26 Οκτ 2009

ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ


Στη Λυδία
επειδή φοβήθηκε την αλεπού


Δεν μπορώ να πω ότι μεγάλωσα με τον Bergman και τον Tarkovsky. Το αντίθετο, όμως, μπορώ να το πω, καθώς και να το επαυξήσω: έβλεπα τουλάχιστον δις ημερησίως το πρώτο Rocky του Avildsen (στο μεσοδιάστημα στρίμωχνα το Karate Kid του ιδίου), την ημέρα μου, δε, συμπλήρωνα με μυοχαλαρωτικές, αντικαταθλιπτικές ταινίες, όπως το Coming to America με τον Eddie Murphy τον αστείο και τον Arsenio Hall τον αστειότερο. Αργότερα και παραμένοντας προσηλωμένος στο κινηματογραφικό μου παρελθόν πραγματοποίησα μια κάποια στροφή στην ποιότητα, μαθαίνοντας τον Kubrick, τον Jordan, τον Weir και τον Mendes, οι οποίοι με ταξίδεψαν κατάτι μακρύτερα από τη Ζαμούντα και το δρόμο με τις λεύκες, μέρη που στ’ αλήθεια εγώ δεν ξέχασα ποτέ μου.

Με τη βαριά σινεφίλ ιμπρεσσιονιστική κουλτούρα είχα προβλήματα. Θυμάμαι καλά την εποχή που ήταν φοιτητικό must-see η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», μιας και οι αρθρώσεις των φαλάγγων των δαχτύλων μου υπέστησαν ισχυρά καταπόνηση κατά την παρακολούθηση του φιλμ, σε μια πρωτοφανή, αντανακλαστική τους προσπάθεια να υποκαταστήσουν την έλλειψη κίνησης επί της οθόνης, πραγματοποιώντας υπεράνθρωπες κρούσεις συστροφής. Δεν ήξερα τι έφταιγε και, για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω μάθει.

Προσφάτως πήγα ακόμη μια φορά στον κινηματογράφο, συγκεκριμένως για τον «Αντίχριστο» του Lars von Trier. Οφείλω να πω ότι πήγα με τεταμένες προσδοκίες, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης σκηνοθέτησε μια από τις λίγες ταινίες που ’τυχε να δω και θεωρώ αριστουργηματικές: το Dogville. Οι τεταμένες προσδοκίες μου, ωστόσο, υπέστησαν απογοητευτική χάλαση, μιας και δεν είδα τίποτε άλλο εκτός από ωραίες εικόνες, ανάμεσα στο θαμπό των εντυπωσιακών φωτογραφιών και το σκοτεινό των ζωντανών ζωγραφικών πινάκων. Η εικαστική ισχύς, όμως, ουδέποτε αποτέλεσε, στα δικά μου μάτια, αριστουργηματική κινηματογράφηση. Το αίτημα της πλοκής και του διαλόγου παραμένει βουλιμικό εντός μου όταν πρόκειται για σινεμά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το αίτημα της μελωδικότητας κατατρώγει απορριπτικά μέσα μου κάθε πειραματική συνήχηση που παραιτείται της μελωδικότητας, όταν πρόκειται για μουσική.

Όταν πρόκειται για άλλες τέχνες (στην ποίηση, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία αναφέρομαι), η εικαστική ισχύς συνιστά ικανότατη συνθήκη τέρψης. Η παγωμένη εικόνα μπορεί δυνητικά να διεγείρει τους υποδοχείς της καλλιτεχνικής μου ηδονής πάνω στον καμβά, μέσα στο ποίημα ή επί του φωτογραφικού χαρτιού ακόμη και στην πιο σουρεαλιστική, ασύντακτή της εκδοχή. Από τον κινηματογράφο, όμως, περιμένω αυστηρά και απαιτητικά την απόψυξη της εικόνας: την κίνηση και τη ροή της υπό καθεστώς δυνάμεων συναφείας. Ειδάλλως απογοητεύομαι κι ενίοτε φρίττω. Την ανάγκη μου αυτή την καταθέτω συχνά σε περιπατητικές ομηγύρεις, όπως καταθέτει κανείς το προσωπικό του γούστο. Την οπτική του. Την προτίμηση του οσφρητικού του βλεννογόνου σε συγκεκριμένο άρωμα (ή, αντιστοίχως, την αλλεργική του αντίδραση σε άλλο, συγκεκριμένο εξίσου). Τέτοιες, άλλωστε, εξομολογήσεις, τις πραγματοποιεί κανείς ορμώμενος εκ περιεργείας, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχουν κι άλλοι θεατές των ίδιων αφετηριακών σημείων (και πόσο χαίρεται όταν τους βρίσκει!).

