26 Ιαν 2010

ΕΝΑ ΜΑΤΣΟ ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ

Η σκέξαψη του στιγμιότυπου έχει μια γοητεία. Η σημερινή εκκινά από το φιλμ «Good Will Hunting», το οποίο προβλήθηκε στην Ελλάδα υπό το μεταφρασμένο τίτλο «Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», δεδομένου ότι Γουίλ Χάντινγκ ήταν το όνομα του ήρωος της ταινίας. Ο μεταφραστής του τίτλου αυτού, έχοντας δει, προφανώς, την ταινία, θεώρησε σωστό να αποφύγει μια κυριολεκτικότερη μετάφραση-«Καλό κυνήγι πεπρωμένου»-διατί κατάλαβε ότι στον τίτλο περιέχεται το όνομα του ήρωος. Σωστός. Ο αβάπτιστος γνώσης τίτλος δεν αφορά σε κανέναν όταν δεν περιέχει όνομα.

Φθάνω αισίως στο στιγμιότυπο. Ο ήρωας του φιλμ καταφέρνει σε κάποιο πλάνο και εντυπωσιάζει καλλίγραμμη χαμογελούσα νεαρά, η οποία και προτείνει την εκ του σύνεγγυς συνάντηση προς καφεποσία. «Ναι», της απαντά ο ήρως, «να βρεθούμε καμιά μέρα να φάμε ένα μάτσο καραμέλες». «Τι εννοείς;», ρωτά έκπληκτη η νεαρά. «Αν το καλοσκεφτείς», αποκρίνεται ο ήρως, «είναι εξίσου αυθαίρετο με το να πιούμε καφέ».

Από το διαστημόπλοιό μου-το οποίο, δυστυχώς, δεν έχει κουνουπιέρα-διϋπνίζομαι συχνάκις σε σχολικές αίθουσες. Την τελευταία φορά που με ήλξε η πρασινάδα του θρανίου, ξάπλωσα σε κάτι κόλλες εξεταστικής περιόδου και, μάλιστα, στο μάθημα της λογοτεχνίας. Το θέμα, ομολογώ, ήταν κάπως περίεργο, αν και, κρατώντας αποκλειστικώς την ουσία του, ίσως καταλήξουμε στο ότι, πάντοτε, είναι υποκριτικά ίδιο. Το παραθέτω:

ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ (50 Μ.Χ.)

Ζωγράφος και ποιητής, δρομεύς και δισκοβόλος
σαν Ενδυμίων έμορφος, ο Ιάνθης Αντωνίου.
Από οικογένειαν φίλην της Συναγωγής.

«Η τιμιότερες μου μέρες είνʼ εκείνες
που την αισθητικήν αναζήτησιν αφίνω,
που εγκαταλείπω τον ωραίο και σκληρόν ελληνισμό,
με την κυρίαρχη προσήλωσι
σε τέλεια καμωμένα και φθαρτά άσπρα μέλη.
Και γένομαι αυτός που θα ήθελα
πάντα να μένω˙ των Εβραίων, των ιερών Εβραίων, ο υιός.»

Ένθερμη λίαν η δήλωσίς του. «Πάντα
να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων-»

Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου.
Ο Ηδονισμός κʼ η Τέχνη της Αλεξανδρείας
αφοσιωμένο τους παιδί τον είχαν.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Γράψτε τις σκέψεις σας για το ποίημα.

Ας δούμε, τώρα, τα τρία γραφτά που είδα (στον ύπνο μου, πάντα, ο ασυνείδητος)-κι αν βρούμε τον ήρωά μας μες σʼ αυτά, ακόμη καλύτερα.

Ο πρώτος μαθητής έγραφε: «Το ποίημα μιλά για τον όμορφο Ιάνθη Αντωνίου, γνωστό σε μας από την ιστορία για τις επιδόσεις του στον αθλητισμό και τις τέχνες. Η καταπίεση των Εβραίων στην καταγωγή γονιών του οδήγησε τον κ. Αντωνίου σε κραιπάλες με οίνο και ιερόδουλες, ώσπου η αυτοκτονία του να αποτελέσει την τραγική κατάληξη της σατανικής του πορείας στην ακολασία. Με το ποίημα αυτό, ο ποιητής υποδεικνύει τον ορθό δρόμο προς την αρετή και τη χριστιανοσύνη, δίδαγμα εκλιπόν, πλην ουσιωδέστατο για τη σημερινή νεολαία του έκλυτου βίου, της αλκοόλης, της αήθειας και της επίφασης κοινωνικότητος στο φέισμπουκ».

Ο δεύτερος μαθητής έγραφε: «Στο πρόσωπο του Ιάνθη Αντωνίου και σʼ ένα μετρίως αναλυτικό ψευδοϊστορικό πλαίσιο, ο ποιητής εκφράζει την πηγαία ροπή της καλλιτεχνικής φύσης προς την ανάλογη έκφραση. Παραλλήλως, θίγεται το ζήτημα των διχασμών που προκύπτουν ως συνέπειες ενασχολήσεων Σπουδαίων και Μεγάλων (όπως ο αθλητισμός ή η τέχνη) εξαιτίας οικογενειακών ή ευρύτερα κοινωνικών αντιθέσεων. Τελικά, παρά την προσπάθεια του πρωταγωνιστή του ποιήματος να συμβιβαστεί με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του αυστηρού εβραϊκού περίγυρου, εκείνος μένει μοιραία πιστός στον Ηδονισμό και τον Ελληνισμό, έννοιες εξέχουσες στο καβαφικό έργο, σχετιζόμενες με την ένταση του τρόπου ζωής, την αυθεντική δημιουργία και την προσήλωση στην ελληνική παιδεία και κληρονομιά».

