13 Δεκ 2009

ΑΥΤΑΡΕΣΚΗ ΣΙΩΠΗ In Print, Instant Dive Ready 'n' Willin'

Έρχεται
σε 200
αριθμημένα
και
υπογεγραμμένα
αντίτυπα.




Instant Dive
Music, Vocals, Synthesizer Programming: Basil
Words: Dimitris Mouzakis


Undress
All the sunset that you need
Just a concert inbetween
Our body

Feel
Call us nothing we 're alone
Yesterdays are but a foe
Of wanting

Cry
Time insists but never mends
Nights like this must never end
In hoping

Rules of heartbeat, they 're not mine
Just a glimpse of instant dive
Mindless laughter is the sign
Of forsaken words by rhyme


Undress
Follow me I 'm dark and wise
No map tells me otherwise
This truth

Feel
Prophets of before and after
Only aim at youth’s disaster
In rules

Cry
Touching sparks that can’t be told
May not be much but it loads
Our lust

Rules of heartbeat, they 're not mine
Just a glimpse of instant dive
Mindless laughter is the sign
Of forsaken words by rhyme

24 Νοε 2009

ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΙ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ


ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΙ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Στον Δημήτρη Κασελίμη

Ο ιατρός Ρώμος Ζώης
ο πρωτοπόρος χειρουργός της μεταμόσχευσης
ζώντος εγκεφάλου σε νεκρό κρανίο
βρέθηκε δεκαπενταετής
σε συνέδριο καρδιολογίας
για μεροκάματο. Μετέφερε
στον ώμο εμφιαλωμένα νερά.

Ακούγοντας το γηραιό πρόεδρο
της οργανωτικής επιτροπής
να ομιλεί περί τιμής
για την παρουσία ενός τυχάρπαστου
φιλόδοξου γιατρουδάκου
ο ιατρός Ρώμος Ζώης
δεκαπενταετής
γέλασε τόσο δυνατά
που τα ποντίκια τρελάθηκαν

και βγήκαν ν’ αλωνίσουνε
σε συνέδρια κι εταιρείες.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


26 Οκτ 2009

ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ


Στη Λυδία
επειδή φοβήθηκε την αλεπού


Δεν μπορώ να πω ότι μεγάλωσα με τον Bergman και τον Tarkovsky. Το αντίθετο, όμως, μπορώ να το πω, καθώς και να το επαυξήσω: έβλεπα τουλάχιστον δις ημερησίως το πρώτο Rocky του Avildsen (στο μεσοδιάστημα στρίμωχνα το Karate Kid του ιδίου), την ημέρα μου, δε, συμπλήρωνα με μυοχαλαρωτικές, αντικαταθλιπτικές ταινίες, όπως το Coming to America με τον Eddie Murphy τον αστείο και τον Arsenio Hall τον αστειότερο. Αργότερα και παραμένοντας προσηλωμένος στο κινηματογραφικό μου παρελθόν πραγματοποίησα μια κάποια στροφή στην ποιότητα, μαθαίνοντας τον Kubrick, τον Jordan, τον Weir και τον Mendes, οι οποίοι με ταξίδεψαν κατάτι μακρύτερα από τη Ζαμούντα και το δρόμο με τις λεύκες, μέρη που στ’ αλήθεια εγώ δεν ξέχασα ποτέ μου.

Με τη βαριά σινεφίλ ιμπρεσσιονιστική κουλτούρα είχα προβλήματα. Θυμάμαι καλά την εποχή που ήταν φοιτητικό must-see η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», μιας και οι αρθρώσεις των φαλάγγων των δαχτύλων μου υπέστησαν ισχυρά καταπόνηση κατά την παρακολούθηση του φιλμ, σε μια πρωτοφανή, αντανακλαστική τους προσπάθεια να υποκαταστήσουν την έλλειψη κίνησης επί της οθόνης, πραγματοποιώντας υπεράνθρωπες κρούσεις συστροφής. Δεν ήξερα τι έφταιγε και, για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω μάθει.

Προσφάτως πήγα ακόμη μια φορά στον κινηματογράφο, συγκεκριμένως για τον «Αντίχριστο» του Lars von Trier. Οφείλω να πω ότι πήγα με τεταμένες προσδοκίες, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης σκηνοθέτησε μια από τις λίγες ταινίες που ’τυχε να δω και θεωρώ αριστουργηματικές: το Dogville. Οι τεταμένες προσδοκίες μου, ωστόσο, υπέστησαν απογοητευτική χάλαση, μιας και δεν είδα τίποτε άλλο εκτός από ωραίες εικόνες, ανάμεσα στο θαμπό των εντυπωσιακών φωτογραφιών και το σκοτεινό των ζωντανών ζωγραφικών πινάκων. Η εικαστική ισχύς, όμως, ουδέποτε αποτέλεσε, στα δικά μου μάτια, αριστουργηματική κινηματογράφηση. Το αίτημα της πλοκής και του διαλόγου παραμένει βουλιμικό εντός μου όταν πρόκειται για σινεμά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το αίτημα της μελωδικότητας κατατρώγει απορριπτικά μέσα μου κάθε πειραματική συνήχηση που παραιτείται της μελωδικότητας, όταν πρόκειται για μουσική.

Όταν πρόκειται για άλλες τέχνες (στην ποίηση, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία αναφέρομαι), η εικαστική ισχύς συνιστά ικανότατη συνθήκη τέρψης. Η παγωμένη εικόνα μπορεί δυνητικά να διεγείρει τους υποδοχείς της καλλιτεχνικής μου ηδονής πάνω στον καμβά, μέσα στο ποίημα ή επί του φωτογραφικού χαρτιού ακόμη και στην πιο σουρεαλιστική, ασύντακτή της εκδοχή. Από τον κινηματογράφο, όμως, περιμένω αυστηρά και απαιτητικά την απόψυξη της εικόνας: την κίνηση και τη ροή της υπό καθεστώς δυνάμεων συναφείας. Ειδάλλως απογοητεύομαι κι ενίοτε φρίττω. Την ανάγκη μου αυτή την καταθέτω συχνά σε περιπατητικές ομηγύρεις, όπως καταθέτει κανείς το προσωπικό του γούστο. Την οπτική του. Την προτίμηση του οσφρητικού του βλεννογόνου σε συγκεκριμένο άρωμα (ή, αντιστοίχως, την αλλεργική του αντίδραση σε άλλο, συγκεκριμένο εξίσου). Τέτοιες, άλλωστε, εξομολογήσεις, τις πραγματοποιεί κανείς ορμώμενος εκ περιεργείας, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχουν κι άλλοι θεατές των ίδιων αφετηριακών σημείων (και πόσο χαίρεται όταν τους βρίσκει!).

