30 Ιουν 2010

ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΚΡΕΒΑΤΙ


ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

Νόμισες πως έπεσα στον γκρεμό
για να σου κόψω σπάνιο εντελβάις.
Στόχος δικός σου να ευφρανθείς
δικός μου να πάψεις να φοβάσαι.
Γέμισα με σώμα τη χαράδρα σου
γέφυρα να πατήσεις να περάσεις.
Έτσι θέλω να με θυμάσαι
αφέψημα της πείνας του μυαλού σου
που πάντα κατευνάζει
....................................ζοφερά περάσματα.

16 Ιουν 2010

ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

Αυτή είναι η ιστορία του Δημητρίου Λιανόπουλου που ξεκίνησε ξυπόλυτος από το Φιλώτι της Νάξου να πάει στον Πειραιά. Εκεί έκαμε μαγαζί και πουλούσε ζαρζαβατικά- κάτω πουλούσε και πάνω κοιμότανε. Τις οικονομίες του όλες τις βαστούσε στο μαγαζί, μέσα σ’ ένα σεντούκι. Όταν κάποτε έγινε έρανος για την αγορά του θωρηκτού Αβέρωφ, ο Δημήτριος Λιανόπουλος έδωσε όλα του τα χρήματα. Όταν η κατάσταση με τις δωρεές πήγε στον τότε υπουργό, το μέγεθος της δωρεάς του φτωχού μανάβη, αντάξιο ή μεγαλύτερο πολλών πλουσίων της εποχής, τον εντυπωσίασε. Ο υπουργός αποφάσισε να τον ανταμείψει δίνοντάς του δουλειά: τροφοδοσίες πλοίων του βασιλικού ναυτικού. Πέθανε σε ηλικία 49 ετών. Στο Φιλώτι της Νάξου υπάρχει το όνομά του και το τέμπλο που έφερε από τη Ρωσία για την εκκλησία.

Αυτή είναι η ιστορία του Δημητρίου Λιανόπουλου, μια απίστευτη ιστορία για την πίστη- κι αφού είναι επίκαιρη όσο και αληθινή, είπα να σας τη διηγηθώ τούτο το απόγευμα.

15 Ιουν 2010

Ο ΒΗΧΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ



Ο ΒΗΧΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ

Ο καπνός της καμένης φωτογραφίας σου
ντουμάνιασε το σπίτι
όμως δεν μπόρεσε
την απουσία σου να διώξει.
Δέκα χρόνια καπνιστής
βρήκα το βήχα που δεν αντέχω
στα τσιγάρα που δεν κάπνισες εσύ.
Τώρα που λείπεις τα θυμάμαι όλα
όμως δε σε δικαιολογώ.
Αν μ’ είχες φοβερίσει ότι θα φύγεις
τότε, ναι, θα έφταιγα εγώ.

8 Ιουν 2010

ΦΙΛΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ


ΦΙΛΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

Δεν έχω σκοτώσει ποτέ μου
αλλά φίλους δολοφόνους έχω.
Στα θύματά τους
απολογούμαι συχνά.
Τους λέγω:
αν ήσασταν εσείς οι δράστες
θα θέλατε οι άνθρωποι
να σας εγκαταλείψουν;
Τα θύματα απαντούν:
αν το θύμα ήσουν εσύ
θα σ’ άρεσε να μας βλέπεις
παρέα με το θύτη σου;
Όχι, όχι, όχι.
Αδύνατον να συμβιβάσω
τόσο άνθρωπο.
Μην ξέροντας να συμπεριφερθώ
ψάχνω τρόπο να πενθήσω
ατιμώρητος.

5 Ιουν 2010

ΘΕΑΤΗΣ



ΘΕΑΤΗΣ

Οι πίνακες που κρέμονται μέσα μου
βλέπουν όλοι στην καρδιά μου˙
κι εσείς τι κάνετε;
Σκαρφαλώνετε στο στόμα μου
μπαίνετε στο σώμα μου
και τους ξεκρεμάτε.
Παράσταση δε θ’ αφήσετε μέσα μου˙
ό,τι σφίγγει την καρδιά μου
σας ενοχλεί.
Το δροσερό νερό θέλετε να βρομίσετε–
αλλά γιατί να με λυπηθείτε;
Πρώτα κι ανελέητα
επιτεθήκατε στον κόσμο
σα να ’φταιγε εκείνος που σας γέννησε
έτσι άγριους κι ωχρούς.

3 Ιουν 2010

ΑΓΚΑΛΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ...

*

Ασώματος ων διαρκώς κυνηγών

την αγκαλιά απ’ το σώμα στο σώμα

που θα με ντύσει, το βλέμμα

που θα μου σιδερώσει τις ρυτίδες

θα με αποκαταστήσει όμορφο

και ευπρεπή αλλά κυρίως το σώμα

επιζητάω που θα μου δώσει πίσω

το χαμένο μου κορμί.


*

Ένας άντρας βγαίνει στο μπαλκόνι του.

Έχει μόνο δυο κατακόκκινες μπουκαμβίλιες:

μια στα δεξιά, μια στ’ αριστερά

κανένα άλλο λουλούδι. Καθώς σκύβει

να τις ποτίσει γέρνουν οι πλάτες του

απ’ τα πολλά τα άνθη.


*Tα ποιήματα είναι ανέκδοτα. Ευχαριστώ θερμά το Σωτήρη Παστάκα για την τιμητική παραχώρηση μελών του Χαμένου Κορμιού του.

2 Ιουν 2010

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ

Αργά αργά ξεδίπλωσα
αυτό που τόσο ακίνδυνο
ήταν διπλωμένο.

Δε μετανιώνω.
Αν θέλω το ξαναδιπλώνω
και πορεύομαι μαζί του
χωρίς αναρωτήσεις και ταλαιπωρίες.

Δεν πρόκειται.
Με τα ράμματα ορθάνοιχτα
και το βλέμμα στραμμένο
στο εσώτατο άκρο της πληγής
χειρουργώ αδιαλείπτως ό,τι είμαι.
Τα ψηφία φρίττουν.
Οι αυτοματισμοί αποβιώνουν.
Οι επιφάνειες καταδύονται ντροπιασμένες
στο υποκείμενο υλικό τους
κι οι πυρήνες δυσκολεύουν τα λόγια μου
δυσκολεύουν τις εκφράσεις του προσώπου μου
δυσκολεύουν όλες μου τις αποκρίσεις.

Γι’ αυτό
όταν σου λέω σ’ αγαπώ
κινδυνεύεις.

Γι’ αυτό
όταν σου λέω σ’ αγαπώ
να με πιστεύεις.

15 Μαΐ 2010

ΑΣΠΙΡΙΝΗ ΣΤΟ ΝΕΡΟ


ΑΣΠΙΡΙΝΗ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

Δε φοβάμαι μήπως πνιγώ
κι όμως την ασπιρίνη λιώνω
στο κουταλάκι με νερό.
Σ’ ένα μου φόβο κραταιό
χάνω τη μάνα μου
κι έτσι, πως κάποιος νοιάζεται
για να προσποιηθώ
φροντίζω στοργικά τον εαυτό μου.

7 Μαΐ 2010

Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ

Τα μέτρα που ψηφίστηκαν κατόπιν της κυβερνητικής προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας αποτελούν ζωντανή απόδειξη της δυνατότητας εφαρμογής συνοπτικών και σαρωτικών αλλαγών. Έχει σημασία ότι ομιλούμε για αλλαγές εξτρεμιστικού χαρακτήρα που νομοθετήθηκαν με διαδικασίες συνοπτικές από έναν πρωθυπουργό, ο οποίος παρουσίασε την αυτή πορεία απολύτως επιβεβλημένη, δεδομένης της εφιαλτικής-κατά τον ίδιο-εναλλακτικής: στάση πληρωμών, χρεωκοπία, επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, καταστροφή.

Το είδα με τα μάτια μου και δεν αμφισβητείται: στη χώρα της παντοδυναμίας του πολιτικού κόστους και των πελατειακών σχέσεων, να περικόπτονται μισθοί, συντάξεις, να καταργούνται συλλογικές συμβάσεις, να γίνονται, εν ολίγοις, πράγματα ως τώρα αδιανόητα... κι η κεφαλή της κυβέρνησης να δηλώνει ηρωικά πως δεν κόπτεται για επανεκλογή, μιας και προέχει το συμφέρον της πατρίδας.

Προσωπικώς δε γνωρίζω αν τα μέτρα θα μπορούσαν να είναι άλλα. Ο κ. Οικονόμου, πάντως, εις των τριών που διεγράφησαν από τον πρόεδρο του κόμματός τους επειδή δεν ψήφισαν υπέρ των μέτρων, είπε σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού ότι δεν είναι δυνατόν να πληρώνουν οι πένητες το λογαριασμό, όταν το κράτος συνεχίζει τις αλόγιστες σπατάλες του. Πονηρεύτηκα.

