29 Σεπ 2009

ΠΡΟΣΕΥΧΗ


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ
Σου ζήτησα μια ορχήστρα να συνοδεύω
όλες τις συλλαβές που βγαίνουν από μέσα μου
με τη ζέστα του φρεσκοπαιγμένου βιολιού
όταν ο ήλιος ανεβάζει πυρετό μέσα στα άνθη
όταν η έξαρση της Άνοιξης με χτυπά
σαν αλλεργία της λήθης
κι Εσύ τι μου Δίνεις; Μια βεντάλια.
Μα κι αν εγώ Σου κάνω το χατίρι
και ρεύματα δημιουργήσω πάνω απ’ τον ιδρώτα μου
Νομίζεις πως για μια στιγμή
Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ
που με Ελέησες με τον συμβιωτικό
ελαιόβιο της ποίησης κορμό
θα πάψει της αποστολής μου η εφίδρωση;
Μόνο με έναν τρόπο, Κύριε, θα στεγνώσω
αν πράγματι η θυσία μου άλλη δεν μπορεί
να είναι από αυτή- μόνο με έναν τρόπο.
Αν η βεντάλια Σου πνεύσει ανέμους
τους στίχους μακριά από το σώμα μου
στα πέρατα του κόσμου
τότε Σου το υπόσχομαι: θα αφυδατωθώ
ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων μου
ρόδο θα γίνω να κοσμεί το αντίτυπο
της γυναίκας που με αγάπησε πολύ.

Του έρωτα θ’ απομείνω
.....................................δεινός σελιδοδείκτης.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


24 Σεπ 2009

ΗΛΙΟΦΑΝΤΑ


Πώς σφυρίζουν έτσι τα χείλια πάνω στις υγρές γλώσσες της νύχτας. Παντού γυναίκες. Τυλίγομαι με τις οσμές τους και τα ηλιοφαντά τους πέπλα, αλλά τα κορμιά τους δεν τα αγγίζω. Δεν είμαι βέβηλος εγώ. Μέσα στο θυμιατό και το λιβάνι κι ένα βαρύ άρωμα των διαμπερών κυτταρικών πόρων αναδιπλασιάζομαι σε αντίγραφα, χύνομαι με ορμή στις έννοιες ερεθισμένος, παραβιάζω όλες τις συνθήκες της ταπεινότητας και των συνόρων. Τι να πω δεν έχω. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος ότι μιλούσα. Θέλω να κατακλύσω όλες τις επιφάνειες, να απλωθώ σαν αχόρταγη θάλασσα σε ηπείρους και βραχονησίδες κι ύστερα, εισχωρώντας στη σκληρή ουσία των μορφών, να ματώσω πάνω στη συνουσία της λεπτομέρειας. Έχω πειστεί ότι δεν υπάρχει περιορισμός στην αναπαρθένευση της ομορφιάς, γι’ αυτό και δε φοβάμαι να μείνω αιώνες σιωπηλός πάνω στο ίδιο ροδοπέταλο, ξεβάφοντας στον ιστό του ό,τι έχει η ράχη μου να δώσει. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ευτυχία- η τύχη αγνοώ πώς θωπεύει τους αχόρταγους, τους αναστενάρηδες της βρώσης και της αφής. Τα χέρια μου δεν τα πολυχρησιμοποιώ, παρά μόνο για να αγκαλιάζομαι. Ο κόσμος λείπει συχνά, αν και αδιαλείπτως παραπονείται. Καθώς τεντώνομαι για να περιβάλλω τον εαυτό μου, πίσω μου βρίσκω μόνο χρόνο. Το παρελθόν είναι ζωντανό μα δε με πληγώνει ως ανάμνηση. Είναι ακίνητο. Το ακίνητο με τραβά να ξαναζήσω, να παραδεχθώ πως πλησιάζει να πεθάνω δε μ’ αφήνει. Αδράνεια της στιγμής το λέω αυτό. Έχω δεθεί τόσο με δευτερόλεπτα που πέρασαν, ώστε να μπορώ να ρυμουλκούμαι σ’ ένα αιφνίδιο χαμόγελο, ακατανόητο στα μάτια των απίστων.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