Μικρή σημασία έχουν τα παραπάνω. Μεγαλύτερη, ίσως, έχουν τα παρακάτω, τα οποία είναι και κείνα που ’θελα να πω απ’ την αρχή. Δηλώσεις αρεσκείας και απαρέσκειας δικαιούται ο καθείς να πραγματοποιεί από το δικό του μικρό, ιδιόκτητο μετερίζι. Το πράγμα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν ο τοποθετούμενος επιχειρηματολογεί προς τεκμηρίωση. Στην περίπτωση αυτή εγκατελείπεται το ιδεοτεμάχιο του άκρατου υποκειμενισμού και εισερχόμεθα σε πεδίο δηλώσεων που μπορούν να εξετασθούν με αντικειμενικότερο πρίσμα. Ας δούμε μια τέτοια δήλωση του κυρίου Μάριου Σπηλιόπουλου, ζωγράφου και καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών: Θεωρώ ότι η ταινία του Λαρς Φον Τρίερ ως γραφή, ως φόρμα είναι ένα σύγχρονο αριστούργημα- ειδικά το πρώτο κομμάτι. Ήταν τρομακτική η σύλληψή του να συνδέσει την ερωτική απόλαυση με το πιο ακραίο πράγμα, που είναι ο θάνατος ενός παιδιού. [1]


Αναγιγνώσκοντας την τοποθέτηση του κυρίου Σπηλιόπουλου, θυμήθηκα αντανακλαστικά τον Ελύτη: ...σαν ανάγκη ρομαντική να ηδονισθώ με τον πόνο, συνεπής άλλωστε προς τη χριστιανική μου προέλευση...[2]
Θυμήθηκα, επίσης, τη σκέψη μου όταν διάβασα την πρόταση αυτή του Νομπελίστα ποιητή στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: αυτονόητο. Η διαλεκτική του πόνου και της ηδονής (και δη της σεξουαλικής) είναι τόσο ανεπτυγμένη μέσα στο χριστιανικό δόγμα και τη χριστιανορθόδοξη, με την πιο ευρεία έννοια, ατμόσφαιρα, γενικότερα, που δε χρειάστηκε να προβληματιστώ δευτερόλεπτο επί της διατύπωσης του Ελύτη. Όχι ότι χρειάζονται βιβλιογραφικές παραπομπές για να επισημάνει κανείς το εξάγωνο ενός αφόρητα κοινού τόπου: ηθική-θρησκεία-πόνος-ηδονή-φύση-ενοχή. Μπορεί, κανείς, να καταφύγει σε κινηματογραφικές: να φέρει, ας πούμε, στο νου του τον Jason Voorhees (στα αλησμόνητα Friday the 13th) κι όλες τις φορές που κατέσφαξε νέους που θώπευαν και θωπεύονταν κατά τα προκαταρκτικά της συνουσίας, αμέριμνοι κι «αμαρτωλοί». Ο Trier, βεβαίως, δεν μπορούσε, ως άλλος Jason, να σκοτώσει τους ηδονιζόμενους γονείς στον πρόλογο του «Αντιχρίστου», διότι θα έπρεπε σε όλη την υπόλοιπη ταινία να ασχολείται με το μωρό τους, εγχείρημα δύσκολο. Σκότωσε, λοιπόν, το μωρό τους και ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ταινία τους γονείς μέχρι κλειτοριδεκτομής και ευνουχισμού (και μια ομιλούσα αλεπού να λέει «το χάος βασιλεύει»).

Δεν ξέρω, λοιπόν, αν πρόκειται για αριστούργημα, είμαι, ωστόσο, σχεδόν, σίγουρος, ότι δεν πρόκειται για αριστούργημα επειδή ένα παιδί πεθαίνει την ώρα που οι γονείς του συνευρίσκονται. Τίποτα το πρωτότυπο δεν υπάρχει σ’ αυτή τη σύλληψη-σύνδεση˙ αρκεί κανείς να παρακολουθήσει ταινίες τρόμου της μοδός για να πειστεί περί του ενοχικού ηδονισμού και του πολυφορεμένου του στοιχείου.

Κλείνω με μια πρόταση άνευ εξηγήσεων. Ίσως να καθιστά κάποιον «κουλτουριάρη» η μανιώδης ενασχόληση με τον κινηματογράφο ή την ποίηση- η ενασχόληση, όμως, με τον «Αντίχριστο» του Trier ή το «Adieu» του Χάρη Βλαβιανού αποτελεί ενασχόληση με τα συγκεκριμένα έργα και δεν καθιστά κανέναν τίποτα. Και ο νοών you know what, που λεν και στο χωριό μου.

[1] Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, φύλλο 7ης Οκτωβρίου 2009
[2] Ελύτης Οδυσσέας, 2004. Ανοιχτά Χαρτιά (6η έκδοση), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν που αγαπάμε.


29 Σεπ 2009

ΠΡΟΣΕΥΧΗ


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ
Σου ζήτησα μια ορχήστρα να συνοδεύω
όλες τις συλλαβές που βγαίνουν από μέσα μου
με τη ζέστα του φρεσκοπαιγμένου βιολιού
όταν ο ήλιος ανεβάζει πυρετό μέσα στα άνθη
όταν η έξαρση της Άνοιξης με χτυπά
σαν αλλεργία της λήθης
κι Εσύ τι μου Δίνεις; Μια βεντάλια.
Μα κι αν εγώ Σου κάνω το χατίρι
και ρεύματα δημιουργήσω πάνω απ’ τον ιδρώτα μου
Νομίζεις πως για μια στιγμή
Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ
που με Ελέησες με τον συμβιωτικό
ελαιόβιο της ποίησης κορμό
θα πάψει της αποστολής μου η εφίδρωση;
Μόνο με έναν τρόπο, Κύριε, θα στεγνώσω
αν πράγματι η θυσία μου άλλη δεν μπορεί
να είναι από αυτή- μόνο με έναν τρόπο.
Αν η βεντάλια Σου πνεύσει ανέμους
τους στίχους μακριά από το σώμα μου
στα πέρατα του κόσμου
τότε Σου το υπόσχομαι: θα αφυδατωθώ
ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων μου
ρόδο θα γίνω να κοσμεί το αντίτυπο
της γυναίκας που με αγάπησε πολύ.

Του έρωτα θ’ απομείνω
.....................................δεινός σελιδοδείκτης.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


24 Σεπ 2009

ΗΛΙΟΦΑΝΤΑ


Πώς σφυρίζουν έτσι τα χείλια πάνω στις υγρές γλώσσες της νύχτας. Παντού γυναίκες. Τυλίγομαι με τις οσμές τους και τα ηλιοφαντά τους πέπλα, αλλά τα κορμιά τους δεν τα αγγίζω. Δεν είμαι βέβηλος εγώ. Μέσα στο θυμιατό και το λιβάνι κι ένα βαρύ άρωμα των διαμπερών κυτταρικών πόρων αναδιπλασιάζομαι σε αντίγραφα, χύνομαι με ορμή στις έννοιες ερεθισμένος, παραβιάζω όλες τις συνθήκες της ταπεινότητας και των συνόρων. Τι να πω δεν έχω. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος ότι μιλούσα. Θέλω να κατακλύσω όλες τις επιφάνειες, να απλωθώ σαν αχόρταγη θάλασσα σε ηπείρους και βραχονησίδες κι ύστερα, εισχωρώντας στη σκληρή ουσία των μορφών, να ματώσω πάνω στη συνουσία της λεπτομέρειας. Έχω πειστεί ότι δεν υπάρχει περιορισμός στην αναπαρθένευση της ομορφιάς, γι’ αυτό και δε φοβάμαι να μείνω αιώνες σιωπηλός πάνω στο ίδιο ροδοπέταλο, ξεβάφοντας στον ιστό του ό,τι έχει η ράχη μου να δώσει. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ευτυχία- η τύχη αγνοώ πώς θωπεύει τους αχόρταγους, τους αναστενάρηδες της βρώσης και της αφής. Τα χέρια μου δεν τα πολυχρησιμοποιώ, παρά μόνο για να αγκαλιάζομαι. Ο κόσμος λείπει συχνά, αν και αδιαλείπτως παραπονείται. Καθώς τεντώνομαι για να περιβάλλω τον εαυτό μου, πίσω μου βρίσκω μόνο χρόνο. Το παρελθόν είναι ζωντανό μα δε με πληγώνει ως ανάμνηση. Είναι ακίνητο. Το ακίνητο με τραβά να ξαναζήσω, να παραδεχθώ πως πλησιάζει να πεθάνω δε μ’ αφήνει. Αδράνεια της στιγμής το λέω αυτό. Έχω δεθεί τόσο με δευτερόλεπτα που πέρασαν, ώστε να μπορώ να ρυμουλκούμαι σ’ ένα αιφνίδιο χαμόγελο, ακατανόητο στα μάτια των απίστων.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