Βεβαίως η πρόταση του κ. Οικονόμου δε συνιστά εναλλακτική πορεία από αυτή που η κυβέρνηση προτίμησε. Φλέγομαι, όμως, να μάθω: ο κύριος πρωθυπουργός, ο θαρραλέος των νέων μέτρων, τι πρόκειται να κάνει για (εντελώς ενδεικτικά):

Τις πελατειακές σχέσεις; Τους αφορολόγητους; Τις ποινικές ευθύνες των πολιτικών προσώπων; Τους αργόμισθους;

Θα δώσει, μήπως, εντολή στους βουλευτές του να πετούν έξω από τα γραφεία τους όσους πολίτες έμαθαν να παρακάμπτουν το νόμο πουλώντας την ψήφο τους;

Θα δημεύσει τις περιουσίες όλων όσοι δηλώνουν πένητες και διαβιούν αυτοκράτορες;

Θα φυλακίσει το Σημίτη και τον Καραμανλή καταργώντας, παράλληλα, κάθε θεσμοθετημένη οχύρωση της πολιτικής διαφθοράς;

Θα άρει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, απολύοντας τους υπαλλήλους-φαντάσματα;

Αφού μπορεί να ψηφίζει το νομοσχέδιο του μηχανισμού στήριξης αδιαφορώντας για την επανεκλογή του, μπορεί να τα κάνει αυτά. Είναι και τολμηρός και ενάρετος. Αν δεν τα κάνει, πάλι, είμαστε ελεύθεροι να ψηφίσουμε το Σαμαρά, την Παπαρήγα, τον Τσίπρα ή τον Καρατζαφέρη, μόνο που αυτοί δεν έχουν λάβει μέτρα όπως αυτά που ελήφθησαν σήμερα, οπότε δεν είναι εγγυημένη ούτε η αρετή ούτε η τόλμη τους. Ίσως αυτοί νοιαστούν για την επανεκλογή τους...

...όπως νοιάστηκε και ο ίδιος για την εκλογή του την περίοδο που υπήρχαν λεφτά.

26 Απρ 2010

ΑΓΩΝΑΣ


ΑΓΩΝΑΣ

«Αγώνας!» άκουσα μα δεν ήτανε
το πρόβλημα εκεί.
Τα γυαλιά μου έπεσαν κάτω
και, πρώτη φορά, ραγίσανε.
Η αράχνη, τρίζοντας τα σαγόνια της
πάτησε στους ιστούς
της δικής μου οράσεως
ερχόμενη να φάει τον καραγκιόζη
που το είπε.

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟ

γέρασαν από συμφέρον τα μελλούμενα
της κάθε προηγούμενης γενιάς

Δε δίνει δεκάρα για ιδανικά και αηδίες, τον ενδιαφέρει να περνάει καλά αυτός και οι δικοί του. Ανταλλάσσει την ψήφο του για διορισμούς στο δημόσιο, έχοντας κατά νου τη μονιμότητα και τη σταθερότητα στο ατέλειωτο, το ηδονικό, το καθισιό του εξυπνόμαγκα. Φόρους δεν πληρώνει. Τι κι αν το πoσό που δηλώνει είναι υποεικοσαπλάσιο του ποσού που εσοδεύει, αν μπορεί να το κρύψει, να λαδώσει, να κοροϊδέψει και να διαφύγει, πάλι άρχοντας είναι. Χτίζει σπίτι και παρανομεί. Δίνει εξετάσεις για δίπλωμα οδήγησης και παρανομεί. Είναι περήφανος που ερμηνεύει το νόμο κατά το δοκούν: σημασία έχει ποιον ξέρεις, ποιον μπορείς να επηρεάσεις, αν μπορείς να παρακάμπτεις τους πάντες και τα πάντα, εξερχόμενος κύριος με κολλάρα και Cayenne. Τα χρήματα είναι λεφτά απ’ όπου κι αν προέρχονται. Αποδείξεις δεν κόβει, αδειάζει τα τασάκια του στο δρόμο, κορνάρει, βρίζει, τ’ αρπάζει απ’ το ταμείο, τ’ αρπάζει απ’ τους κουτόφραγκους, τρώει απ’ τους σωλήνες, τρώει απ’ τα μπετά, τρώει απ’ τα κουφώματα, τρώει απ’ τα βαγόνια, τις γέφυρες και τα στέγαστρα, απ’ όπου μπορεί να φάει, τρώει. Φορά γαλάζια γραβάτα, είναι πρασινοφρουρός, σα θαρραλέος κυλιέται στα ρουσφέτια, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την ξεφτίλα. Πατά επί πτωμάτων, καίει τα δάση του, πάνω από τα κουφάρια ξεροφλείφεται και στραβοχαμογελά... κι όταν το Δουνουτού τον περιμένει στη γωνία, του φταίει ο Όλι Ρεν κι η Μέρκελ... τα πρώην πιθήκια των δένδρων που δε σέβονται τον Έλληνα, αυτόν που ’γραφε φιλοσοφία όταν οι υπόλοιποι συνεννοούνταν με τα ου και τα βαρ. Είναι απίθανος, σας λέω. Απίθανος.

Τώρα που ήρθε η ώρα του ταμείου, ώρα αναπόφευκτη της αυτής πορείας, δεν μπορώ να μη διαπιστώσω: αυτοί που εξαφανίζονται στα εξωτερικά, τα πίσω έδρανα και τα ευρύχωρά τους πισινονήσια φαίνεται πως πάλι δε θα πληρώσουν σεντς απ’ τα κοινόχρηστα- κι αυτό είναι μια κάποια αδικία.

Ο ιερεύς καλύπτεται από ασυλία όπου κι αν οδήγησε το ποίμνιο.

22 Απρ 2010

ΣΧΟΛΙΟ


ότι η λογοτεχνία μας βρίσκεται σε βαθύτατη παρακμή, και πολλοί θεωρούν ότι σχεδόν από τους τρέχοντες της φήμης κανείς δεν θα επιβιώσει
από ένα κείμενο του Bασίλη Λαλιώτη
Οι διαμαρτυρίες για τα στημένα βραβεία και την τρέχουσα πραγματικότητα της φήμης είναι καλές και άγιες. Όταν, όμως, ο καταγγέλλων, στην προσπάθειά του να στηρίξει τις καταγγελίες του, ομιλεί για παρακμή της λογοτεχνίας και αδυναμία των σύγχρονων ηγεμόνων να αντέξουν στο χρόνο, επανέρχομαι στην παλιά διαπίστωση, πως η ταύτιση στα λόγια δε σημαίνει επουδενί την ταύτιση στα νοήματα (κι όχι επειδή αναγκαστικά κάποιος υποκρίνεται, αλλά επειδή πίσω από την, ανυπόκριτη ενδεχομένως, ταύτιση των λόγων, υπάρχει πραγματική απόσταση αντίληψης και πεποιθήσεων). Τι σημαίνει ο ισχυρισμός της παρακμής της λογοτεχνίας; Σημαίνει, μήπως, ότι κάποιος, κατόπιν εποπτικής εικόνας και εμβριθούς μελέτης του σύγχρονου συνόλου της έχει απογοητεθεί από τις επιδόσεις των λογοτεχνών; Όχι βέβαια, κανείς δε γνωρίζει τι γράφεται (πιο σωστά: τι εκδίδεται) στην Ελλάδα. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να αξιολογηθεί ένα αχανές σε έκταση υλικό όταν ουδείς ασχολείται μαζί του (μήτε θεσμός μήτε ιδιώτης μήτε ίδρυμα ή επιτροπή); Δεν είναι δυνατόν. Απλά, όμορφα και σταράτα. Μικρό τμήμα του υλικού αυτού θα προβάλλεται, θα βραβεύεται και θα διαφημίζεται με τους τρόπους εκείνους που προκαλούν τις διαμαρτυρίες, τις καταγγελίες και (κακώς) τα blog trolls. Ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, κατά τη γνώμη μου σαθρό, που υποβόσκει της επισήμανσης (εν είδει προφητείας) της αδυναμίας των σύγχρονων ηγεμόνων της λογοτεχνίας (με τις άριστες PR δεξιότητες) να καταστούν «κλασσικοί» είναι το εξής: α) Ό,τι κατέστη κλασσικό, αξίζει υποχρεωτικώς, β) Ό,τι λησμονήθηκε, ξεχάστηκε, δοκιμάστηκε, τελοσπάντων, από το χρόνο και απέτυχε, υποχρεωτικώς δεν αξίζει. Χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για να αποδείξει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ίσως... δεν προτίθεμαι προς το παρόν να το πράξω. Αρκούμαι στο εξής: η ιστορία συμβαίνει και γράφεται από ανθρώπους. Ως αναγνώστες της και παρατηρητές της, ας αποφασίσουμε πόση εμπιστοσύνη τής πρέπει. Ας σκεφτούμε πόσα σκοπίμως αποσιωπούνται, πόσα σκοπίμως αλλοιώνονται, πόσα σκοπίμως καταστρέφονται, πόσα αγνοούνται ή ωραιοποιούνται ή λησμονούνται ή καννιβαλίζονται... και πόσα από αμέλεια ή λάθος ή φόβο. Τοποθετούμαι, λοιπόν: α) Δε γνωρίζουμε αν η λογοτεχνία παρακμάζει, γιατί δεν ασχολούμαστε παρά με τη λογοτεχνία που βραβεύεται και διαφημίζεται, β) Η τύχη ενός έργου μες στο χρόνο δεν αποδεικνύει την αξία του ή την έλλειψή της, γ) Το αίτημα της αλλαγής των μηχανισμών απόκτησης κύρους των λογοτεχνικών έργων δεν υφίσταται προκειμένου να αλλάξει το δυναμικό «κλασσικοποίησης» των στην εποχή τους φημισμένων λογοτεχνών, δ) Η αξιοκρατία είναι a priori κοινωνικό αγαθό.