20 Σεπ 2009

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ


ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Να λυγίσουν τη μέση τους οι πολυκατοικίες
σε μια φιγούρα ολοστεγώς να με θαλποφορήσουν
να βγάλω το πουκάμισο λευκό με μία κίνηση
να δω πώς είν’ η πλάτη μου στραμμένη προς τον τοίχο
πώς σ’ ένα ερώτημα κρύβονται οι άνθρωποι
όταν απροετοίμαστο με βρίσκει ο ρυθμός.
Δε δύει ίδιος παντού ο ήλιος της ατμόσφαιρας
δεν είναι όλες οι λάμψεις αστέρια τ’ ουρανού
άλλος θέλει το σκύψιμο για νά βρει μιαν αλήθεια
άλλος από μπετό ερεθίζεται να στήνεται σαν πόρνη
που μουρμουρίζει άριστα απ’ το πρωί τη βάρδια
κι ευφραίνεται με το ψεύτικο μυστήριο του κενού.
Όμως δεν καταδέχομαι φούσκες στη φαντασία μου
ποίημα μ’ ανθρωποπρίσματα μονάχα δεν παραστέκει
κι αν επιτρέπεται να σκέφτομαι αλλιώς από το γείτονα
από την έννοια απαγορεύομαι να σκέφτομαι αλλιώς.
Σκέφτομαι ακριβώς όπως η αθωότητα
αν είχε σάρκα και μυαλό για να κατηγορήσει
να σχίσει από το σώμα της τον περιττό της θάνατο
κι από την πρόσκληση του χώματος, στίχοι να πεταχτεί.
Μήπως δεν είμαστε όλοι μας πρόσωπα φυσαλίδων
μήπως δεν αναδύεται ο φόβος απ’ το ύψος μας
μήπως δεν αναπνέουμε αραιό αγέρα της φθοράς
βαρύτητα βραδύγλωσση μήπως δεν εκφωνούμε;
Δίχως την πίστη δύσκολα σώμα θα με πιστέψει
μέσα στα πέλματα σπάζουνε οι κοφτεροί καθρέφτες
και το βάδισμα βραχνό ματώνει στο δέρμα εύκολα
κι η μύτη τα ρουθούνια και τη στάση μας υγραίνει
μην και λίγο δυνατότερα μιλήσουμε
μην και τολμήσουμε στο σπίτι μας να μπούνε
τα παπούτσια μας
μην και τολμήσουμε ξεκάλτσωτοι να παίξουμε
όπου φυτρώνουνε λουλούδια: στην αυλή.
Ο κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου.
O κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου
κι αν χίλια περιστέρια λιώσω στο βραστήρα της Ποιήσεως
γάλα πιο καθαρότερο δε θά βρω να ταΐσω
από το αίμα της μετάληψης αγέννητων στομάτων.
Το χέρι που ο άνθρωπος τινάζει απ’ τον ώμο του
δεν είναι χέρι ημίνεκρου ζητιάνου της γωνίας
είναι του πόνου χέρι, αυτό του Τρίτου πόνου
που μέλλει τον πλανήτη να τινάξει από τον κόσμο.
Όση γης που βρήκαμε, είναι μετεωρίτης
μονάχη της πορεύεται στα σιωπηλά της άστρα
κι ούτε που έχει ανάγκη τον ήλιο του φωτός.
Δεν είναι που θα σβήσουν τα λουλούδια από το χώμα της
δεν είναι που οι νεκροί θα μείνουν για πάντα μόνοι
δεν είναι που τα φρούτα θα σαπίσουνε στα δένδρα
αφήνοντας στο έδαφος λιμοκτονούντες μύκητες
κωφάλαλα ουρλιαχτά βρεφών που αμβλωθήκαν
είναι που κάθε σύμπαν ζει μες στη σιωπή
κι όπως και να προκύψει, την ασπάζεται.
Να ψάξεις Θεό να φταίει, καμιά σημασία τότε
κανείς Θεός δεν είναι παρών στις πράξεις του
το όραμα που είδαμε δεν ήτανε αποκάλυψη
ήταν δικαιολογία. Κι αν επαναλαμβάνεται
η ίδια προφητεία στη σπηλιά του ερημίτη
είναι γιατί κι ο τελευταίος τρελός εξωγήινος
ξέρει πότε θα λήξει το παιχνίδι της ασχήμιας
αρκεί να χρονομετρά την αντοχή της λαίλαπας
την ώρα που μ’ υπομονή σαρώνει σου την ύπαρξη.
Λάβε μικροσκόπιο για όλους τους πλανήτες
και εστιάσου στο δικό σου για να δεις
πως είσαι αβοήθητο γρανάζι μηχανής
πώς κάποιες απ’ τις ορέξεις σου μαθαίνεις να σωπαίνουν
κι ύστερα, βαθησύχαστος, κοιμάσαι «απλώς μεγάλωσα».
Τα λόγια της μιας νιότης σου σκοτώνουνε τον κόσμο.
Ξύπνα τον εφιάλτη στ’ όνειρο της πρώτης ηλικίας.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


18 Σεπ 2009

[ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ 'Η ΓΛΥΚΟΛΟΓΑ]

Ο παρθενώνας να βρει μια θέση
Στα ιμαλάια
Με τον χρυσό της αμερικάνικης τράπεζας να
Φτιάξουμε παπούτσια ή γλυκόλογα
Σε μια σπιθαμιαία γη να τα θάψουμε όλα.
Άλμπατρος βγαίνουν απ’ το χώμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

17 Σεπ 2009

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΖΩΗ


ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΖΩΗ

Όταν πεθάνω
να με θάψετε εκεί.
Σ’ αυτό το μέρος δε θα ξαναπάω
εν ζωή
εικοσιένα εγώ κι εκείνη δεκαεννιά
κι ολόγιομος ο έρωτας.

Όχι, δεν πιστεύω στη μετά θάνατο ζωή.
Μονάχα όταν πεθάνω
το νεκρό μου κορμί
να θάψετε στο σώμα της
το βράδυ μιας Δευτέρας που ’ταν πρώτη.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