20 Σεπ 2009

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ


ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Να λυγίσουν τη μέση τους οι πολυκατοικίες
σε μια φιγούρα ολοστεγώς να με θαλποφορήσουν
να βγάλω το πουκάμισο λευκό με μία κίνηση
να δω πώς είν’ η πλάτη μου στραμμένη προς τον τοίχο
πώς σ’ ένα ερώτημα κρύβονται οι άνθρωποι
όταν απροετοίμαστο με βρίσκει ο ρυθμός.
Δε δύει ίδιος παντού ο ήλιος της ατμόσφαιρας
δεν είναι όλες οι λάμψεις αστέρια τ’ ουρανού
άλλος θέλει το σκύψιμο για νά βρει μιαν αλήθεια
άλλος από μπετό ερεθίζεται να στήνεται σαν πόρνη
που μουρμουρίζει άριστα απ’ το πρωί τη βάρδια
κι ευφραίνεται με το ψεύτικο μυστήριο του κενού.
Όμως δεν καταδέχομαι φούσκες στη φαντασία μου
ποίημα μ’ ανθρωποπρίσματα μονάχα δεν παραστέκει
κι αν επιτρέπεται να σκέφτομαι αλλιώς από το γείτονα
από την έννοια απαγορεύομαι να σκέφτομαι αλλιώς.
Σκέφτομαι ακριβώς όπως η αθωότητα
αν είχε σάρκα και μυαλό για να κατηγορήσει
να σχίσει από το σώμα της τον περιττό της θάνατο
κι από την πρόσκληση του χώματος, στίχοι να πεταχτεί.
Μήπως δεν είμαστε όλοι μας πρόσωπα φυσαλίδων
μήπως δεν αναδύεται ο φόβος απ’ το ύψος μας
μήπως δεν αναπνέουμε αραιό αγέρα της φθοράς
βαρύτητα βραδύγλωσση μήπως δεν εκφωνούμε;
Δίχως την πίστη δύσκολα σώμα θα με πιστέψει
μέσα στα πέλματα σπάζουνε οι κοφτεροί καθρέφτες
και το βάδισμα βραχνό ματώνει στο δέρμα εύκολα
κι η μύτη τα ρουθούνια και τη στάση μας υγραίνει
μην και λίγο δυνατότερα μιλήσουμε
μην και τολμήσουμε στο σπίτι μας να μπούνε
τα παπούτσια μας
μην και τολμήσουμε ξεκάλτσωτοι να παίξουμε
όπου φυτρώνουνε λουλούδια: στην αυλή.
Ο κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου.
O κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου
κι αν χίλια περιστέρια λιώσω στο βραστήρα της Ποιήσεως
γάλα πιο καθαρότερο δε θά βρω να ταΐσω
από το αίμα της μετάληψης αγέννητων στομάτων.
Το χέρι που ο άνθρωπος τινάζει απ’ τον ώμο του
δεν είναι χέρι ημίνεκρου ζητιάνου της γωνίας
είναι του πόνου χέρι, αυτό του Τρίτου πόνου
που μέλλει τον πλανήτη να τινάξει από τον κόσμο.
Όση γης που βρήκαμε, είναι μετεωρίτης
μονάχη της πορεύεται στα σιωπηλά της άστρα
κι ούτε που έχει ανάγκη τον ήλιο του φωτός.
Δεν είναι που θα σβήσουν τα λουλούδια από το χώμα της
δεν είναι που οι νεκροί θα μείνουν για πάντα μόνοι
δεν είναι που τα φρούτα θα σαπίσουνε στα δένδρα
αφήνοντας στο έδαφος λιμοκτονούντες μύκητες
κωφάλαλα ουρλιαχτά βρεφών που αμβλωθήκαν
είναι που κάθε σύμπαν ζει μες στη σιωπή
κι όπως και να προκύψει, την ασπάζεται.
Να ψάξεις Θεό να φταίει, καμιά σημασία τότε
κανείς Θεός δεν είναι παρών στις πράξεις του
το όραμα που είδαμε δεν ήτανε αποκάλυψη
ήταν δικαιολογία. Κι αν επαναλαμβάνεται
η ίδια προφητεία στη σπηλιά του ερημίτη
είναι γιατί κι ο τελευταίος τρελός εξωγήινος
ξέρει πότε θα λήξει το παιχνίδι της ασχήμιας
αρκεί να χρονομετρά την αντοχή της λαίλαπας
την ώρα που μ’ υπομονή σαρώνει σου την ύπαρξη.
Λάβε μικροσκόπιο για όλους τους πλανήτες
και εστιάσου στο δικό σου για να δεις
πως είσαι αβοήθητο γρανάζι μηχανής
πώς κάποιες απ’ τις ορέξεις σου μαθαίνεις να σωπαίνουν
κι ύστερα, βαθησύχαστος, κοιμάσαι «απλώς μεγάλωσα».
Τα λόγια της μιας νιότης σου σκοτώνουνε τον κόσμο.
Ξύπνα τον εφιάλτη στ’ όνειρο της πρώτης ηλικίας.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


18 Σεπ 2009

[ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ 'Η ΓΛΥΚΟΛΟΓΑ]

Ο παρθενώνας να βρει μια θέση
Στα ιμαλάια
Με τον χρυσό της αμερικάνικης τράπεζας να
Φτιάξουμε παπούτσια ή γλυκόλογα
Σε μια σπιθαμιαία γη να τα θάψουμε όλα.
Άλμπατρος βγαίνουν απ’ το χώμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

17 Σεπ 2009

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΖΩΗ


ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΖΩΗ

Όταν πεθάνω
να με θάψετε εκεί.
Σ’ αυτό το μέρος δε θα ξαναπάω
εν ζωή
εικοσιένα εγώ κι εκείνη δεκαεννιά
κι ολόγιομος ο έρωτας.

Όχι, δεν πιστεύω στη μετά θάνατο ζωή.
Μονάχα όταν πεθάνω
το νεκρό μου κορμί
να θάψετε στο σώμα της
το βράδυ μιας Δευτέρας που ’ταν πρώτη.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


31 Αυγ 2009

ΑΠΟΝΕΡΑ


ΑΠΟΝΕΡΑ

Να 'μαι και παιδάκι μικρό
μόλις έμαθα να κολυμπώ και χαίρομαι
δηλαδή βλέπω το φως
να εισχωρεί στην περιβάλλουσα επίπλευση
ως το σημείο που πατώνω
πασαλείβοντάς με εμπύρετο στιγμιαία
όσο χρειάζεται να βράσει γύρω μου
η θάλασσα
ν’ αναδυθούν διαφανείς μπουρμπουλήθρες
και να σκάσουν ελευθερώνοντας αρώματα
που μια γοργόνα χαμογελαστή
κρύβει πίσω από τ’ αυτί της
και διατάζει: «μικρό παιδάκι ταξιδιάρικο
κολύμπα άφοβα στον κόσμο σου
πήγαινε με θάρρος από κει που γράφεις».

Η μητέρα μου ανησυχεί. Με φωνάζει
να επιστρέψω γιατί ξανοίχτηκα πολύ
κι ίσως με πνίξουν τα απόνερα του πλοίου
που στο λιμάνι πάει να δέσει.
Το λαστιχάκι όμως
το επιδέξια στα δάχτυλα κρυμμένο
γίνεται σφεντόνα
τεντώνει τη στιγμή ως το βαπόρι
κι εκείνο κλυδωνίζεται επικίνδυνα
γιατί τα βότσαλα αντανακλούν
σκοπίμως τύφλωση. Μα η μητέρα
δεν καθησυχάζεται με τίποτα.