19 Απρ 2010

Ο ΚΟΥΚΟΣ


Ο ΚΟΥΚΟΣ

Βαρέθηκα να στραγγαλίζω τον κούκο
για να ψοφήσουν οι ώρες.
Μηδέποτε θα ξαναπώ
τα σύκα, σύκα
και τη σκάφη, σκάφη.
Θα πλύνω τη γλώσσα μου
μέσα στην πιο μου ασυνάρτητη
υπνολαλιά
και με την ιδιοτροπία μου αυτή
θα ερωτροπήσω ασύστολα
μ’ όλα τα θηλυκά της οικουμένης.
Έχω, πλέον, πειστεί. Αν υπάρχει
πράγματι η αδελφή ψυχή
έτσι θα μ’ αναγνωρίσει:
απ’ το ελάττωμα.
Κι ύστερα θα προσθέσει
στο κεφάλι μου
από τα βλέφαρά της ένα χάδι.
Άνοιξε, αγάπη μου, τα μάτια σου
ν’ ανατριχιάσω πλήρης.

15 Απρ 2010

ΣΥΝΤΟΜΕΥΕΤΕ

ΣΥΝΤΟΜΕΥΕΤΕ
Ι) ΣΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

Απαντώντας σε ερώτηση σχετική με την απήχηση των «συνεικόνων» του στο εξωτερικό, ο Οδυσσέας Ελύτης, μιλώντας στους Φωστιέρη και Νιάρχο, είπε: «Εκεί τα βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα. Δίνουν σημασία και στο πιο άτεχνο σκιτσάκι, αρκεί να προέρχεται από τον ίδιο τον ποιητή».
[i] Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Το Συμπόσιο Ποίησης της Πάτρας διοργάνωσε πέρσι σειρά σεμιναρίων για εξέχουσες μορφές της ελληνικής ποίησης. Ένα από τα τελευταία σεμινάρια του κύκλου ήταν αφιερωμένο στο Μίλτο Σαχτούρη, εισηγητής, δε, ήταν ο κριτικός και ποιητής Νίκος Λάζαρης.

Προσήλθα πρώτος, πρώτος μπήκα στη μεγάλη αίθουσα του συνεδριακού κέντρου του πανεπιστημίου Πατρών και κάθισα πρώτος, έμπλεος ενδιαφέροντος, γιομάτος ελπίδα ν’ ακούσω αυτό το κάτι που θα άρει τη διαφωνία μου με την ιστορία για το νεοϋπερρεαλιστή αυτό ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Οι φορές που με αποκάλεσαν ανάγωγο, αδαή, μικρό, τιποτένιο και απαίδευτο δε στάθηκαν αρκετές να μου αλλάξουν τη γνώμη, ωστόσο επέτειναν την ανάγκη μου να συμφωνήσω με την ιστορία, γιατί είναι δυσάρεστο και ενοχλητικό να διαχωρίζεις τη θέση σου από το δεδομένο των πολλών. Όσο, όμως, κι αν ορέγομαι τη συναίνεση, δεν μπορώ να την επιτύχω αν δεν έρθει το φωτεινόστομα που θα πάρει τα δάχτυλα μου να ψαύσουν την αλήθεια που αγνοούσαν. Η ευθύνη της σεισάχθειας έπεσε εκείνο το βράδυ στους ώμους του Νίκου Λάζαρη. Περίμενα τη λύτρωση με κομμένη την ανάσα, να μ’ αγκαλιάσουν, επιτέλους, ομότεχνοι και συνομιλητές καθώς δακρυσμένος θα παραδεχόμουν το λάθος.

Πού τέτοια τύχη. Το πράγμα κινήθηκε επί χιλιοπερπατημένων δρόμων τεκμηρίωσης και αξιολόγησης, γύρω από την απαράμιλλη εικονοπλαστική δύναμη του ποιητή και τη ριζοσπαστικότητα της έκφρασής του. Στιγμή με τη στιγμή απογοητευόμουν, θλιβόμουν κι έφριττα, διότι για μια ακόμη φορά θα έφευγα τσακωμένος με την ιστορία και τους υπασπιστές της. Σα να μην έφτανε αυτό, ένα κάψιμο στο λαιμό μου ερωτοτροπούσε με τις φωνητικές μου χορδές, τείνοντάς τες στο γνώριμο παλμό της ένστασης και της διαμαρτυρίας.

Τι να έλεγα, όμως; Ο βασιλεύς είναι γυμνός; Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς φαιδρό μέσα στην κραυγή του, στην περίπτωση, δε, που θα δοκίμαζα να επεκταθώ, σίγουρα δε θα γλίτωνα από το σωφρονιστικό «συντομεύετε». Νευρικός, άρχισα να ξεφυλλίζω το ανθολόγιο των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη που μοιράστηκε προ της ενάρξεως της διαδικασίας, το οποίο είχε επιμεληθεί ο εισηγητής. Μέσα στα ποιήματα, πρόσεξα το εξής:

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ

Καημένε Νίκο
τι ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό κοιτάζεις
την αθανασία σου.


«Αχ, Οδυσσέα», σκέφτηκα, «δεν ξέρω τι κάνουν εκεί με τα άτεχνα σκιτσάκια, να δεις τι κάνουν εδώ με τα άτεχνα ποιηματάκια»- κι η διαφωνία μου απλώθηκε σκέψη χταπόδι. Διαφωνώ, καταρχάς, με τον Ελύτη. Βεβαίως και δεν έχει αξία το άτεχνο σκιτσάκι μόνο και μόνο επειδή το φιλοτέχνησε ατέχνως ο ίδιος ο ποιητής (το αυτό και για το άτεχνο ποιηματάκι). Δε δίνει το πρόσωπο αξία στο έργο, αλλά το αντίστροφο. Επιπροσθέτως, ακόμη είμαστε εν αναμονή των ανθολογιών που αντί να προσφέρουν μια γεύση της ποίησης συγκεκριμένων προσώπων, θα αποπειρώνται να δώσουν μια κάποια γεύση της ποίησης κάποιας περιόδου. Πρέπει, επιτέλους, να εφευρεθεί και να τεθεί σε ισχύ ο νόμος που θα απαγορεύει την ανθολόγηση άνευ του πλήρους καταλόγου των συλλογών που ο ανθολόγος εξέτασε, προκειμένου να φθάσει στα συμπεράσματά του. Το γούστο, οι επιλογές και το εύρος της μελέτης των αποθησαυριστών πρέπει να τεθούν επί καθαρής αντικειμενοφόρου, η εξονυχιστική παρατήρηση της οποίας θα αντικαταστήσει το τρέχον ήθος της βασιλείας μεσαζόντων, παραγοντίσκων και άλλων βαρβάρων. Να το πω και με τη χάρη του παραδείγματος. Στη θέση του ποιήματος «Για τον Νίκο Καρούζο» του Μίλτου Σαχτούρη θα μπορούσε να μπει ένα άλλο του ιδίου, όπως το «Κεφάλι του ποιητή» ή, ακόμη ευστοχότερα, να μπει το ποίημα κάποιου άλλου ποιητή, όπως, ας πούμε, του σύγχρονού του Γεωργίου Λίκου, ο οποίος ήταν άγνωστος και παραμένει, για να θυμηθώ το στίχο του Μιχάλη Κατσαρού. Έλεγχος, λοιπόν, τόσο σε επίπεδο αισθητικής (αξιολόγηση ποιήματος) όσο και στο ηθικό επίπεδο (κίνητρο υποστήριξης ή αποδοκιμασίας ποιήματος). Πάσχουμε σε αμφότερα, στο δεύτερο βαριά.

Ζητώ το μικρόφωνο. Οπλισμένος με σιγουριά λέγω: «Κύριε Λάζαρη, γιατί επιλέξατε το ποιήμα που ο Μίλτος Σαχτούρης αφιέρωσε στον ομότεχνό του για το μικρό ανθολόγιο που επιμεληθήκατε στο πλαίσιο της εκδήλωσης; Μήπως για τις δυνατές του εικόνες; Μήπως για το περιεχόμενο του; Νομίζω ότι στο ποίημα αυτό δεν περιέχεται τίποτα περισσότερο από αυτό που κι ένας φίλος του Καρούζου θα μπορούσε να μας πει...»

Αργότερα, ένα κορίτσι που ήταν μέσα στην αίθουσα όπου αποπειράθηκα να διακόψω την αγιογραφία, με πλησίασε για να μου πει: «Είχες δίκιο, αυτά θα μπορούσε να μας τα πει κι ένας φίλος του...»

ΙΙ) ΕΛΕΓΧΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ

Το συγκρότημα Mr. Mister τραγουδούσε το 1985 «πάρε αυτά τα σπασμένα φτερά και μάθε να πετάς ξανά» πραγματοποιώντας διεθνή επιτυχία... το άσμα «Σπασμένα Φτερά» ήταν, ως γνωστό, εμπνευσμένο από το ομότιτλο έργο του Kahlil Gibran (1911), στο οποίο, άλλωστε, βρίσκουμε ανάλογες διατυπώσεις, όπως «Λυπήσου μας, Κύριε, θεράπευσε τα σπασμένα μας φτερά» ή «κανένα πουλί δεν πετά με σπασμένα τα φτερά του». Tα σπασμένα φτερά και το πέταγμα (ή η αδυναμία του εξαιτίας τους) συνιστούν μια συμπαθή εικόνα με, ενδεχομένως, προεκτάσεις (συμβολικές, υπερρεαλιστικές, ρομαντικές, beat, jazz, rock, pop ή άλλες), όμως από αυτή τη διαπίστωση ως την κατοχύρωση της ανακάλυψης της πυρίτιδας σε αυτόν που τη χρησιμοποιεί, υπάρχει μια απόσταση. Γι’ αυτόν, άλλωστε, το λόγο, όταν συναντώ ύμνους σε ιστολόγια, σχολικά εγχειρίδια και βοηθήματα, ανθολογίες και λογύδρια φιλολόγων του περιβάλλοντός μου με φόντο τον «Ελεγκτή» του Μίλτου Σαχτούρη (1958) παραπέμπομαι σε μια προσωπόπληκτη αντιμετώπιση του ποιήματος, όμοια με αυτή της ιστορίας από τους υπασπιστές της. Όσο κι αν μου είναι, όμως, δύσκολο να αποδείξω κατά τρόπο τριγωνομετρικό ότι αυτό το ποίημα δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο, ένα μπορώ να το πω: ότι οι στίχοι εγώ/κληρονόμος πουλιών/πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά/να πετάω δεν περιέχουν μια εικόνα τόσο πρωτότυπη ώστε να δοξάζονται ως μνημείο σεισμικού εικονοποιητικού ρίγους. Όσο για κείνους που θεωρούν ότι οι στίχοι αυτοί έχουν σημασία επειδή γράφονται στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ποια καταστροφή έχουν ανάγκη για να δώσουν στη σύγχρονη ποίηση αξία...

ΙΙΙ) ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΙΑΣ ΑΣΗΜΑΝΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Γουίλιαμ Γουάλας: Γιοι της Σκωτίας! Είμαι ο Γουίλιαμ Γουάλας!
Νεαρός στρατιώτης: Ο Γουίλιαμ Γουάλας είναι πάνω από δυο μέτρα!
Γουίλιαμ Γουάλας: Ναι, το έχω ακούσει. Σκοτώνει με τις εκατοντάδες. Κι αν ήταν εδώ, θ’ αφάνιζε τους Εγγλέζους με φωτιά απ’ τα μάτια του και κεραυνούς απ’ τον πισινό του!

Ο παραπάνω διάλογος εκτυλίσσεται σε κάποια σκηνή της ταινίας “Braveheart”, παραπέμποντάς μας στη συχνάκις ιλαρή μυθολογία που ακολουθεί ένα πρόσωπο που, για κάποιους λόγους, διακρίθηκε, ηγήθηκε ή, τελοσπάντων, αγαπήθηκε πολύ από πολλούς (ή, έστω, από κάποιους, μιας και το ποιοι έχει σημασία). Στο σεμινάριο για το Μίλτο Σαχτούρη άκουσα για πολλοστή φορά την περιγραφή της γνωστής, ατμοσφαιρικής, συγκλονιστικής, αποφασιστικής πράξης του ποιητή που εγκαταλείπει τις νομικές του σπουδές για να αφοσιωθεί στην τέχνη του: το κάψιμο των πανεπιστημιακών του συγγραμάτων. Αν δε με είχε γειώσει το «συντομεύετε» της έδρας, θα είχα αποκαστήσει την αλήθεια μες στην αίθουσα. Δεν πειράζει, όμως, μπορώ να την αποκαταστήσω και από εδώ. Πράγματι ο Μίλτος Σαχτούρης εγκατέλειψε τις σπουδές του μετά το θάνατο του πατέρα του. Τα βιβλία του, όμως, δεν τα έκαψε (το κάψιμο δεν είναι παρά ένας προτιμητέος τρόπος του λέγειν). Τα περισσότερα τα πούλησε και κάποια τα αντήλλαξε
[ii]. Όσο κι αν το γεγονός αυτό δεν είναι κατάλληλο για εισηγήσεις, παραμένει εξίσου αληθές μες στην ακαταλληλότητά του.

[i] Περιοδικό Η Λέξη (190): 544
[ii] Δάλλας Γ., 1997: 254. Ο Ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, Κέδρος

13 Απρ 2010

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Βρέθηκε το σώμα του Χριστού στην Ιερουσαλήμ.
Ασήκωτες οι επιπλοκές της αθεΐας του σώματος.

Δίχως το ένθεο σώμα του
ο Χριστός θα ξαμολύσει τους μεθυσμένους οδηγούς
να λιώνουν βρέφη και περαστικούς στην άσφαλτο.
Θα εξαπολύσει νεοπλάσματα
σ’ ανύποπτους φτωχούς
και ξένους κι αδερφούς και πλούσιους
καταξεσκίζοντας αδιακρίτως σάρκες και μάνες.
Στο πεδίο της μάχης δε θ’ ανακατεύεται
θ’ αφήνει κάποιους ν’ αποφασίζουν
την αιματοχυσία
και τους στρατιώτες να καρδιοχτυπούν
σα διαμπερείς μυρμηγκοφωλιές
σαν τραυματιοφορείς της πιο αυτονόητης θέλησης.

Δίχως το ένθεο σώμα του
σα να ’χει μεγαλύτερη σημασία
το αγαπάτε αλλήλους.
Φανταστείτε.

Το αγαπάτε αλλήλους έξω απ’ τους ναούς
από τους εαυτούς το αγαπάτε αλλήλους έξω
μήπως και θνητό πάψει να περιφρουρεί
το σταυρωμένο σώμα του, τον τόσο βιασμό του
τον τόσο άνθρωπο στο σώμα του ανθρώπου.

22 Μαρ 2010

ΚΑΦΕΤΙΑ


ΚΑΦΕΤΙΑ

Τα μαλλιά σου είναι καφετιά
όπως το πρωινό μου ρόφημα
που τόσο δείχνεις να σε νοιάζει.
Τα μαλλιά σου θα ’ναι καφετιά
ακόμα κι όταν νεκρός
θα ψαύω μες στον τάφο μου
την πρωινή μου κούπα
ανήμπορος να θυμηθώ τα χρώματα.
Τα μαλλιά σου είναι καφετιά
όπως το πρωινό μου ρόφημα
και μέσα σε τόσα άλλα
εξίσου καφετιά
τα μόνα απαραίτητα
της πρωινής μου δίψας.

16 Μαρ 2010

ΤΩΡΑ ΠΟΥ Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ...


...ένας φίλος μπορεί να έρθει να με βρει

την Παρασκευή 19/03/10 ώρα 19:00
στο βιβλιοπωλείο "Ιανός" (Σταδίου 24) στην Αθήνα

το Σάββατο 20/03/10 ώρα 12:30 στο βιβλιοπωλείο
"Πολύεδρο" (Κανακάρη 147) στην Πάτρα

.............και


την Κυριακή 21/03/10 ώρα 21:30
στο "Λουλούδι" (Γερμανού 18) στην Πάτρα.

Όλο και κάποιο ποίημα-αν θέλει-θα του διαβάσω, δικό μου ή ξένο, πάντως αγαπημένο.

ΑΓΡΙΜΙ


ΑΓΡΙΜΙ

Αγρίμι μου πώς ημέρεψες
όταν σε είπα αγρίμι
όσο σε έβριζα αρνί
βρυχόσουν από κίνητρο.

Αρνί μου πώς αγρίεψες
όταν σε είπα αγρίμι
όσο σε έβριζα αρνί
κατέβαζες τα μάτια
και με πίστευες.

Άντε, τώρα, δάσκαλε
και πώς να τους διδάξεις.

12 Μαρ 2010

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗ


ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗ

Κουβέντα δε θα ξαναπώ
στο φίλο μου τον Αλέκο
όσο, τουλάχιστον, θρηνεί
η Φωτεινή.
Η στάση μου αυτή
τη βοηθά ν’ αντέξει την πληγή της.
Εφόσον εκείνη δεν μπορεί
από μένα περιμένει
(που μπορώ)
να τον πονέσω
το φίλο μου τον Αλέκο

τον αναίσθητο
τον ελεεινό.

Μακάρι να ’χα σαν κι εμένα έναν
ή μία
να πονέσει τη Λυδία
όταν αναίτια μ’ εγκατέλειψε
αίροντας υποσχέσεις.
Είχε και κείνη φίλους
(και πολλούς)
που γνώριζαν τα πάντα
αλλά σιώπησαν.

ΜΙΝΙΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΕΝΑ ΘΕΜΑ


Είχε αδυναμία στη μάνα και στον πατέρα. Μπορούσε να ερμηνεύσει κωδικούς του στρατού, διεθνείς συνωμοσίες, τη γλώσσα των ξωτικών, το θεώρημα του Φερμά κι εκείνο του παπαγάλου, χάρη στη βαθιά και αποκλειστική γνώση του Βουδδισμού και του Φροϋδισμού. Ήξερε όλη την παθολογοανατομία της οικογένειας όλων απόξω και ανακατωτά. Η δική του οικογένεια έσφυζε από υγεία. Τα είχε βάλει με το σύστημα. Έβριζε όσα από τα λαμόγια δεν τον αναγνώριζαν ως πατέρα. Τα υπόλοιπα τα έγλειφε. Τους μαθητευόμενους λαμογιστές τους έγλειφε ανεξαιρέτως. Θα αναγνώριζαν αυτοί τον πατέρα μέσα του. Είχε αυτοδιοριστεί αρχιδιδάσκαλος της νουθεσίας, της ψυχιατρικής και της φαλλομετρικής παλινδρομικής ταπεινότητας. Ήταν περσόνα και δημοσίευε ως τέτοια χολή και συγγνώμη. Ως περσόνα εννοούσε τη συγγνώμη, ως πρόσωπο ίσως και όχι. Τη χολή την εννοούσε έτσι κι αλλιώς. Μορφωμένος, δε γνώριζε μόνο στη θεωρία τι θα πει flames, trolling και off topic, αλλά τα έκανε πράξη καθημερινά, γιομίζοντας ατμοσφαιρικά, ποικιλόχρωμα σχόλια τα κουτάκια και τα χαρτιά υγείας. Ήταν πολυεθνιστής, διεθνιστής και αλχημιστής. Ήταν νικητής.

10 Μαρ 2010

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ


ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ

Ο καθείς μπορεί να σκεφτεί
μες στο πηχτό, ξερό σκοτάδι

το κελάηδημα των πουλιών
μες σε πλεξούδες φύλλων
το μαρκαδόρο του παιδιού
που αστερόφως μουτζουρώνει
μες στη θάλασσα της νύχτας.
Απελπισία το κελί
εξόν κι αν έχεις τις άχρηστες αυτές
μουσούδες των αισθήσεων
να κλείσεις αεροστεγώς τον αγέρα
π’ αναπνέεις γύρω απ’ το κεφάλι σου
ώσπου άλλο οξυγόνο να μην έχει
η μοναξιά σου να σου δώσει.

Ω πώς ξαποσταίνεις σ’ ίσκιο κελαηδισμών
πώς στ’ αλήθεια παρηγορείσαι
εκ παφλασμού φωτοκυμάτων
πώς τα μαλλιά σου τετραπληγικός
στη μελάνη σου βουτάς
με το σώμα σου πινέλο, τους τοίχους σου
καμβά
μολυβοθήκες σου τις κάρες
των ιπτάμενων Ινδιάνων!

9 Μαρ 2010

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ ΕΙΝΑΙ ΝΩΡΙΣ


ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ ΕΙΝΑΙ ΝΩΡΙΣ

Κροκίδωση λογισμών στην άκρη
του φαγητού μου˙ μπουκιά δεν πάει κάτω.
Το πηρούνι κρούει στο πιάτο.
Σφιχτές μπουνιές μες στα μηλίγγια
δυναμώνουν και ξεσηκώνονται.
Να κοιμηθώ; Δεν προλαβαίνω.
Να φύγω τώρα; Είναι νωρίς.
Έτσι όπως στριμώχτηκα
θα κλείσω πέντε λεπτά τα μάτια μου
κοινότοπα
κι εργάτης μιας παρατείνουσας
έκλειψης ηλίου
........................θ’ αναστενάξω.

8 Μαρ 2010

ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΠΕΩΝ


ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΠΕΩΝ

Όταν οι συμμαχικές δυνάμεις
έφθασαν στο δωμάτιο επιχειρήσεων
του Αδόλφου Χίτλερ
εκείνος θαρραλέα ξύρισε
το μουστάκι του.
Τόσο ικανοποίησε η ενέργειά του
αυτή
που οι σύμμαχοι επέτρεψαν
στον παρανοϊκό στρατάρχη
να ζήσει ελεύθερος σε κάποια
γειτονιά της Κολωνίας˙ εκεί
ψιλικατζής, αλλού αρχηγός κράτους.
Με τόσες τρίχες και καραμέλες
στις βιτρίνες
θα ’πρεπε ταχυδακτυλουργός
να ’ν’ ο πρόεδρος της εφορευτικής
επιτροπής
προκειμένου να βγάλει περιστέρια
από τους πίλους των ειρηνοποιών.

5 Μαρ 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Του Γιάννη Πλιώτα

Έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε για ποίηση και σκέφτηκα σήμερα να προσεγγίσω το θέμα μέσω μιας συνέντευξης. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αισθάνομαι ότι στις μέρες μας η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος έχει απαξιωθεί, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού.
Αναρωτιέμαι αν τις περασμένες δεκαετίες ο κόσμος διάβαζε ποίηση. Δεν ζούσα πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια για να έχω μνήμες, αλλά έχω την αίσθηση ότι η κατάσταση τότε ήταν διαφορετική. Ήταν κι εκείνα τα νόμπελ, ήταν και άλλες εποχές. Τι έχει μεσολαβήσει, όμως από τότε; Γιατί κύλησε τόσο παράξενα ο χρόνος; Σίγουρα γύρω μας υπάρχει μια γενικότερη απαξίωση των τεχνών ή τέλος πάντων υποβάθμισή τους. Ναι ξέρω, ακούγεται σαν γκρίνια, αλλά συμβαίνει. Όπως και να ‘χει η ποίηση είναι σαν να μην υπάρχει. Είναι διάφανη, αόρατη, το ίδιο και οι δημιουργοί της. Ψιθυρίζουν, αφήνουν τους στίχους τους να μιλήσουν, μα λίγοι ακούνε. Και τελικά σχεδόν όλοι όσοι διαβάζουν ποίηση, είναι και οι ίδιοι ποιητές.
Πάμε σε μία αφανή φωνή. Γνώρισα τον Δημήτρη Μουζάκη στις λογοτεχνικές συναντήσεις που διοργανώνει κάθε Πέμπτη ο Φυσιολατρικός Όμιλος Πατρών (στην οδό Κοραή, σε περίπτωση που σας φέρει ο δρόμος σας, υπεύθυνη η ποιήτρια Άννα Νιαράκη). Ο Δημήτρης Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, κατάγεται απ’ την Άνδρο και είναι Βιολόγος. Τα δύο πρώτα του βιβλία ήταν η «Αδελφότητα της Θλίψης» και ο «Υδροβάτης» (2006 και 2007, εκδ. Δωδώνη), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο με τίτλο «Αυτάρεσκη Σιωπή» (εκδ. Ενδυμίων). Από την πρώτη στιγμή μου έκαναν εντύπωση όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και η προσωπικότητά του. Έτσι αποφάσισα σήμερα να σας τον συστήσω και να ακούσουμε όσα ενδιαφέροντα έχει να πει. Κατ’ αρχάς κλέψτε λίγο χρόνο, απομονωθείτε από το περιβάλλον και διαβάστε την «Αυτάρεσκη Σιωπή», το ποίημα που έδωσε και το όνομα του στη συλλογή:
Μας άφησε ο ασθενής· πράξτε τα δέοντα./ Σκάψτε το λάκκο, ανοίξτε το φέρετρο/ αγοράστε χαλί./ Όποιος πονά, ας ανέβει επάνω./ Οι υπόλοιποι/ σκουπιστείτε από κάτω με την οδύνη σας/ να με διαμεσολαβεί/ το βάθρο των αληθινών δακρύων./ Έτσι όπως προικίστηκα με αυτάρεσκη σιωπή/ πάνω από παγωμένο θα γυμνάζομαι/ πρόσωπο νεκρού/ με λέξεις πασχίζουσες τα μάτια του ν’ ανοίξουν/ στους τροπικούς που κι αυτός ακόμη/ κάποτε τους απέρριψε/ Κι εσάς/ ούτε να σας πατήσω δεν θα καταδέχομαι.
Και ήρθε η ώρα για τις ώριμες κουβέντες. Η συζήτηση που έκανα με το Δημήτρη μου άρεσε πολύ, ίσως είναι η μέχρι στιγμής αγαπημένη μου συνέντευξη. Ας ανοίξει η αυλαία λοιπόν.

- Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.

