20 Σεπ 2009

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ


ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Να λυγίσουν τη μέση τους οι πολυκατοικίες
σε μια φιγούρα ολοστεγώς να με θαλποφορήσουν
να βγάλω το πουκάμισο λευκό με μία κίνηση
να δω πώς είν’ η πλάτη μου στραμμένη προς τον τοίχο
πώς σ’ ένα ερώτημα κρύβονται οι άνθρωποι
όταν απροετοίμαστο με βρίσκει ο ρυθμός.
Δε δύει ίδιος παντού ο ήλιος της ατμόσφαιρας
δεν είναι όλες οι λάμψεις αστέρια τ’ ουρανού
άλλος θέλει το σκύψιμο για νά βρει μιαν αλήθεια
άλλος από μπετό ερεθίζεται να στήνεται σαν πόρνη
που μουρμουρίζει άριστα απ’ το πρωί τη βάρδια
κι ευφραίνεται με το ψεύτικο μυστήριο του κενού.
Όμως δεν καταδέχομαι φούσκες στη φαντασία μου
ποίημα μ’ ανθρωποπρίσματα μονάχα δεν παραστέκει
κι αν επιτρέπεται να σκέφτομαι αλλιώς από το γείτονα
από την έννοια απαγορεύομαι να σκέφτομαι αλλιώς.
Σκέφτομαι ακριβώς όπως η αθωότητα
αν είχε σάρκα και μυαλό για να κατηγορήσει
να σχίσει από το σώμα της τον περιττό της θάνατο
κι από την πρόσκληση του χώματος, στίχοι να πεταχτεί.
Μήπως δεν είμαστε όλοι μας πρόσωπα φυσαλίδων
μήπως δεν αναδύεται ο φόβος απ’ το ύψος μας
μήπως δεν αναπνέουμε αραιό αγέρα της φθοράς
βαρύτητα βραδύγλωσση μήπως δεν εκφωνούμε;
Δίχως την πίστη δύσκολα σώμα θα με πιστέψει
μέσα στα πέλματα σπάζουνε οι κοφτεροί καθρέφτες
και το βάδισμα βραχνό ματώνει στο δέρμα εύκολα
κι η μύτη τα ρουθούνια και τη στάση μας υγραίνει
μην και λίγο δυνατότερα μιλήσουμε
μην και τολμήσουμε στο σπίτι μας να μπούνε
τα παπούτσια μας
μην και τολμήσουμε ξεκάλτσωτοι να παίξουμε
όπου φυτρώνουνε λουλούδια: στην αυλή.
Ο κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου.
O κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου
κι αν χίλια περιστέρια λιώσω στο βραστήρα της Ποιήσεως
γάλα πιο καθαρότερο δε θά βρω να ταΐσω
από το αίμα της μετάληψης αγέννητων στομάτων.
Το χέρι που ο άνθρωπος τινάζει απ’ τον ώμο του
δεν είναι χέρι ημίνεκρου ζητιάνου της γωνίας
είναι του πόνου χέρι, αυτό του Τρίτου πόνου
που μέλλει τον πλανήτη να τινάξει από τον κόσμο.
Όση γης που βρήκαμε, είναι μετεωρίτης
μονάχη της πορεύεται στα σιωπηλά της άστρα
κι ούτε που έχει ανάγκη τον ήλιο του φωτός.
Δεν είναι που θα σβήσουν τα λουλούδια από το χώμα της
δεν είναι που οι νεκροί θα μείνουν για πάντα μόνοι
δεν είναι που τα φρούτα θα σαπίσουνε στα δένδρα
αφήνοντας στο έδαφος λιμοκτονούντες μύκητες
κωφάλαλα ουρλιαχτά βρεφών που αμβλωθήκαν
είναι που κάθε σύμπαν ζει μες στη σιωπή
κι όπως και να προκύψει, την ασπάζεται.
Να ψάξεις Θεό να φταίει, καμιά σημασία τότε
κανείς Θεός δεν είναι παρών στις πράξεις του
το όραμα που είδαμε δεν ήτανε αποκάλυψη
ήταν δικαιολογία. Κι αν επαναλαμβάνεται
η ίδια προφητεία στη σπηλιά του ερημίτη
είναι γιατί κι ο τελευταίος τρελός εξωγήινος
ξέρει πότε θα λήξει το παιχνίδι της ασχήμιας
αρκεί να χρονομετρά την αντοχή της λαίλαπας
την ώρα που μ’ υπομονή σαρώνει σου την ύπαρξη.
Λάβε μικροσκόπιο για όλους τους πλανήτες
και εστιάσου στο δικό σου για να δεις
πως είσαι αβοήθητο γρανάζι μηχανής
πώς κάποιες απ’ τις ορέξεις σου μαθαίνεις να σωπαίνουν
κι ύστερα, βαθησύχαστος, κοιμάσαι «απλώς μεγάλωσα».
Τα λόγια της μιας νιότης σου σκοτώνουνε τον κόσμο.
Ξύπνα τον εφιάλτη στ’ όνειρο της πρώτης ηλικίας.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


2 σχόλια:

Orelia είπε...

κύριε Μουζάκη,
στην μονοκονδυλιά σας, σάς βρίσκω πολύ δυνατό..

καλημέρα σας

Churchwarden είπε...

Σας ευχαριστώ θερμώς, Orelia. Nα είστε καλά.