Κι όπως τα απόνερα το πνίγουν αντιστρόφως
το δύσμοιρο το πλοίο που πλέχθηκε
στις αισθήσεις μου
όπως αντισφαιρίζεται ο ήλιος
στα σπλάχνα που ελέγχουν οι αδένες
της θερμότητας
η μητέρα αναφωνεί:


« Μαζέψτε το παιδί
είναι καταραμένο! »
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


27 Αυγ 2009

ΑΙΓΥΠΤΙΟΙ


ΑΙΓΥΠΤΙΟΙ

Θα τους δείξω εγώ τι θα πει
αυτοσχέδια χειροβομβίδα˙
με βάλαν να πολεμήσω στα μετόπισθεν;
Εγώ θα τρέξω εμπρός να ξεχωρίσω˙
καταντικρύ του αποσπάσματος
να ασπαστώ.

Μια και δυο στην πρώτη γραμμή
σφαίρες τρυπούν το μέτωπό μου
βλήματα το στήθος μου
ώσπου ολάκερο να στραγγίξει
το αίμα μου ο Θεός
να το αλέιψει σε χόρτα και κοχλιούς
να βγουν έξω και αυτοί
σα να έβρεξαν τρόπο τα καβούκια.

Κι όπως θα είμαι λαβωμένος
και αήττητος
όπως θα συνεχίζω την πορεία μου
απτόητος
θα απορήσουν τόσο οι οχτροί
που το κακό τους θα σκίσει στα δύο
τη θάλασσά τους για κιβούρι
κι άσ’ τους να προχωρούν
στην καταδίωξη.

Άσε τους νεκρούς να προχωρούν.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


25 Αυγ 2009

ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ...

You can't believe it, you can't concieve it
And you can't touch me, 'cause I'm untouchable
And I know you hate it, and you can't take it
You 'll never break me, 'cause I'm unbreakable


3 Ιουν 2009

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ...


ΕΛΙΑ Η ΑΙΩΝΟΒΙΑ

Ένα ποίημα δεν είναι άλλο
από βολβός
μετρούν κλωνιά, μετρούν καρπούς
μετρούν τα φύλλα οι γεωπόνοι
μα εσύ μονάχα ξες καλά
πώς φύτρωσε η ελιά η αιωνόβια.

Όταν απότομα ο βολβός
αποσχίστηκε απ’ τη σάρκα σου
ιδέα δεν είχες πώς να του φερθείς.

Χίλιες φορές τον φύτεψες
και χίλιες φορές τον είδες ν’ αναπτύσσεται
μηλιά, ροδακινιά, ασφάκα, λαδανιά
τόσα δένδρα, τόσοι θάμνοι, απόπειρες
εκβλάστησης μιας έμπνευσης που γύρευες
μα που στη γεύση ουδέποτε
σου ήταν αρκετή.

Κι όταν χείλη μετά
σε ζάρωσε η τελειομανία
όταν όλα σου τα φρούτα αποξηράθηκαν
και στέγνωσαν οι χυμοί από ουσία
έλαβες το βολβό σου και περπάτησες
ως τα σκουπίδια˙ τον πέταξες
και πήγες σπίτι σου στ’ αποκαΐδια
να πεθάνεις.

Κι εκεί
στη χωματερή
οι αρτηρίες έπηξαν στις πέτρες
καταβολάδες σάλεψαν στα σωθικά του κήπου
κι εν μέσω σκουπιδιών εφύτρωσε τρανή

η ελιά η αιωνόβια.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ



Waiting for something that is never comin'...

28 Μαΐ 2009

ΩΣ ΤΗ ΓΥΜΝΙΑ ΣΟΥ


Όσο χορεύεις
Τα πέπλα σου θα μετρώ
Ως τη γύμνια σου

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


27 Μαΐ 2009

ΠΡΩΤΕΡΩΤΡΗΣΗ

Χειλορροούσα
Μπαρουτοκαπνισμένη
Πρωτερώτρηση
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

22 Μαΐ 2009

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗ ΒΡΥΣΗ


ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗ ΒΡΥΣΗ

Ένα κορίτσι ανοίγει τη βρύση
για να πιει νερό. Κι όπως
ετοιμάζεται να σκύψει
ενώνω τα χέρια μου
σχηματίζοντας κάτω από το τρεχούμενο
νερό
τη λιμνούλα που χρειάζονται
τα ξαναμμένα χείλη της.

Όμως το κορίτσι κολακεύεται
κι αντί να ξεδιψάσει από τα χέρια μου
δαγκώνει δυνατά το πρώτο δάχτυλο
που βρίσκει μπροστά της. Η βρύση
τότε σταματά τη δροσερή ροή της
και το αίμα μου σωρεύεται
στη φούχτα μου
πανέτοιμο για τη μετάληψή της.

Κι όπως είναι ανέτοιμο
το κορίτσι για τέτοια κολακεία
ρουφά ίσα μια γουλιά
κι αμέσως φτύνει στο νιπτήρα
την αγάπη μου. Τότε το αίμα μου
παύει αναντίστρεπτα την τρομερή ροή του
και λιμνάζει αμετανόητο στη φούχτα μου
αναλλοίωτο για εκείνη που κάποτε
θα ’ρθεί να πιει.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


19 Μαΐ 2009

ΣΦΕΝΤΟΝΑ


ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Τραβάς το λάστιχο προς το πρόσωπό σου
κι αφήνοντας, πλήττεις.
Εύκολο, αλλά χρειάζεται σημάδι.

Τραβώντας ανάποδα δυσκολεύεσαι.
Όχι ότι χρειάζεται σημάδι
για να βρεις στόχο˙ απλώς
με εσένα στο στόχαστρο
πώς θα βρεις πέτρα να πονέσει;

Μίλα στην πέτρα.
Αν θελήσει να σε μάθει
θα επιστρέφει στο κεφάλι σου
όπως κι αν ρίξεις.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ



17 Μαΐ 2009

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είναι δυνατόν η σύνθεση ενός 23χρονου στρουμφοειδούς Νορβηγού, καβαλάρη της καλάμου του τετάρτου δημοσιότητος, να υπερβαίνει σε αισθητική διεισδυτικότητα τη σύνθεση του συναγωνιζόμενού του Sir Andrew Lloyd Weber; Του Sir Andrew Lloyd Weber; Του Sir Andrew Lloyd Weber;

Είναι. Τούτο, βεβαίως –ας μην απατώμεθα– κοινοποιήθηκε και εμπεδώθηκε πληθυσμιακώς στην αρένα της ευτέλειας, της έκπτωσης και της φθήνιας: τη Eurovision. Η αναφορά και μόνο στον κατάπτυστο θεσμό μολύνει το παρόν ιστολόγιο. Την τολμώ, ωστόσο, καθότι φέτος συμμετείχε και ο Sir Andrew Lloyd Weber. Ο Sir Andrew Lloyd Weber. Ο Sir Andrew Lloyd Weber. Το γεγονός αυτό αγιάζει την ανάρτηση, ξορκίζει το κακό του υποπολιτισμικού ρεύματος και νομιμοποιεί την ενασχόληση με το ζήτημα.

Εξ αφορμής της νίκης του πιτσιρικά, θα ’λεγα «άντε και στα ποιητικά μας». Η Ελλάς, όμως, έδωσε το δωδεκάρι στον Sir Andrew Lloyd Weber. Στον Sir Andrew Lloyd Weber. Στον Sir Andrew Lloyd Weber. Η Ελλάς φέτος είχε επιτροπή (οπότε περιττεύει η ευχή).