- Γιατί ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση στις μέρες μας; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;

Ο κόσμος έχει αφεθεί σε εμπειρίες αποχαύνωσης (ή και εκτόνωσης). Όσο, μάλιστα, εντονότερος είναι ο αποχαυνωτικός (ή ο εκτονωτικός) χαρακτήρας της εμπειρίας, τόσο πιο δημοφιλής είναι η εμπειρία αυτή. Αναζητήστε τα στοιχεία που επισημαίνω σε συνήθεις χώρους διασκέδασης μετά μουσικής, στο τηλεοπτικό τοπίο ή και σε συνωμοσιολογικά πεζογραφήματα. Είναι πολύ φυσικό η στοχαστικότητα, η υπαινικτικότητα, οι γλωσσικοί πειραματισμοί και τα λοιπά προσδιοριστικά της ποίησης να την καθιστούν ακατάλληλη προς διψώντες για αποχαυνωτικά θεάματα, ημιάγρια διασκέδαση μετά μουσικής ή βίαιες εκτονώσεις σε στάδια. Σχετικώς με τα παιδιά, νομίζω ότι τα προκαταλαμβάνει αρνητικά η ζωή, τα πρότυπά της και οι δυσκολίες της προτού αποτελειώσει την ποίηση μέσα τους η αρτηριοσκληρωτική διδασκαλία της στο σχολείο. Σε ό,τι με αφορά, πιστεύω ακράδαντα στη ζωτικότητα της επαφής με την ποίηση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Μια τέτοια επαφή, όμως, δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται στη βάση της αηδιαστικής αποστήθισης, της βαθμοθηρίας και του ψυχαναγκασμού, αλλά της ομορφιάς, των χρωμάτων, της φύσης, του έρωτα και της συνείδησης, όπως απαιτεί η ποίηση όλων των αιώνων.

- Υπάρχουν σύγχρονοι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας;

Δεν ξέρετε πόσο έχει υποφέρει η ποίηση από την ανάγκη των ποιητών να χαρακτηρισθούν «σπουδαίοι», γι’ αυτό με ρωτάτε. Θα σας δώσω, όμως, κάποια ονόματα σύγχρονων ποιητών, μόνο και μόνο για να τοποθετηθώ απέναντι σε κατεστημένες στο λογοτεχνικό σινάφι αντιλήψεις: Δημήτρης Κάββουρας, Κώστας Σοφιανός, Διονύσης Καψάλης, Σωτήρης Παστάκας, Γιάννης Κυριαζής, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιάννης Πατίλης, Γιάννης Τόλιας, Αργύρης Χιόνης, Θεοδόσης Βολκώφ, Ιωάννης Τσίρκας, Σοφία Κολοτούρου. Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Κική Δημουλά.

- Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, υπάρχει αχτίδα ελπίδας; Είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις;

Οι αναγνώστες είναι ανύπαρκτοι. Οι ιθύνοντες απαθανατισμού της ποίησης (ανθολόγοι, μεγαλοεκδότες, επιμελητές εκδόσεων, περιοδικάρχες, διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, επιτροπές απονομής βραβείων) συνιστούν ένα σχετικώς κλειστό, αναξιοκρατικό, εσωστρεφές και ακάθαρτο κύκλωμα. Οι έμποροι είναι έμποροι και ως τέτοιοι λειτουργούν. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, αλλά τούτο το χαρακτηριστικό του δεν επαρκεί για μια σημαντική αλλαγή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά είμαι επίμονος.

- Θεωρείτε ότι η ποίησή σας ανήκει σε κάποιο ρεύμα; Ποια στοιχεία τη χαρακτηρίζουν;

Η ποίησή μου δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα. Χαρακτηρίζεται από την απόπειρα ανάδειξης του σώματος και των εκφράσεών του, τη σημασία του ελαχίστου στην άντληση εσωτερικής δύναμης, την από δωματίου αντίληψη του κόσμου, την προσέγγιση της συμπεριφοράς μέσα από τη βιολογία του σώματος, τη φυσιολατρεία, την καχυποψία απέναντι σε διανοητικά και ψυχολογικά αντανακλαστικά, την αναπαρθένευση της στοχαστικότητας μέσα από τη βλάσφημη αμφισβήτηση, την αέναη σκέψη ως το δραστικό συστατικό της επαναστατικής κυοφορίας, την εμπεδωμένη ματαιότητα μες στο άπειρο σύμπαν της τυχαιότητας, τη μέθη της αχαλίνωτης φαντασίας. Παρασύρθηκα, προφανώς, και σας μίλησα για τις μεγάλες μου φιλοδοξίες. Όπως και να ’χει, έτσι θέλω την ποίησή μου.

- Λίγοι αγαπημένοι σας στίχοι; Τι διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;

«Αν όλος ο χρόνος είν’ διαρκώς παρών/ τότε όλος ο χρόνος παραμένει αλύτρωτος». Πρόκειται για δυο στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ. «Θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό», ένας στίχος από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Να μην ξεχάσω, όμως, και την αγαπημένη Κική Δημουλά: «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε/ Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα/ Ποτέ καμιά πραγματικότης/ Δε θα μας είχε αγαπήσει». Προσφάτως διάβασα το εξής (μιλάει ο Νάνος Βαλαωρίτης σε Αθηναϊκή εφημερίδα), το οποίο μου έκανε εντύπωση: «Με έπεισαν μαζί με τον Μίνω Αργυράκη να δεχτώ την υποψηφιότητα, αν και λόγω της σχέσης μου με την ομάδα του Μπρετόν δεν έβλεπα με καλό μάτι τα βραβεία. Υποψήφιος ωστόσο ήταν και ο Μίλτος Σαχτούρης, και όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα οι ψήφοι διαιρέθηκαν ανάμεσα στον Σαχτούρη και σε μένα και δεν δόθηκε το βραβείο. Μέχρις εκεί καλά, αλλά ο Ελύτης είχε ψηφίσει υπέρ του Σαχτούρη. Μετά μου είπε πως είχε δεχθεί πιέσεις.» Φαίνεται πως ούτε οι μυθικές φυσιογνωμίες γλίτωσαν τις πιέσεις.

- Ποιοι είναι οι στόχοι ενός ποιητή στη σύγχρονη ελληνική, πεζή πραγματικότητα;

Ενός ποιητή, αγνοώ. Η ποίηση με βαπτίζει καθημερινά στην εσωτερική ηρεμία, στη δημιουργική ηδονή, στην απόλαυση της δροσιάς των πετάλων και του απαλόπνοου πρωινού ανέμου, στις γεύσεις που απειρίζονται πάνω από μια κούπα ζεστού, μυρωδάτου καφέ, στο πείσμα κάποιας αλλαγής εαυτού που ’ναι του κόσμου αλλαγή. Η γραφή επιστρέφει ως ανάγκη παρουσίασης αυτής της διαβίωσης.

- Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο; Μπορεί να γίνει πίνακας ζωγραφικής ή γλυπτό;

Μπορεί. Το ποίημα είναι ποίημα και έχει φτιαχτεί με λέξεις, όμως η ποίηση μπορεί να ταξιδέψει και σ’ άλλα μέσα έκφρασης.

- Αν ζούσατε πριν πενήντα χρόνια θα γράφατε έμμετρα; Ποια είναι η άποψή σας για την ομοιοκαταληξία στη νεοελληνική ποίηση;

Ο Βωδελαίρος έγραψε ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία κι έκπληξη. Ο δρόμος, όμως, ικανοποίησης των αναγκών αυτών δεν περνά αποκλειστικώς από το ρυθμό και τη ρίμα. Ο Ελύτης, γράφοντας «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Όλα τα δάχτυλα/ Σιωπή» σίγουρα εξυπηρετεί τη συμμετρία και την έκπληξη με τον αισθησιασμό του. Συμμετρία κι έκπληξη, για να αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, βρίσκουμε και στο προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Σωτήρη Παστάκα (από τη συλλογή Όρος Αιγάλεω την οποία και διάβασα πρόσφατα): «Να στρίψω ένα τσιγάρο/ και να το πιω τώρα ή να στρίψω/ ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;/ Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,/ για να τ’ ανάψω όταν ο ιδρώτας/ από τις μασχάλες σου θα μπορεί/ να ξεγελάσει και τους μπάτσους.» Συμμετρία κι έκπληξη και εδώ, λοιπόν, όχι μόνο δια του αισθησιασμού αλλά και δια της συμπλοκής εικονικών διπόλων που ενυπάρχουν στο υποσυνείδητο (μασχάλη/μπάτσος ή ιδρώτας/μπάτσος ή μπάτσος/έρωτας). Η ρίμα και το μέτρο, βεβαίως, δημιουργούσαν και δημιουργούν εντελώς φαιδρούς οπαδισμούς τύπου εικονολατρών και εικονομάχων, με τους πλειοψηφούντες ελευθερόστιχους να υποτιμούν ως ιλαρούς τους θιασώτες των παραδοσιακών μορφών και τους δεύτερους να αμύνονται με την αδιαφορία τους απέναντι στην ελευθερόστιχη ποίηση, σα θαρραλέοι και Θερμοπυλοφύλακες της γνήσιας ποιητικής. Σε ό,τι με αφορά, προτιμώ ως γραφιάς τον ελεύθερο στίχο και ως αναγνώστης προτιμώ την ποίηση σε όλη της την ποικιλομορφία. Αν ζούσα πριν από πενήντα χρόνια δεν ξέρω αν θα έγραφα, αλλά θα ήθελα να γνωρίσω πολλούς που έγραφαν τότε.

- Για να γράψει κάποιος χρειάζεται μόνο έμπνευση και συναίσθημα ή και τεχνική; Πόσο δουλεύετε τα ποιήματα σας;

Χρειάζεται να έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη, όχι για να του πεις αυτό που θέλει ν’ ακούσει, αλλά για να θυμάσαι πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι πόχει τόση σημασία, ώστε ο αναγνώστης να ερωτευθεί από το στόμα σου. Τα ποιήματά μου δεν τα δουλεύω όσο θα έπρεπε.

