλευρά, δε χρειάζεται να είναι πτυχιούχος της Κοινωνιολογίας κανείς προκειμένου να διαπιστώσει τη σαφή ένταση της ανάγκης του πολίτη για κάθαρση και αποτελεσματικότητα. Η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, η άθλια δημόσια διοίκηση, η σήψη του συστήματος υγείας, η καταβαράθρωση της παιδείας στην ατζέντα των προτεραιοτήτων, η οικολογικά αδιάφορη ανάπτυξη, το μικροκομματικό συμφέρον, η αδρανής αγορά εργασίας κι όλα τα συναφή φαινόμενα τον ταλαιπωρούν, τον εξαντλούν, τον οργίζουν κι ενίοτε-ας μη φοβόμαστε τις λέξεις-τον σκοτώνουν. Ο πολίτης που διαπραγματεύεται την ψήφο του για να προσποριστεί οφέλη και αναπτύσσει σκοτεινές δεξιότητες προκειμένου να επιβιώσει μες στην ατμόσφαιρα της σαρκοφάγου ανομίας και διαφθοράς είναι ο ίδιος με τον πολίτη που δυσφορεί εξαιτίας της παρακμής κι ορέγεται την άρση της. Η πληθυσμιακώς ευρεία δυσφορία, ωστόσο, δε μετουσιώνεται σε κίνηση προς άρση της παθολογίας. Η συντηρητικότητα της ανακυκλούμενης αναμέτρησης στην κάλπη-κορυφαία στιγμή του δημοκρατικού πολιτεύματος-εντυπωσιάζει. Τις πταίει;

Αναζητώντας τα αίτια της απόσβεσης της λαϊκής αγανάκτησης, αξίζει κανείς να αναρωτηθεί περί του τρόπου διεκδίκησης της εξουσίας από τον επίδοξο διαχειριστή των κοινών. Ο βουλευτικός ή υπουργικός θώκος στην Ελλάδα του σήμερα μπορεί να διεκδικηθεί με ένα και μόνο τρόπο: δια εντάξεως σε ήδη υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, τα οποία είναι εσωστρεφή και ιεραρχικά δομημένα. Ο έχων πολιτικές φιλοδοξίες, λοιπόν, άλλον τρόπο να τις εκπληρώσει δεν έχει, από τα να παρεισφρύσει σε κάποια κομματική πυραμίδα, να συμμετάσχει στο εσωτερικό πρωτάθλημα της ανάδειξης του προβεβλημένου-κορυφαίου στελέχους με όποια μέσα (θεμιτά ή αθέμιτα) διαθέτει και, εφόσον επιτύχει, να διεκδικήσει την ψήφο των συμπολιτών του. Η διαδικασία αυτή ρυθμίζεται από πληθώρα παραμέτρων: την κομματική πειθαρχία, τη σχέση με τους κύκλους του κεφαλαίου και της ενημέρωσης (που είναι, ταυτόχρονα, και κύκλοι χρηματοδότησης και προβολής των προεκλογικών εκστρατειών), τις εξ αίματος ή εκ συμφέροντος συγγένειες, την ικανότητα του συμμαχείν και ελίσσεσθαι. Καθίσταται, κατά συνέπεια, σαφές, ότι ακόμη και εκείνος που θεωρητικά θα ξεκινούσε την πολιτική του σταδιοδρομία με τις άριστες των προθέσεων, κατόπιν τέτοιας γυμναστικής ισορροπιών, άσκησης αποσιώπησης και συμφιλίωσης με κύκλους του τύπου και του χρήματος, έχει απωλέσει τα πλείστα της αυτονομίας του, προκειμένου να λειτουργήσει κατά τρόπο συμβατό της ενδοκομματικής ατμόσφαιρας.