1 Μαΐ 2009

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΡΟΦΕΡΕΙ


Φανταστείτε, κοιτάζοντας ένα ανθρώπινο σώμα, να διακρίνονται μόνον τα αγγεία, έως και τα τριχοειδή. Αν δε θέλετε ή δεν μπορείτε να το φανταστείτε, πάτε στην έκθεση «Τhe Bodies» και παρατηρήστε το δείγμα παρουσίασης του κυκλοφορικού. Εγώ πήγα. Τα αγγεία μου θύμισαν δίχτυα. Δίχτυα, δίχτυα...τί να τα κάνω τα δίχτυα; Να τα πετάξω στη θάλασσα; Είναι μια λύση. Δίχτυα-αγγεία στη θάλασσα, δικά μου, να πάνε και κάπου αλλού εκτός Άνδρου. Να πάνε στη νήσο Χίο να βρούνε τον ψυχίατρο, να του πούνε «ευχαριστώ» για το αίμα. Σε ποιο σώμα ανήκει το αίμα της πληγωμένης καρδιάς;
Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.

Απ’ την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ’ την κοινή διαπίστωση των φίλων:
«είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;»

Μακάρι η πάθησίς μου να ’χε ένα απ’ τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα
παράνοια. Πως είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.

Σωτήρης Παστάκας




Υ.Γ.:
Ίσως, τελικά, έχουν δίκιο οι ετεροτοποθετημένοι αντιρρησίες συναισθήματος. Έχω τραγούδι και γι' αυτούς. Α μα πια, καλοκαίρι έρχεται... :)

28 Απρ 2009

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ



ΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ


α’

Στο μαγαζί κόσμος πολύς.
Όρθιος έξω
με τυρόπιτα στο χέρι μου
ζεστή
απολαμβάνω τις μπουκιές μου.
Τα κομματάκια που πέφτουν
δε χάνονται˙ έρχονται
τα περιστέρια και ραμφίζουν
ό,τι το στόμα μου αφήνει.
Ύστερα διψάνε.
Τους δείχνω τις πιτσίλες
στη σέλα της μοτοσικλέτας
όμως εκείνα δε θέλουν να πιουν
σταγόνες που το στόμα μου
δεν έσταξε.

β’

Μια βροχοσταλίδα βρίσκει
στο ρόφημά μου στόχο.
Δεν την κατάλαβα απ’ τη γεύση
ούτε την είδα στο ποτήρι μου
να πέφτει. Όμως γνωρίζω
πότε πρόκειται να πιω
τον ουρανό. Το στόμα μου
στεγνώνει
και διψώ.

ΣΒΗΣΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Εσύ, γυναίκα που γυμνώθηκες
μπροστά μου
για να φρίξει η μοναξιά μου
απ’ τη γύμνια σου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, λουλούδι που μαράθηκες
στο χώμα μου
για να πενθήσει η πεταλούδα
το φορτίο της ψυχής μου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, θάλασσα που ήπιες
το νερό μου
για να σκάει αλμυρή
η γλώσσα μου στο κύμα…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, πέτρα που ντύθηκες
τον ήλιο μου
για να τυφλώνει ισχυρή
η ουσία μου τον πόνο…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Σβήστε τ’ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ

Με μολύβι και χαρτί γεννώ ποίημα
ό,τι άλλοι δείχνουν εξάμβλωμα.
Μικρό το κακό.
Εδώ με μολύβι και χαρτί
δείχνω ζωή
ό,τι οι περισσότεροι
θα ντρέπονταν να γεννήσουν
(γιατ’ είναι, βέβαια, ντροπή
να ζεις αμισθί
αναπαράγοντας γραπτώς
την ορφανή σου ανάγκη).

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2009)

*Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν που αγαπάμε.


7 Απρ 2009

ΤΡΟΜΩΔΗΣ ΝΑ ΣΚΙΡΤΑ


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Aς είν’ η ποίηση το κλειδί
Π' ελευθερώνει χίλιες πόρτες
Το φύλλο κάποιο πέφτει˙ το πέταγμα σιμά˙
Άσε να δημιουργηθεί ό,τι το μάτι βλέπει
Και την ψυχή του ακροατή τρομώδη να σκιρτά.

Φτιάξε καινούριους κόσμους με προσοχή στη λέξη σου˙
Το επίθετο σκοτώνει όταν ζωή δε της φυσά.

Διανύουμε το τέντωμα της εποχής μας.
Ο μυς μετεωρίζεται
Στα μουσεία σαν ανάμνηση˙
Όμως δεν είμαστε εμείς οι πλέον ανίσχυροί του:
Ζωτικό σθένος
Εμφωλεύει στο κεφάλι μας.

Ω ποιητές, τα ρόδα μην τραγουδάτε!
Τ’ άνθη τους βρείτε μες στα ποιήματά σας˙

Γιατί μόνο για μας
Κάτω απ’ τον ήλιο ζει ολόγιομο το παν.

Μικρός Θεός ο ποιητής μα την αλήθεια είναι.


Vicente Huidobro

(μεταγραφή: Δημήτρης Μουζάκης)


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

Χριστέ
Έχει περάσει τώρα παραπάνω από ένας χρόνος απ' όταν έπαψα να Σε σκέφτομαι
Απ' όταν έγραψα το προτελευταίο ποίημά μου το «Πάσχα»
Η ζωή μου έχει αλλάξει πολύ από τότε
Μα παραμένω ίδιος
Θέλησα ακόμα και ζωγράφος να γίνω
Εδώ βρίσκονται οι πίνακες που ζωγράφισα και κρέμονται στους τοίχους απόψε
Ανοίγουν αλλόκοτες θέες του εαυτού μου που με κάνουν να σκέφτομαι Εσένα.

Χριστέ
Τη ζωή
Αυτή είναι που ερεύνησα

Οι πίνακές μου με πληγώνουν
Παραείμαι παθιασμένος
Όλα έχουν γίνει πορτοκαλί.

Πέρασα μια λυπημένη μέρα σκεπτόμενος τους φίλους μου
Και διαβάζοντας την εφημερίδα
Χριστέ
Ζωή σταυρωμένη στη διάπλατη εφημερίδα που κρατώ με χέρια τεντωμένα
Απ' άκρη σ' άκρη
Ρουκέτες
Αναταραχή
Κραυγές.
Θα μπορούσες να πεις πως πέφτει κάποιο αεροπλάνο.
Είμαι εγώ.

Πάθος
Φωτιά
Μυθιστόρημα σε συνέχειες
Εφημερίδα
Δεν ωφελεί να μην θες να μιλάς στον εαυτό σου
Καμιά φορά χρειάζεται να ουρλιάξεις

Είμαι ο άλλος
Τόσο ευαίσθητος

Ο Γιάννης Λειβαδάς διαβάζει την "Εφημερίδα" του Blaise Cendrars σε μετάφραση δική του και της Ναυσικάς Αθανασίου.

5 Απρ 2009

ΜΙΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ


Μια μαργαρίτα
Πιθανότητες μαδά
Μία προς μία
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


3 Απρ 2009

ΑΚΕΡΑΙΟΣ


Μετρώ τα δάκτυλα του δεξιού μου χεριού
και τα βρίσκω πέντε. Μετρώ τα δάκτυλα
των δύο μου χεριών και τα βρίσκω δέκα.
Μετρώ όλα τα δάκτυλα και τα βρίσκω είκοσι.
Τα δόντια τριάντα δύο. Τις αισθήσεις μου
Πέντε. Ακέραιο, δεν μπορώ να πω, με άφησε
το πάθος σου κι η αγάπη μου για σένα.

Δεν μετρώ τα ποτά, δεν μετρώ τα τσιγάρα.
Σωτήρης Παστάκας
Counting my right hand’s fingers
results five. Counting the fingers
of both my hands results ten.
Twenty fingers I find after counting all of them.
Teeth thirty two. Senses
Five. Intact, no doubt, it left me
your passion and my love for you.