- Μερικοί στίχοι σας;

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή/ Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις/ Να στρώσει ό,τι το χιόνι.
Και κυρίως: Σβήστε τ’ όνομά μου/ για να γράψετε ένα στίχο./ Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση/ αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "στη μπρίζα".

4 Μαρ 2010

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΣΗΣ


ΦΩΤΟ: ΝΙΚΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΣΗΣ

Στις συνεδρίες πήγαινε πάντοτε
απροετοίμαστος
ήταν αφόρητα ανοργάνωτος
νωθρός, κατηφής, δυσκίνητος
αργός
μόνιμα κυνηγημένος από ληγμένους
λογαριαμούς και διαμαρτυρημένα
γραμμάτεια, ιδέες και σπουδαίες
εργασίες που δεν έγιναν.
Όταν, όμως, σηκωνόταν όρθιος
για να μιλήσει για το νόημα
όταν τ’ αγγεία του φούσκωναν
υπερτροφικά
κι άλλαζαν θέση μες στο σώμα του
ταξιδεύοντας στο αίμα
όταν η γλώσσα του εκπτυσσόταν
σα χαρά πάνω στο έλκηθρο
(Χριστούγεννα)
και τ’ ακροδάχτυλά του έραβαν
των κωφών τη μουσική
(τύμπανα)
γεννιόντουσαν Θεοί δίχως
προοπτική ανάστασης
γερά ριζωμένοι στη μαγεία της κλίσης
αρκετοί της στιγμής για να πιστέψεις
άνθρωπο.

3 Μαρ 2010

ΤΑ ΤΡΙΑ ΛΥΚΑΚΙΑ


ΤΑ ΤΡΙΑ ΛΥΚΑΚΙΑ

Ο αέρας που στροβιλίζεται
ανάμεσα στα κέρατα του τρομαγμένου ελαφιού
μυρίζει λύκο.
Στις παλιές αφηγήσεις των ανθρώπων
ο λύκος ήταν η αηδής νόσος
της ευτυχίας του ελαφιού.
Με τη βοήθεια, όμως, του οξυδερκούς
φυσιοδίφη
απενοχοποιήθηκε ο νοσηρός και αιμοβόρος
θηρευτής.
Τώρα συνειδητοποιείται η αξία και στη θήρευση.
Ισχύει. Δίχως το φόβο της εκτέλεσης
το ελάφι θα πέθαινε από ακινησία
μες στην ευμάρεια μιας αδιάλειπτης χορτοφαγίας
κι ούτε για μια φορά δε θα σήκωνε το τηλέφωνο
όλο το πρωινό στη δημόσια υπηρεσία.
Εγώ δεν κινδυνεύω. Όταν ο πολίτης δεν τηλεφωνεί
τηλεφωνώ εγώ να τον ενημερώσω.
Είμαι περίγελως συστήματος για γέλια.

1 Μαρ 2010

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Ένα πρωί
η Ακρόπολη χάθηκε απ’ τον ιερό βράχο˙
έγινε χρόνος.
Ο χρόνος δεν είναι μάρμαρο.
Είναι από σάρκα και οστά
κι όταν αλλάζει ο καιρός
ξεροσταλιάζει.
Με πατερίτσες στο ταμείον περιθάλψεως
ένα μνημείο μού κλέβει τη σειρά.

25 Φεβ 2010

ΠΗΡΑΜΕ ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΜΑΣ ΑΤΡΩΤΟΙ ΗΔΗ


ΠΗΡΑΜΕ ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΜΑΣ ΑΤΡΩΤΟΙ ΗΔΗ

Τέλειωσε του ρολογιού η μπαταρία.
Κοκκάλωσαν οι δείκτες σε μιαν ώρα.
Τους αποσύρω πάραυτα απ’ τη μέτρηση˙
δεν είναι οι ρυτίδες
που σε θρέφουνε σοφό.

Τώρα θα θάψω τα οστά του χρόνου
στο οστεοφυλάκιο μιας στιγμής
τούτη την ώρα που η έμπνευση αφρίζει
γυρεύω μιαν εικόνα
γυρεύω μιαν εικόνα.

Μάσα, σκύλε, τη λιχουδιά σου
γάβγισε τον έρωτα
πώς μπόρεσα μέσ’ από τοίχους
να σ’ αγαπώ σ’ απέραντα χορτάρια λιβαδιών
το σκήνωμά μου θα το πει
κι ο τρόπος που το βλέπω
μες στο στόμα σου.

Στόμα που τρώει την ώρα υγρό
μύτη υγρή που θεραπεύει τον αέρα
πίστη στη θρησκεία του φθόγγου
και το ναό του ασώματου σώματος
γίνεστε εικόνα˙ εικονολάτρες προσκυνήστε
ξύστε, λάβετε ολίγο υλικό
και τηγανήστε μέσα του
τις καθημερινές πληγές σας.

Θάλασσα θα ευωδιάσει, το υπόσχομαι.
Η σάρκα του ποιήματος ζει
φιλτράροντας το ύδωρ˙ πιείτε.
Τα πανιά της τελετής μου
θα φουσκώσουν τις ωδίνες σας˙ γεννήστε.
Τα παιδιά του ποιήματος δεν έχουν φτέρνες
να χτυπήσει ο καιρός.

23 Φεβ 2010

ΧΡΩΜΑ ΕΣΩΡΟΥΧΟΥ

ΧΡΩΜΑ ΕΣΩΡΟΥΧΟΥ

Συγκέντρωσα ροδοπέταλα
προς επίδοσιν ερυθρής ομορφιάς
σε ορφανούς μίσχους.
Έμαθα να χορεύω στολισμούς
από φιλόξενο βάζο ανθέων
μιμούμενος τις κινήσεις του τεχνίτη
πάνω στον υγροστρεφόμενο πηλό.
Η πλαστικότητα των υλικών
μ’ έκανε να κλαίω αβέβαιος
όποτε πήγα να χαρώ.
Στους μοναχικούς περιπάτους του κάστρου
με κυνήγησαν πεινασμένα σκυλιά
τρελαμένα απ’ τις βουές των ψυγείων.
Η ψύχρα της νύχτας αντήλλαξε μπροστά μου
σταγονίδια με το χόρτο
φυτρώνοντας πράσινη στα μάρμαρά μου.
Τα μνημεία μου έριξαν κάτω κίονες
όλων των ρυθμών
κι έγιναν μούμιες εποχών με γάζες.
Στις γάζες των νεκρών σωμάτων
έσυρα κάρβουνο˙ τις μαύρισα
με γράμματα. Τα δόντια μου
έπεσαν όλα μες στο στόμα μου
για να ρητορεύσω σωστά.
Με τα κόκκαλά μου έφτιαξα έπιπλα.
Πάνω τους έκατσε γυναίκα σταυροπόδι.
Τόση ευτυχία σ’ ό,τι ζήτησα.
Περιέργεια για το χρώμα εσωρούχου.

21 Φεβ 2010

ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ


ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

Φταίει που κοιμάσαι
και δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Πώς μπορώ να ονειρευτώ
όταν θέλω
τ’ όνειρό σου να ’μαι;
Στις μύτες των βλεφάρων
παρακολουθώ
το χείλος που συσπάται
από δίψα
μα δε χρειάζεται να σηκωθώ
για το νερό
αφού με βλέμμα υγρό
σε φιλώ μέσα στη νύχτα.

18 Φεβ 2010

ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ Ο ΜΑΓΚΑΣ


ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ Ο ΜΑΓΚΑΣ

Το πλήθος όρθιο˙ χειροκροτούσε.
Τα μπουζούκια έπαιζαν Της Δικαιοσύνης
την εισαγωγή. Μα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης
είχε άλλα σχέδια˙ άλλο ήθελε να πει.
Σηκώθηκε απάνω χαμογελαστός
και χόρεψε Του Βοτανικού ο Μάγκας.
Το πλήθος όρθιο˙ απορούσε.
Μέσα στα χειροκροτήματα, αλλιώτικο
το δικό μου
βούρκωνε γι’ αυτό το λίκνισμα
και μέχρι να εκπνεύσω θα βουρκώνει.

Όσα ξένα τραγούδια και να πεις
όσες πυραμίδες ερμηνείας κι αν ανέβεις
στο τέλος το δικό σου θα θυμάσαι
και θα θέλεις να χορέψεις.
Ακόμα και στο σκαμνί της δημιουργίας
βολεύεσαι καλύτερα.

16 Φεβ 2010

ΦΙΔΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ




ΦΙΔΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Όταν μου μιλάς γίνομαι η φωνή σου.
Πέφτω σουσάμι στο πρώτο κουλούρι
που έφαγες
αναρριγώ δέρμα στην πλάτη
των δέκατων έκτων γενεθλίων σου
απλώνομαι άσφαλτος στους δρόμους
που περπάτησες
και πάχνη στις πόλεις
που είδες περαστικός.
Γίνομαι η φωνή σου. Μιλάς και ξέρω
πόσος ιδρώτας τύλιξε τα δάχτυλά σου
όταν πρώτη φορά περιπλανήθηκαν
στο ζεστό γυναικείο κορμί
τί τύψεις ένιωσες μέσα στις εκκλησίες
προτού σταματήσεις να πηγαίνεις
πώς έκλεψες χρήματα από ξένα παντελόνια
κι από κείνο του πατέρα σου
κοιτάζοντας τριγύρω αγχωμένος.
Έτοιμη στο στόμα μου η φωνή σου
με προτρέπει ν’ αποκριθώ
κι υπόσχεται την ευτυχία και των δυο μας.