Μικρή σημασία έχουν τα παραπάνω. Μεγαλύτερη, ίσως, έχουν τα παρακάτω, τα οποία είναι και κείνα που ’θελα να πω απ’ την αρχή. Δηλώσεις αρεσκείας και απαρέσκειας δικαιούται ο καθείς να πραγματοποιεί από το δικό του μικρό, ιδιόκτητο μετερίζι. Το πράγμα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν ο τοποθετούμενος επιχειρηματολογεί προς τεκμηρίωση. Στην περίπτωση αυτή εγκατελείπεται το ιδεοτεμάχιο του άκρατου υποκειμενισμού και εισερχόμεθα σε πεδίο δηλώσεων που μπορούν να εξετασθούν με αντικειμενικότερο πρίσμα. Ας δούμε μια τέτοια δήλωση του κυρίου Μάριου Σπηλιόπουλου, ζωγράφου και καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών: Θεωρώ ότι η ταινία του Λαρς Φον Τρίερ ως γραφή, ως φόρμα είναι ένα σύγχρονο αριστούργημα- ειδικά το πρώτο κομμάτι. Ήταν τρομακτική η σύλληψή του να συνδέσει την ερωτική απόλαυση με το πιο ακραίο πράγμα, που είναι ο θάνατος ενός παιδιού. [1]


Αναγιγνώσκοντας την τοποθέτηση του κυρίου Σπηλιόπουλου, θυμήθηκα αντανακλαστικά τον Ελύτη: ...σαν ανάγκη ρομαντική να ηδονισθώ με τον πόνο, συνεπής άλλωστε προς τη χριστιανική μου προέλευση...[2]
Θυμήθηκα, επίσης, τη σκέψη μου όταν διάβασα την πρόταση αυτή του Νομπελίστα ποιητή στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: αυτονόητο. Η διαλεκτική του πόνου και της ηδονής (και δη της σεξουαλικής) είναι τόσο ανεπτυγμένη μέσα στο χριστιανικό δόγμα και τη χριστιανορθόδοξη, με την πιο ευρεία έννοια, ατμόσφαιρα, γενικότερα, που δε χρειάστηκε να προβληματιστώ δευτερόλεπτο επί της διατύπωσης του Ελύτη. Όχι ότι χρειάζονται βιβλιογραφικές παραπομπές για να επισημάνει κανείς το εξάγωνο ενός αφόρητα κοινού τόπου: ηθική-θρησκεία-πόνος-ηδονή-φύση-ενοχή. Μπορεί, κανείς, να καταφύγει σε κινηματογραφικές: να φέρει, ας πούμε, στο νου του τον Jason Voorhees (στα αλησμόνητα Friday the 13th) κι όλες τις φορές που κατέσφαξε νέους που θώπευαν και θωπεύονταν κατά τα προκαταρκτικά της συνουσίας, αμέριμνοι κι «αμαρτωλοί». Ο Trier, βεβαίως, δεν μπορούσε, ως άλλος Jason, να σκοτώσει τους ηδονιζόμενους γονείς στον πρόλογο του «Αντιχρίστου», διότι θα έπρεπε σε όλη την υπόλοιπη ταινία να ασχολείται με το μωρό τους, εγχείρημα δύσκολο. Σκότωσε, λοιπόν, το μωρό τους και ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ταινία τους γονείς μέχρι κλειτοριδεκτομής και ευνουχισμού (και μια ομιλούσα αλεπού να λέει «το χάος βασιλεύει»).

Δεν ξέρω, λοιπόν, αν πρόκειται για αριστούργημα, είμαι, ωστόσο, σχεδόν, σίγουρος, ότι δεν πρόκειται για αριστούργημα επειδή ένα παιδί πεθαίνει την ώρα που οι γονείς του συνευρίσκονται. Τίποτα το πρωτότυπο δεν υπάρχει σ’ αυτή τη σύλληψη-σύνδεση˙ αρκεί κανείς να παρακολουθήσει ταινίες τρόμου της μοδός για να πειστεί περί του ενοχικού ηδονισμού και του πολυφορεμένου του στοιχείου.

Κλείνω με μια πρόταση άνευ εξηγήσεων. Ίσως να καθιστά κάποιον «κουλτουριάρη» η μανιώδης ενασχόληση με τον κινηματογράφο ή την ποίηση- η ενασχόληση, όμως, με τον «Αντίχριστο» του Trier ή το «Adieu» του Χάρη Βλαβιανού αποτελεί ενασχόληση με τα συγκεκριμένα έργα και δεν καθιστά κανέναν τίποτα. Και ο νοών you know what, που λεν και στο χωριό μου.

[1] Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, φύλλο 7ης Οκτωβρίου 2009
[2] Ελύτης Οδυσσέας, 2004. Ανοιχτά Χαρτιά (6η έκδοση), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν που αγαπάμε.


3 σχόλια:

- είπε...

χρόνια πολλά δημήτρη! το σχολιασμό μου τον είδες ήδη στο ποιείν.

Θανάσης Αθανάσιος είπε...

Δημήτρη
θεωρώ τον Αντίχριστο την πιο φρέσκια ταινία των τελευταίων ετών.
Πέρα απ' την πλοκή, πέρα απ' την κίνηση και το σενάριο
υπάρχει αυτή η Υπερβολή που σε καθηλώνει. Η ωμή βία, η σκληρότητα, η υπερβολή μού θύμισαν το Θέατρο όπως το ήθελε ο Αρτώ: το θέατρο της σκληρότητας που έχει ως σκοπό να ταρακουνήσει τον ευνουχισμένο θεατή.
αυτό το πέτυχε.
ταρακούνησε για τα καλά τους νευρώνες και περιμένω πως σύντομα το όνομα του σκηνοθέτη θα αποκατασταθεί στη συνείδηση των θεατών.

Churchwarden είπε...

Θανάση, τη δική μου άποψη τη διάβασες: εικαστική ισχύς. Μέχρι εκεί. Ωραίες εικόνες, ωραία χρώματα- και κάποιες αποτυχημένες απόπειρες συμβολισμού.