Uncounted are the drinks, the smokes are uncounted.
Ας μου συγχωρεθεί η απόπειρα. Το τραγουδάκι όχι.

31 Μαρ 2009

ΕΝΝΟΙΕΣ ΣΩΜΑΤΑ


ΕΝΝΟΙΕΣ ΣΩΜΑΤΑ

Στην Κική Δημουλά

Θέλατε τις έννοιες σώματα.
Καταλαβαίνω.
Πώς να νοιαστεί το σώμα
για μιαν ασώματη αθανασία;

Πού φτάσατε αγνοώ.
Μοιάζει τελευταία η ποίηση αυτή
σαν τη μνήμη του νεκρού.
Δεν έχει σώμα η οδύνη
όταν είναι σώμα που λείπει.

Μέσα στα θαμμένα χώματα
βρήκα ένα κόκαλο.
Ευάλωτος στα οξέα πέρατα
το φόρεσα στη γλώσσα˙
να σπάει κάθε που μιλώ
κι όταν το χέρι σας φιλώ
να με τσακίζει.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


30 Μαρ 2009

Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ



Χρεώνουν οι:

Μαρία Ροδοπούλου
Κατερίνα Κατσίρη
Ανδρέας Καρακόκκινος
Γωγώ Πακτίτη
Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου
Γιάννης Τόλιας
Δημήτρης Μουζάκης
Σωκράτης Ξένος




Το τραγούδι μου το θύμισε η επιστροφή.
Να είμαστε όλοι καλά.

25 Μαρ 2009

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

H Κατερίνα Κατσίρη

"Κι ο χρόνος δε χανόταν
Έψαχνε στίχους απ’ τους στίχους μας
κι έγραφε γράμματα σε φίλους"

H Μαρία Ροδοπούλου

"Θα μπορούσα
μόνο με τα μάτια μου να σας μιλώ
αν δεν ήσαστε εκ γενετής τυφλοί"

O Γιάννης Τόλιας

"Να πέφτουν οι σταγόνες της βροχής
και να σπάζουν
σε χιλιάδες κομμάτια αιθρίας"

Kαι ο Δημήτρης Μουζάκης

"Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω"

Σας προσκαλούν σε ελιγμούς
της γλώσσας και της ψυχής
την Παρασκευή 27 Μαρτίου και 19.00’
στην ανοιξιάτικη Θεσσαλονίκη.

Το συντονισμό της βραδιάς επιμελείται ο ποιητής
Ανδρέας Καρακόκκινος.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί
στην «Αίθουσα Ζώγια»
επί της οδού Κομνηνών
στον αριθμό 18.

19 Μαρ 2009

GOLDBERG VARIATIONS



Οι μάχες που εκτυλίσσονται στα σπλάχνα μου ακολουθούν μιαν ιδιότυπη κοπτική και ραπτική: κόβουν μίσχους από τα πιο απίθανα ερεθίσματα για να ράψουν αρώματα βλάσφημων, χιμαιρικών ανθέων. Ως άλλος Frankenstein αγαπώ τα τέρατά μου αλλά, αρχικώς, τα κρύβω, διότι γνωρίζω ότι αν οι άνθρωποι τα μισήσουν, θα βρεθώ ενώπιον σκληρού, μοιραίου διλήμματος: να στραφώ κατά των τεράτων μου ή κατά των ανθρώπων; Επιλέγω να στρέψω τα τέρατά μου στους ανθρώπους. Υπέρ τους, κατά τους, ας αποφασίσουν οι άνθρωποι την τύχη των τεράτων μου μέσα τους. Αν ήμουν σεμνός, θα δημιουργούσα τη σεμνότητά μου˙ όχι τέρατα.

Κατά την προσφιλή αφιέρωση των ελεύθερων ωρών μου, προσφάτως παρακολούθησα στον κινηματογράφο το φιλμ «The Day The Earth Stood Still». Πρόκειται για έργο επιστημονικής φαντασίας, στο οποίο, για πολλοστή φορά, εξωγήινοι επισκέπτονται τη γη. Τη συγκεκριμένη φορά, οι προθέσεις της επίσκεψής τους σχετίζονταν με τις οικολογικές τους ευαισθησίες: οι εξωγήινοι, εκμεταλλευόμενοι την τεχνολογική τους υπεροχή έναντι του ανθρωπίνου είδους, έρχονται με στόχο να το αφανίσουν, προκειμένου να προστατεύσουν τον πλανήτη που το φιλοξενεί. Ενδιαφέρον. Σε μια φυσιοκεντρική θεώρηση, ο από μηχανής θεός σώζει το οικείο πλανητικό οικοσύστημα.

Ο επικεφαλής των εξωγήινων, σε δεδομένη χρονική στιγμή της ταινίας, ευρίσκεται στον οίκο ενός νομπελίστα επιστήμονος, ο οποίος επιχειρεί να τον μεταπείσει. Την ώρα που ο βραβευμένος επιστήμων επιχειρηματολογεί επί του διατί ο αφανισμός του ανθρωπίνου είδους δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα της περιβαλλοντικής κακοποίησης, τα μεγάφωνα του οικιακού ηχοσυστήματος αναπαράγουν τις περίφημες «Goldberg Variations». Ο εξωγήινος, τότε, εστιάζει την προσοχή του στο αιθέριο άκουσμα, έχοντας τοπικές συσπάσεις συγκίνησης στο κατά τα άλλα ανέκφραστο δέρμα του προσώπου του. «Eίναι Bach», του απευθύνεται η συνεργάτιδα του βραβευμένου επιστήμονος, κι εκείνος αποκρίνεται «είναι πανέμορφο».

Παρακολουθώντας τη σκηνή, στα τελικά κομβία των νευρώνων μου εκκρίνεται η αναρώτηση περί του τι σκέπτονται τριγύρω μου οι άνθρωποι της κινηματογραφικής ομήγυρης. Αποφαίνομαι για το φάσμα των σκέψεων τους ως εξής: από το «σκάρτο το φιλμ απόψε» ως το «αχ, τέχνη» (έστω κι αν θα την προτιμούσαμε μετατοπισμένη προς το λαϊκότερο από τα ηχεία του επιστήμονος και, γενικώς, από όλα τα ηχεία). Όμως εγώ σκέπτομαι άλλα. Οι νευροδιαβιβαστές μου τρελαίνονται, υδροξύλια αντικαθίστανται, οξυγόνα αυτομολούν και συνάψεις αναδιανέμονται ετοιμάζοντάς με για το δελτίο ειδήσεων των βίαιων εκπολώσεων των άσεμνων νευρικών κυττάρων μου, που ώσεις τετριμμένες ούτε το σαββατόβραδο δεν καταδέχονται.

Παραλλάσσω το σενάριο, κρατώντας σταθερές τις προθέσεις του εξωγήινου: αφανισμός των ανθρώπων προς προστασία της γης. Καμία υπεροχή, όμως, του εξωγήινου πολιτισμού στο τεχνολογικό επίπεδο. Σαφής υπεροχή, ωστόσο, του εξωγήινου πολιτισμού στα ζητήματα της τέχνης: ουράνια λόγια μέσα στην ποίηση, καινοφανείς αστραποβόλες μορφές στα γλυπτά, ζωγραφική που καταστρατηγεί απαξάπαντα τα δεδομένα της ανθρώπινης οράσεως, γεννώντας πρωτόγνωρα ρίγη οπτικής ηδονής εξωγαλαξιακής προελεύσεως.

