28 Απρ 2009

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ



ΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ


α’

Στο μαγαζί κόσμος πολύς.
Όρθιος έξω
με τυρόπιτα στο χέρι μου
ζεστή
απολαμβάνω τις μπουκιές μου.
Τα κομματάκια που πέφτουν
δε χάνονται˙ έρχονται
τα περιστέρια και ραμφίζουν
ό,τι το στόμα μου αφήνει.
Ύστερα διψάνε.
Τους δείχνω τις πιτσίλες
στη σέλα της μοτοσικλέτας
όμως εκείνα δε θέλουν να πιουν
σταγόνες που το στόμα μου
δεν έσταξε.

β’

Μια βροχοσταλίδα βρίσκει
στο ρόφημά μου στόχο.
Δεν την κατάλαβα απ’ τη γεύση
ούτε την είδα στο ποτήρι μου
να πέφτει. Όμως γνωρίζω
πότε πρόκειται να πιω
τον ουρανό. Το στόμα μου
στεγνώνει
και διψώ.

ΣΒΗΣΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Εσύ, γυναίκα που γυμνώθηκες
μπροστά μου
για να φρίξει η μοναξιά μου
απ’ τη γύμνια σου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, λουλούδι που μαράθηκες
στο χώμα μου
για να πενθήσει η πεταλούδα
το φορτίο της ψυχής μου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, θάλασσα που ήπιες
το νερό μου
για να σκάει αλμυρή
η γλώσσα μου στο κύμα…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, πέτρα που ντύθηκες
τον ήλιο μου
για να τυφλώνει ισχυρή
η ουσία μου τον πόνο…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Σβήστε τ’ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ

Με μολύβι και χαρτί γεννώ ποίημα
ό,τι άλλοι δείχνουν εξάμβλωμα.
Μικρό το κακό.
Εδώ με μολύβι και χαρτί
δείχνω ζωή
ό,τι οι περισσότεροι
θα ντρέπονταν να γεννήσουν
(γιατ’ είναι, βέβαια, ντροπή
να ζεις αμισθί
αναπαράγοντας γραπτώς
την ορφανή σου ανάγκη).

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2009)

*Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν που αγαπάμε.


7 Απρ 2009

ΤΡΟΜΩΔΗΣ ΝΑ ΣΚΙΡΤΑ


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Aς είν’ η ποίηση το κλειδί
Π' ελευθερώνει χίλιες πόρτες
Το φύλλο κάποιο πέφτει˙ το πέταγμα σιμά˙
Άσε να δημιουργηθεί ό,τι το μάτι βλέπει
Και την ψυχή του ακροατή τρομώδη να σκιρτά.

Φτιάξε καινούριους κόσμους με προσοχή στη λέξη σου˙
Το επίθετο σκοτώνει όταν ζωή δε της φυσά.

Διανύουμε το τέντωμα της εποχής μας.
Ο μυς μετεωρίζεται
Στα μουσεία σαν ανάμνηση˙
Όμως δεν είμαστε εμείς οι πλέον ανίσχυροί του:
Ζωτικό σθένος
Εμφωλεύει στο κεφάλι μας.

Ω ποιητές, τα ρόδα μην τραγουδάτε!
Τ’ άνθη τους βρείτε μες στα ποιήματά σας˙

Γιατί μόνο για μας
Κάτω απ’ τον ήλιο ζει ολόγιομο το παν.

Μικρός Θεός ο ποιητής μα την αλήθεια είναι.


Vicente Huidobro

(μεταγραφή: Δημήτρης Μουζάκης)


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

Χριστέ
Έχει περάσει τώρα παραπάνω από ένας χρόνος απ' όταν έπαψα να Σε σκέφτομαι
Απ' όταν έγραψα το προτελευταίο ποίημά μου το «Πάσχα»
Η ζωή μου έχει αλλάξει πολύ από τότε
Μα παραμένω ίδιος
Θέλησα ακόμα και ζωγράφος να γίνω
Εδώ βρίσκονται οι πίνακες που ζωγράφισα και κρέμονται στους τοίχους απόψε
Ανοίγουν αλλόκοτες θέες του εαυτού μου που με κάνουν να σκέφτομαι Εσένα.

Χριστέ
Τη ζωή
Αυτή είναι που ερεύνησα

Οι πίνακές μου με πληγώνουν
Παραείμαι παθιασμένος
Όλα έχουν γίνει πορτοκαλί.

Πέρασα μια λυπημένη μέρα σκεπτόμενος τους φίλους μου
Και διαβάζοντας την εφημερίδα
Χριστέ
Ζωή σταυρωμένη στη διάπλατη εφημερίδα που κρατώ με χέρια τεντωμένα
Απ' άκρη σ' άκρη
Ρουκέτες
Αναταραχή
Κραυγές.
Θα μπορούσες να πεις πως πέφτει κάποιο αεροπλάνο.
Είμαι εγώ.

Πάθος
Φωτιά
Μυθιστόρημα σε συνέχειες
Εφημερίδα
Δεν ωφελεί να μην θες να μιλάς στον εαυτό σου
Καμιά φορά χρειάζεται να ουρλιάξεις

Είμαι ο άλλος
Τόσο ευαίσθητος

Ο Γιάννης Λειβαδάς διαβάζει την "Εφημερίδα" του Blaise Cendrars σε μετάφραση δική του και της Ναυσικάς Αθανασίου.

5 Απρ 2009

ΜΙΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ


Μια μαργαρίτα
Πιθανότητες μαδά
Μία προς μία
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


3 Απρ 2009

ΑΚΕΡΑΙΟΣ


Μετρώ τα δάκτυλα του δεξιού μου χεριού
και τα βρίσκω πέντε. Μετρώ τα δάκτυλα
των δύο μου χεριών και τα βρίσκω δέκα.
Μετρώ όλα τα δάκτυλα και τα βρίσκω είκοσι.
Τα δόντια τριάντα δύο. Τις αισθήσεις μου
Πέντε. Ακέραιο, δεν μπορώ να πω, με άφησε
το πάθος σου κι η αγάπη μου για σένα.

Δεν μετρώ τα ποτά, δεν μετρώ τα τσιγάρα.
Σωτήρης Παστάκας
Counting my right hand’s fingers
results five. Counting the fingers
of both my hands results ten.
Twenty fingers I find after counting all of them.
Teeth thirty two. Senses
Five. Intact, no doubt, it left me
your passion and my love for you.

Uncounted are the drinks, the smokes are uncounted.
Ας μου συγχωρεθεί η απόπειρα. Το τραγουδάκι όχι.