Απορώ με το ότι τούτο δεν είναι ξεκάθαρο: πως ο πολίτης της σύγχρονης Ελλάδας δεν επιλέγει στις εκλογές μεταξύ υποψηφίων διαχειριστών των κοινών που τον έπεισαν με τις θέσεις και την κοινωνική τους παρουσία, αλλά μεταξύ στελεχών οργανισμών, τα οποία πέτυχαν να διακριθούν μέσα σʼ ένα εσωστρεφές, διεφθαρμένο και εξαρτημένο σύστημα: το κόμμα. Το κόμμα της αποσιώπησης, της ατιμωρησίας, των πελατειακών σχέσεων, των ύποπτων αποδοχών, της εσωτερικής πειθαρχίας, του νεποτισμού, της εξάρτησης από τα μέσα προβολής, της καπηλείας των ιστορικών βιωμάτων. Το κόμμα της σύγχρονης Ελλάδας είναι ένα. Προσωπικώς το απορρίπτω μαζί με το κομματοκεντρικό σύστημα εκλογής.

Σε ό,τι με αφορά, θα προτιμούσα ένα προσωποκεντρικό σύστημα εκλογής διαχειριστών. Αδυνατώ να το περιγράψω στη λεπτομέρειά του, όμως έχω την ενστικτώδη βεβαιότητα πως θα ʼταν από κάθε άποψη καλύτερο από την κβαντισμένη, πενιχρή, ενστικτώδη επιλογή «μπλε ή πράσινοι», «Δημοκρατικοί ή Ρεπουμπλικάνοι», «Ολυμπιακοί ή Παναθηναϊκοί».

Γνωρίζω πως ο ισχυρισμός μου ηχεί γραφικός, όμως αυτό δε με σταματά από το να τον πραγματοποιήσω. Το θάρρος το λαμβάνω αναλογιζόμενος τους απανταχού στρατιώτες: ποιος στρατιώτης (επιτιθέμενος ή αμυνόμενος, αδιάφορο) θέλει πραγματικά να σκοτώσει ή να σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης; Ποια οικογένεια θέλει να στείλει το παιδί της στην αιματοχυσία; Πώς είναι δυνατόν το σύνολο του πληθυσμού των ανθρώπων να απεχθάνεται τον πόλεμο κι όμως οι πόλεμοι να εξακολουθούν; Κάποια στιγμή, στον πολιτισμένο, τουλάχιστον, δημοκρατικό κόσμο, πρέπει να στραφούμε κατά των ομογενοποιημένων αποφάσεων της κλίκας, αναδεικνύοντας το πρόσωπο. Καμιά μηχανή συμβιβασμένης εσωστρέφειας δεν μπορεί να δώσει λύσεις, απλούστατα διότι δε διαθέτει πρόσωπα, αλλά γρανάζια.

Κλείνω παρέχοντας μιαν απαραίτητη εξήγηση. Ξεκίνησα το παρόν κείμενο μιλώντας για την οικολογική αποδέσμευση ως προνόμιο του Homo sapiens στο επίπεδο του κοινωνικού «παιχνιδίσματος». Τούτο έπραξα επί σκοπού. Νομίζω ότι ο εξ αποδεσμεύσεως επιτρεπόμενος κοινωνικός πειραματισμός οφείλει, επιτέλους, να στραφεί κατά της αρχής λειτουργίας της μηχανής: να διαπιστώσει σε βάθος τον τρόπο περιστροφής γύρω απʼ την ίδια εξυπηρέτηση και να αποστραφεί τον αυτοματισμό της, αυξάνοντας τις πληθυσμιακές μονάδες προσωπικότητας. Η συνείδηση της αδυναμίας μέσα στη μάζα δεν αρκεί για τη διεύρυνση των επιλογών του πολίτη με τον ίδιο τρόπο που η δημιουργική σκέψη δεν αρκεί για μια δημιουργική κοινωνία.

1.Παναγιωτόπουλος Ι.Μ., 1989. Η Ηθική Του Συμφέροντος Και Άλλα Παράλληλα Κείμενα, εκδόσεις Φιλιππότη
2. Wilson E.O., 1975. Κοινωνιοβιολογία: Η Νέα Σύνθεση, εκδόσεις Σύναλμα