Η ώρα της μάχης καταφθάνει. Τη θύρα του λαβυρίνθου μου κρούει ο Valéry: «Ένας μοντέρνος καλλιτέχνης οφείλει να χάνει τα δύο τρίτα του χρόνου του προσπαθώντας να βλέπει ό,τι είναι ορατό, και κυρίως να μη βλέπει ό,τι είναι αόρατο» [1] . Ο Valéry τραβά το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου, επιτακτικά ζητώντας τη συμμόρφωσή μου στη θέση της κινηματογραφικής αιθούσης, όπου το μυοχαλαρωτικό τούτο δίωρο ανήκει. Με πληροφορεί πως η σκέψη μου δεν είναι παρά μία φαιδρή, μη αξιοποιήσιμη ασυναρτησία, επιστρατεύοντας ένα σωρό λογικά επιχειρήματα για να με πείσει.

Το δεξί εγκεφαλικό μου ημισφαίριο γραπώνει, τότε, ο Γιάννης Λειβαδάς:

Ο θάνατος είναι
Ώριμες μπανάνες
Ό,τι χειρότερο
Θα μπορούσα να σκεφτώ
[2]

«Αν η χειρότερή σου σκέψη», μου λέει ο Γιάννης Λειβαδάς, «είναι οι ώριμες μπανάνες, τότε ποιητής δε λέγεσαι αν το θάνατο ντραπείς με τη χειρότερή σου σκέψη να υβρίσεις». Κοφτά τελειώνει:

Η γραφή είναι γεμάτη από τον ποιητή
σαν θαλάμη.
[3]

Ο Valéry και ο Λειβαδάς κονταροχτυπιούνται μέσα μου ανηλεώς. Είναι αδύνατον να προβλέψω την έκβαση της διαμάχης τους. Αντίθετα, γνωρίζω καλά ότι το έργο πρόκειται να τελειώσει με θρίαμβο της ανθρωπότητας. Περίεργος καθώς είμαι για τις αβεβαιότητές μου, γράφω το ποίημα, εγκαταλείποντας τις ετυμηγορίες και τα σχόλια σε σας:

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΩΝ ΕΞΩΓΗΙΝΩΝ

Απόψε οι εξωγήινοι θα ʼρθουν ένοπλοι
αλλ’ όχι με τα συνήθη τους
εξελιγμένα πολυβόλα.
Ποιήματα, νότες και γλυπτά
θα ʼχει η υπεροχή τους
κι όλη τους η τεχνολογία
θα εξαντλείται στα περίτεχνα πινέλα τους.
Απόψε το έργο πάλι θα τελειώσει
με θρίαμβο της ανθρωπότητας
όμως οι άνθρωποι
για μια, έστω, φορά
στα σπίτια τους, του τέλους, θα γυρίσουν
κλαμένοι που κατατρόπωσαν
τους καημένους τους καλλιτέχνες.

1.Μετάφραση Χαράς Μπανάκου-Καραγκούνη
2.Λειβαδάς Γιάννης, 2008. ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ, ΜΠΙΖΝΕΣ, ΣΦΙΓΞ, Ηριδανός
3.Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Λειβαδά ΑΤΗ

16 Μαρ 2009

ΛΥΚΟΙ ΕΝ ΑΦΩΝΙΑ



ΛΥΚΟΙ ΕΝ ΑΦΩΝΙΑ

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Τι να τον κάνω τόσο ήλιο

ταξίδι, ανθρωπιά, τροφή;

Να δέσω χρυσαχτίδες για λουριά
στα τέσσερα σημεία του σύννεφου
να ταξιδέψω μ’ αερόστατο
που πλένει και φωτίζει;

Να σηκώσω καταμεσήμερο
το κεφάλι μου
τσουρουφλίζοντας στο πρόσωπό μου
τα βλέμματά μου που απέστρεψα;

Να βουτήξω στο μάγμα
τη βέργα του μελισσοκόμου
να δω με πόση υπομονή
επιστρέφει η ουσία στο νόημα;

Φεγγάρι θα τον πω τον ήλιο
να ’χω απ’ το πρωί πανσέληνο
κι οι λύκοι ν’ αποσβολώνονται
ανωθρώσκοντες εν αφωνία.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


ΘΑΥΜΑΤΑ

Ω πόση ευτυχία θα σύριζε στην πλάτη μου
Αν από τα θαύματα μπορούσα
Μόνο τη λάμψη να τυλίξω στο Ναό μου
Θα μπορούσα τότε στα σίγουρα
Χειρουργικά να αφαιρέσω λυτρωμένος
Απ’ το χαστούκι το κίνητρο
Και στον κάλαθο να πετάξω των αχρήστων
Όλου του κόσμου τον υποκειμενισμό
Μα δεν αντέχω τέτοιο κρίμα
Γιατί ρομαντικός επιμένω να κοιμάμαι
Με την ηθική του μέλλοντος
Στο προσκέφαλό μου

Την αισθητική της τεκμηρίωσης

Το ποίημα αναρτάται εκ νέου
διότι αρέσει στην κυρία Ροδοπούλου.

Σχολειαρόπαιδα
Αναρτούν στο σύνθημα
Σπασμένους τοίχους

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

Το δεκαεπτασύλλαβο τούτο τρίστιχο αναρτάται
επειδή είναι μάλλον επίκαιρο.





Ο Kirkpatrick αναρτάται να παίζει Bach
επειδή ο Σωτήρης Παστάκας μου απαγόρευσε
να παίζω ροκιές και ειδικώς Alice Cooper.

11 Μαρ 2009

ΟΙ ΠΙΟ ΑΓΙΕΣ ΒΡΙΣΙΕΣ ΜΟΥ

Να βρω μία γωνιά για να κουρνιάξω
να φτύσω τα φιλιά σου απ’ το στόμα
το δέρμα μου που άγγιξες ν’ αλλάξω
να πω κι όσες βρισιές δε σου ’πα ακόμα.

Να διώξω από τ’ αφτιά μου τη φωνή σου
τα λόγια σου που λες τώρα σε άλλον
το μάγουλο να γδάρει η μορφή σου
σαν στάξιμο αργό υγρών κρυστάλλων.

Και την καρδιά που σκότωσες να θάψω
μα πάλι και χωρίς αυτήν θα κλάψω.

Τα μάτια μου που σ’ είδανε να δέσω
τα χέρια που σ’ αγκάλιασαν να κόψω
τα πόδια μου γυρνώντας να πονέσω
κι αυτήν μου την ανάσα να διακόψω.

Αόρατος στο δρόμο να γυρίζω
την πόρτα σου σαν πάχνη να περνάω
λιγάκι τα μαλλιά σου να μυρίζω
και δίχως μια καρδιά να σ’αγαπάω.

Για σένα οι πιο άγιες βρισιές μου
που τώρα γίναν άγριες προσευχές μου.

Τη φωτογραφία του Καρούζου
και το εξαίρετο ποίημα του Ι.Ν. Κυριαζή
αφιερώνω στις γυναίκες
που δεν καταλαβαίνουν.

10 Μαρ 2009

STING LIKE A BEE

Όταν ο 32χρονος πρώην πρωταθλητής Muhammad Ali επρόκειτο να αντιμετωπίσει τον 24χρονο πρωταθλητή George Foreman στο Ζαΐρ, λίγοι πίστευαν στην επικράτηση του γηραιότερου. Ο Ali, όμως, ξάπλωσε στο καναβάτσο το νεαρό Foreman, ακολουθώντας μια παράξενη στρατηγική: προτίμησε να δέχεται το χτύπημα για να εξαντλήσει το νεότερο αντίπαλο, από το να το δίνει προκειμένου να τον θέσει νωρίς εκτός μάχης. O Ali ήξερε ότι αποκλείεται να συναγωνιστεί επιτυχώς τον πρωταθλητή στη δύναμη-καίτοι γηραιότερος, επέλεξε την αντοχή.
Δεν ξέρω αν αυτά έχουν σχέση με την ποίηση. Με τη δική μου, σίγουρα.


