26 Ιαν 2010

Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΔΙΑΦΗΜΙΖΕΙ ΦΙΛΤΡΑ ΥΔΑΤΟΣ


Eίσαι νέος και θέλεις να γράψεις- ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος. Ένας εύκολος τρόπος να υλοποιήσεις την επιθυμία σου είναι επί μιας νεόδμητης, ολοπρωτότυπης εικόνας. Κοιτάς γύρω σου. Τι βλέπεις; Πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, σύρματα, πουλιά, πεζοδρόμια, ταχύτητα. Αίφνης, μια όμορφη γυναίκα σκύβει να πιάσει το πορτοκάλι που γλίστρησε από τη χαρτοσακούλα της αγκαλιάς της. Η εικόνα σε κεραυνοβολεί. Δεν είσαι τυχαίος, έχεις ταλέντο. Μπορεί να είσαι κι ο Ρεμπώ και να το διαισθάνεσαι μόνο εσύ (να μην το μάθουν κι άλλοι;). Σηκώνεις το μολύβι σου βαρύ μες στο βαρύ ενθουσιασμό σου:

Καθώς έσκυβες το πορτοκάλι σου να πιάσεις
Έκρυψα τη δίψα μου
Στον αποχυμωτή σου

Tρεις στίχοι δεν κάνουν ποίημα, σκέφτεσαι. Όχι ότι χρειάζονται πολλοί περισσότεροι, οι μεγάλες, άλλωστε, εκτάσεις των λέξεων κουράζουν και απωθούν. Με την αγραμματοσύνη, τον αναλφαβητισμό και τη νευρωνική νωθρότητα δε σκοπεύεις να τα βάλεις (όχι ότι δεν μπορείς)… θέλεις, απλώς, να κάνεις εντύπωση, όπως, ακριβώς, κάνεις σκονάκια ή κάνεις φάση. Αποφασίζεις να κάνεις κάτι το πορτοκάλι. Το πορτοκάλι, συλλογίζεσαι, μπορεί να σε βοηθήσει να χτίσεις μια μικροεπέκταση από πάνω, να μεταφέρεις απʼ τα κάτω ένα ή δύο υπνοδωμάτια, μήπως και, αλλάζοντας τη διαρρύθμιση, φανεί η σαλονάρα. Πιάνεις το μυστρί, βαρύ κι αυτό σαν το μολύβι:


Με γυαλιά ηλίου
Έτρωγα το φρούτο μου
Κοιτάζοντας στα μάτια το χυμό.
Εσύ περαστική
Κρατώντας στα χέρια σου
Τη γεύση του στόματος μου
Σα να ταράχθηκες απʼ τη συνάντηση.
Σε μάτιασα.
Καθώς έσκυβες το πορτοκάλι σου να πιάσεις
Έκρυψα τη δίψα μου
Στον αποχυμωτή σου.
Όταν αποφασίσεις να με πιεις
Θέλω να είναι Αύγουστος
Και να ʼναι μεσημέρι.
Αν δεν ιδρώσεις
Δε θα με καταλάβεις.

Μικρό, ολιγόστιχο, ολίγο ρυθμικό, ούτʼ ένα τέταρτο, το κόστος του, της ώρας, για μια έξαψη της εφηβικής ταλαντούχου στιγμής. Αλλά είπαμε: δεν είσαι τυχαίος. Το ʼχεις εύκολο το χαριτωμένο, το ολιγόστιχο, το ολίγο ρυθμικό, που μια κάποια εντύπωση την κάνει. Κι αν δεν την κάνει, δεν πειράζει: δε σʼ ενδιαφέρει ο αναγνώστης, εσύ έχεις την ποίηση μέσα σου, το διαισθάνεσαι, το νιώθεις, σου το ʼχουν πει για τις εκθέσεις σου (οι δάσκαλοι) και για τα SMS που στέλνεις (οι γκομενίτσες˙ όχι όλες, οι κουλτουριάρες που ερωτεύονται τους δασκάλους).
Άντε, τώρα, εαυτέ μου, και πώς να σου το πω: πως για διαφημιστής έκανες και κάνεις, αλλά για ποιητής, κι αν έκανες, δεν έμαθες ακόμα σου αν κάνεις. Δεν αντέχεις, πια, να γράφεις επειδή μπορείς. Θες κάποτε να γράψεις κάτι που ʼχει σημασία. Μπορείς;