Ο τρίτος μαθητής έγραφε: «Η σκηνοθεσία του Καβάφη διαπερνά κυρίαρχη τους στίχους του ποιήματος, στερούμενη, όμως, το συγκλονισμό άλλων πονημάτων του. Το θέμα του είναι μάλλον σαφές: ο σχιζοειδής ψυχισμός του υποκειμένου, όταν αυτό υποβάλλεται σε συγκρούσεις «δέοντος» (κοινωνικώς η οικογενειακώς εκπορευόμενου) και «θέλω» (εκ φύσεως εκπορευόμενου). Η αφήγησή του κινείται σε δύο επίπεδα: στην αρχή και το τέλος του ποιήματος ομιλεί ο ποιητής, ως πληροφοριοδότης και ως φορέας του κεκτημένου αληθείας αντιστοίχως. Μεσούντος του ποιήματος, γινόμαστε κοινωνοί του διχασμού, δια στόματος του πρωταγωνιστή. Η στρατηγική του Καβάφη να «βγαίνει», τρόπον τινά, έξω από το ποίημα, εκφέροντας την αλήθεια ως ποιητής-θεός, ακολουθείται σε πολλά ποιήματά του, δίχως να είναι πάντοτε το ίδιο επιτυχημένη. Στο ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους» η ποιητική κάθαρση έρχεται στον τελευταίο στίχο: «Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις». Στον «Ηγεμόνα εκ δυτικής Λιβύης», η αποκάλυψη γίνεται πριν το τέλος: «Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε». Η ίδια τακτική ακολουθείται και εδώ: «Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου». Σʼ αυτά τα ποιήματα, οι τελευταίοι στίχοι αφιερώνονται στο να εξηγηθεί η «ποιητική αποκάλυψη». Αντίθετα, η έξοδος στο «Περιμένοντας τους βαρβάρους» (όπως και στην «Ιθάκη») έρχεται στο τέλος με διάθεση στοχαστική, όχι ως «πληροφορία» επί της αναπτυχθείσας υποθέσως. Αυτή η στρατηγική νομίζω πως είναι πιότερο επιτυχημένη, καθιστώντας, μεταξύ άλλων, πιο «έγκυρη» την αυθεντία του ποιητή, ο οποίος δεν ανατρέπει την πραγματικότητα μʼ ένα γεγονός που μόνο ο ίδιος ξέρει (ο Ιάνθης Αντωνίου δεν έμενε τοιούτος διόλου ή ο Ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης δεν ήταν βαθύς στις σκέψεις αλλά προσποιείτο) αλλά με μία καθαρτική, στοχαστική, αποφθεγματική ρήση που κινητοποιεί τον αναγνώστη.

Οι σημειώσεις του καθηγητού είχαν ενδιαφέρον: για τον μεν πρώτο, διαγραφή δια κόκκινης γραμμής των γραφoμένων, βαθμός υπό της βάσης. Για τον δεύτερο, άριστα και εύγε. Για τον τρίτο, βαθμός υπό της βάσης μετά «δε γράφουμε στο πρώτο πρόσωπο», «δεν αναλύεις αρκετά», «δε μας ενδιαφέρουν οι προσωπικές σου απόψεις» και «πολλές εκτός θέματος αναφορές».

Μέσα στον ασυνείδητο ύπνο μου, νομίζω πως, σε γενικές γραμμές, οι μαθητές είναι πάντοτε αυτοί οι τρεις: ο ασυντόνιστος, ο διαβασμένος και ο ευφυής. Ο ασυντόνιστος και ο διαβασμένος είναι όψεις του ίδιου νομίσματος: αν ο ασυντόνιστος είχε διαβάσει, θα έγραφε σαν τον διαβασμένο. Ο ευφυής είναι άλλης κοπής και, κατά τας ενοράσεις της νυχτός μου, δαιμονοποιείται συστηματικά. Ο λόγος της δαιμονοποίησής του είναι η αδυναμία του να αποδεχθεί το κομμάτι της διδακτικής της λογοτεχνίας, το οποίο τρέφεται από τον πλακούντα της απανταχού εκπαίδευσης: τη συμμόρφωση (η επαναστατικότητα με την ευφυΐα συνδέονται κατά τρόπο στατιστικώς σημαντικό). Να το πω αλλιώς. Όταν η ποίηση εξετάζεται στη σχολική αίθουσα, εξετάζεται παράλληλα με την ικανότητα του μαθητή να υπακούει στους νόμους (αναπαραγωγή των στην παράδοση υπογραμμισμένων ψευδοϊστορικών πλαισίων του καβαφικού έργου, απαλοιφή της κρίσης, αυθεντία του ποιητή και του δασκάλου, υποχρεωτική χρήση του τρίτου προσώπου στο δοκιμιακό λόγο, επίπληξη και της νύξης ακόμη της δημιουργικής φαντασίας). Βαθμούς δε λαμβάνει κανείς για την έμπνευση, την πρωτοτυπία και την τεκμηρίωση της προσωπικής του θέσης, αλλά για την πειθήνια αναπαραγωγή.

Είναι, άραγε, δυνατόν να προτιμάς τη στοχαστική σκηνοθεσία από την εξ υποθέσεως ανατροπή και να μεταφράζεις «ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ»; Είναι δυνατόν να σε συγκινεί η ποίηση και να λες σε μια γυναίκα «πάμε για καφέ;» Είναι δυνατόν νʼ ακούς το δάσκαλο να αναγιγνώσκει την παράδοση περί ψευδοϊστορικών πλαισίων από το «βοήθημα» και να προτείνεις την παύση της διδασκαλίας της ποίησης;

Αφού δεν μπορείτε τις πιπίλες, φτύστε τις καραμέλες.