Οραματίζομαι τον εαυτό μου στα μπαλκόνια
και σιωπώ. Δεν είμαι εγώ αυτό
που θα ’θελες ν’ ακούσεις. Αν πρέπει
έτσι να με θυμάσαι, ξέχασέ με.
Δεν είμαι φίδι εγώ να διοικώ.

9 Φεβ 2010

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙΟΥ


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙΟΥ

Θραύση, διεκδικώ το μερτικό μου
απ’ τα σπασίματα:
είμαι το ποτήρι
μες στο οποίο αφηνιάζει το κρασί.
Διαλύομαι πριν καν γεμίσουν
οι γουλιές
και ποτίζω τα τραπεζομάντηλα
μ’ εκείνο τ’ άλικο της μέθης.
Στα ορεινά χωριά
μ’ απλώνουν στα μπαλκόνια
οι μανάδες των γαμπρών.
Είμαι η τουφεκιά
της αδιάλειπτης διακόρευσης.
Είμαι ο καθρέφτης
που κρεμάστηκε ανάποδα στους τοίχους.
Όσο κι αν πλησιάσεις
είδωλο δε θα δεις
αν δε γυρίσουνε τα μάτια σου
στο εσωτερικό μου.
Είσαι και μέσα μου όμορφη
αλλά όχι ίδια.
Μόνο μέσα στο ποίημα
αμάραντο δωρίζεται το μέλλον
μπουμπουκιού.

8 Φεβ 2010

ΘΗΚΕΣ


ΘΗΚΕΣ

Στη βιβλιοθήκη μου έχω πιάτα
στην πιατοθήκη μου βιβλία.
Πάνω στα βιβλία μου τρώω
κι ύστερα, χορτάτος, σας σερβίρω.
Κυρίως γεύμα ο εαυτός μου
ο εαυτός μου επιδόρπιο
πηρούνι μια κατάσταση
μαχαίρι μια αλήθεια.
Διαιτητικός. Ασκητική τροφή.
Βίος κουτάλι διαρκώς ν’ ανακατεύομαι.

6 Φεβ 2010

ΠΑΡΑΘΥΡΑ


ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Κανένα παράθυρο δεν έχει κλειδαριά.
Όλα τους ανοίγουν από μέσα.
Αν ξεχάσεις το κλειδί
παραμένεις ιδιοκτήτης
και για πρώτη σου φορά
τα βλέπεις είσοδο
δίχως το φόβο του διαρρήκτη.
Επιχειρώντας να τα παραβιάσεις
δε θέλεις ν’ αποτύχεις.
Θέλεις μέσα στο σπίτι σου να μπεις
γιατ’ είναι δίκαιο να έχεις σπίτι.

Paul Polansky, Αγάπη και άλλα ποιήματα


Ο ΦΟΒΟΣ

είναι μέσα σ’ όλους μας.
Ακόμα και στους πυγμάχους.
Γι’ αυτό, άλλωστε, πυγμαχούμε.
Για να ξορκίσουμε αυτή την αμαρτία.

Οι άνδρες, υποτίθεται, δεν πρέπει να φοβούνται.
Φοβόμαστε όμως.
Γι’ αυτό και πρέπει πάντοτε
ν’ αποδεικνύουμε την αξία μας.

Πριν από κάθε αγώνα
έτρεμα άσχημα.
Τα χέρια μου ίδρωναν,
μύριζαν χειρότερα απ’ τα πόδια μου.

Ολάκερος, όμως, ο φόβος
ξεχνιόταν
με την πρώτη γροθιά.
Ειδικά αν την έτρωγα πρώτος.

Τότε κάτι μέσα μου
αναλάμβανε
κι ήμουν σ’ έναν άλλον κόσμο
γευόμενος

το πιο μεγαλειώδες
παραδείσιο συναίσθημα
που ένας άνδρας μπορεί να νιώσει
καταστρέφοντας

το είδος του.

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΑΣ

Θέλουμε ελευθερία.

Ελευθερία να στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο
χωρίς να τα δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να βρίσκουμε δουλειά
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να πηγαίνουμε για ψώνια
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να ξαναχτίζουμε τα σπίτια μας
χωρίς να μας δέρνουν οι Αλβανοί.

Ελευθερία να ταφούμε πλάι στους προγόνους μας
δίχως τους Αλβανούς, τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους,

να βεβηλώνουν τους τάφους μας.

ΠΕΙΝΑ

Δεν ανησυχώ
για το
αυριανό φαγητό

το στομάχι μου
δε μου
επιτρέπει
τέτοιον μακρόπνοο σχεδιασμό.

ΣΒΑΣΤΙΚΑ

Αφού είχαμε ξεθάψει
τους πρώτους τάφους
ενός εργάτη ο γιος
σκάλισε μια σβάστικα
σε μια ταφόπλακα

τον έπιασα επ’ αυτοφώρω
ούρλιαξα ώσπου μου ’φυγε το κεφάλι
δεν ήξερε
τι είχαν πάθει
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
οι Εβραίοι
οι δικοί του άνθρωποι

δεν είχε ακούσει
για το Ολοκαύτωμα
ούτε γνώριζε η σβάστικα
τι ήταν

ούτε αυτός ήξερε
τη σημασία της
ούτε και
ο πατέρας του

ήταν απλώς ένα σύμβολο
που κάποιοι, κουρεμένοι γουλί,
ψέκασαν στον τοίχο
του σχολείου του.

Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Οι μάχες του Δον Κιχώτη
ήταν φανταστικές.
Οι δικές μου πραγματικές.

Παλεύοντας με την αδικία
και το ρατσισμό
κατά των Τσιγγάνων.

Παλεύοντας με τις οργανώσεις αρωγής
που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες,
όχι ανθρωπιστικούς σκοπούς.

Ο Δον Κιχώτης κι εγώ
έχουμ’ ωστόσο ένα
κοινό:

κανείς από τους δυο μας
δεν κέρδισε ποτέ του
μάχη.

Ο ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ

Όταν ήμουν στο Ντένβερ
ήρθε ο Μωυσής απ’ το Μάλιμπου Μπητς
ντυμένος Τσάρλτον Χέστον
να πείσει τους συνέδρους
της Εθνικής Εταιρείας Όπλων
ότι τα πιστόλια δε σκοτώνουν τους ανθρώπους.

Τα λόγια του απ’ την εξέδρα
ενός πολυτελούς ξενοδοχείου του Ντένβερ
δεν παρηγόρησαν τις θλιμμένες οικογένειες
π’ έχασαν, μαθητές ακόμη, τα παιδιά τους
από πυροβολισμούς, δυο βδομάδες πριν, στο κοντινό Λίτλτον.

Οι πενθούσες οικογένειες δεν παρηγορήθηκαν
ούτε όταν ένας πρώην επαγγελματίας παλαιστής
ντυμένος ως ο κυβερνήτης της Μινεσότα
διακήρυξε αργότερα μες στη βδομάδα
ότι η τραγωδία του Κολουμπάιν
θα είχε αποφευχθεί
αν επιτρεπόταν στους δασκάλους
η οπλοφορία εντός των αιθουσών διδασκαλίας.
ΣΑΚΟΙ ΓΙΑ ΠΤΩΜΑΤΑ

Οι σάκοι για πτώματα
που η αστυνομία χρησιμοποίησε
για να βγάλει έξω
τους νεκρούς μαθητές
έμοιαζαν να είναι
οι ίδιοι πλαστικοί σάκοι
που ο στρατός χρησιμοποιούσε
για να φέρει απ’ το Βιετνάμ
τα πτώματα
των κολλητών μου συμμαθητών
ένα χρόνο μετά
την αποφοίτησή μας
απ’ το Λύκειο.

Δυστυχώς
δε νομίζω ότι
οι σάκοι για πτώματα
θα ’ναι ποτέ εκτός μόδας
στην Αμερική
για τους μαθητές
Λυκείου.
ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη σπανίως διαρκεί.

Για μια γυναίκα
ένα φίλο, τους γονείς σου,
τα παιδιά σου- όχι.
Σίγουρα όχι για το Θεό.

Κάποιοι λένε
ότι είναι ως το τέλος εκεί
γι’ αυτό που
κάνεις καλύτερα.

Έχω δει ανθρώπους
να εγκαταλείπουν
το ταλέντο τους
μετά από πενήντα χρόνια.

Έχω δει επαγγελματίες
ν’ αφήνουν το βιολί,
τους πίνακές τους,
την επιστημονική τους έρευνα.

Ουδέποτε, όμως, είδα
πραγματικό πυγμάχο
να εγκαταλείπει
αγώνα.

Αυτό είναι αγάπη.
(Μεταγραφή: Δημήτριος Μουζάκης)