Dance like a butterfly, sting like a bee


Έχουμε και τραγουδάκι.


9 Μαρ 2009

ΟΙΗΣΗ

Προηγουμένως διάβασα ένα ενδιαφέρον κείμενο του Ανθρώπου Χωρίς Ιδιότητες, το οποίο είχε, μεταξύ άλλων, να κάνει με τη ροή οιήσεως στα ιστολόγια ποιητικού προσανατολισμού. Εξ αφορμής, επιθυμώ να διατυπώσω κάποιες πίστεις μου.
α) Όλοι (εξαιρέσεις απολύτως ανύπαρκτες) οι ποιητές αποζητούν την επιδοκιμασία. Κανείς τους δεν καθίσταται εξ αυτού αλαζόνας. Πρόκειται περί μη ικανής συνθήκης.
β) Ο αλαζόνας -όχι αναγκαστικά ποιητής- ο οποίος ευρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της βδελυρής νόσου του είναι αυτός που προβάλλει τη σεμνότητά του. Πραγματικά σιχαμερός.
γ) Ο καταλογισμός της αλαζονείας από τους εσχατοσταδίτες νάρκισσους είναι ο συνήθης καταλογισμός (φωνάζει ο κλέφτης). Κι επειδή ο νάρκισσος δε νιώθει την ανάγκη να εξηγεί (έχει, ως γνωστό, παρεξηγήσει το ύψος του), ο συνήθης καταλογισμός του ναρκισσισμού είναι αστήρικτος.
δ) Υπάρχει στατιστικώς σημαντική συνεμφάνιση των ακόλουθων χαρακτηριστικών στους εσχατοσταδίτες νάρκισσους: (i) Αστυνόμευση του ναρκισσισμού (ii) Αυθαίρετη πεποίθηση λήψης πτυχίων ψυχολογίας και ψυχιατρικής (iii) Eφαρμογή της ανύπαρκτης (περί την ψυχολογία και ψυχιατρική) γνώσης των προς όλες τις κατευθύνσεις (από τους στενούς συγγενείς έως τους παντελώς αγνώστους συνομιλητές του διαδικτύου) (iv) Φασίζουσες συμπεριφορές (v) Ήθος κατά το δοκούν (vi) Κυκλοθυμικότητα.
Επί του θέματος μπορεί και να επανέλθω. Προς το παρόν αυτά.

7 Μαρ 2009

ΧΟΡΧΕ, Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΜΟΦΙΛΙΚΟΥ


Ήμουν στο δημοτικό σχολείο όταν πρωτοδιάβασα το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Σπίτι με κήπον». Θυμάμαι καλά πως είχα σταθεί στην περιγραφική ζωολογία του ποιήματος, το μόνο, δε, λιγότερο παιδικό που μου προέκυψε ήταν το ερώτημα: «άραγε οι μεγάλοι ποιητές γράφουν επίτηδες ποιήματα που καταλαβαίνουν και τα παιδιά;».

Το ερώτημα επανήλθε συνειρμικά διαβάζοντας τον «Χόρχε» του Σωτήρη Παστάκα-όχι τυχαία. Η πρώτη μου σκέψη, ανακύψασα από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ήταν η ανάγνωση του ποιήματος στο γειτονόπουλο του δημοτικού σχολείου ή το αγέννητο παιδί μου. Η ζωντανή αφήγηση, ο γάτος πρωταγωνιστής, το χαρίεν ύφος, το γάργαρον της ροής νομίζω πως καθιστούν το ποίημα κατάλληλο για μια τέτοια ανάγνωση. Είναι, άλλωστε, σημαντική λογοτεχνική έκπληξη για το νεαρότατο αναγνώστη (ή ακροατή) η συν τω χρόνω συνειδητοποίηση πως ο άλλοτε πρωταγωνιστής-ο γάτος εν προκειμένω-δεν είναι παρά ένα εργαλείο.

Το προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Παστάκα είναι η αφήγηση μιας εσωτερικής αιμορραγίας- κι επειδή μ’ αρέσει ενίοτε να διολισθαίνω στο μελοδρατισμό (αν και στο ποίημα ο μελοδρατισμός αποφεύγεται με αξιοπρέπεια και επιτυχία) θα έλεγα ότι πρόκειται για την αφήγηση της αργής, αθέατης πληγής ενός αιμοφιλικού. Η συζήτηση επί της επιλογής του πρωταγωνιστή-γάτου θα μπορούσε να είναι μακρά, γι’ αυτό και θα σταθώ μόνο σε μια επισήμανση: ο γάτος διαθέτει στο τρίχωμα του τη ζέστα που απαιτεί μια εκ βαθέων εξομολόγηση (ζέστα προστασίας, κουράγιου, παρηγοριάς) και στη συμπεριφορά του τον κυνισμό που απαιτείται για το καθρέφτισμα του περιστασιακού ανελέητου.

Η αρχετυπική αντίδραση μετά από ένα σκαμπίλι είναι, φρονώ, γνώριμη στον καθένα. Το σώμα αποσύρεται όπου μπορεί για να είναι μόνο του και να κλάψει. Ο Παστάκας αποσύρεται στο ποίημα για να μιλήσει, το ποίημα αποσύρεται στο γάτο για να καταστήσει εφικτό τον εαυτό του. Η περιήγηση στη θεματική του ποιήματος, σε ό,τι με αφορά, τίθεται σε δεύτερο πλάνο. Η μοναξιά είναι παρούσα, η αυτοκαταστροφικότητα είναι παρούσα, η στοχαστική ματαιότητα επίσης- κι από την άλλη, η ελπίδα, η εσωτερική καθαρότητα, η ρεαλιστική ανακούφιση.

Επιθυμώ να σταθώ στο μεγαλύτερο, κατά τη γνώμη μου, προσόν του ποιήματος: ο ποιητής διασκεδάζει την πληγή του. Χορεύει γύρω της, τη θωπεύει με επιδέσμους, τη γδέρνει με τσουγκράνες, την καλλιεργεί με νύχια, διαλέγεται μαζί της, τη μυρίζει, την πιέζει, τη γδύνει, της τάζει, της υπόσχεται, την υβρίζει, της χαμογελά, την ξελογιάζει, της επιτρέπει να τον σκοτώσει γλυκά. Ακρότητες εκλείπουν: μπροστά το ευχάριστο παραμύθι και το γατίσιο παιχνίδισμα, υποδορίως ο σπαραγμός. Η τραγικότητα έχει μετατεθεί ολοσχερώς στον υπαινιγμό: αναδραστικό γλέντι!

Αναστάσεις ο Χόρχε δεν καταδέχεται. Ας αφήσουμε να μας το πουν τ’ ακροκόκκαλά του. Έτσι αφηγείται η αργή πληγή:

Δυο χέρια δεν κάνουν μια αγκαλιά
ένα χέρι μπορεί
όταν χαϊδεύει τη ράχη του

Κι έτσι τελειώνει τη διαθήκη της:

...σήμερα που ο γάτος μου έγινε
τεσσάρων χρόνων
μετά από τέσσερα έτη συμβίωσης
απαιτώ να τον ανακηρύξετε
ως μοναδικό μου κληρονόμο
*Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Στάχτες"

6 Μαρ 2009

Δημήτρης Μουζάκης


Ο συμμαθητής μου στο δημοτικό σχολείο, νυν ζωγράφος Γιώργος Κ., με πληροφόρησε προσφάτως ότι διαθέτει προσωπογραφία μου από το προ 20ετίας χέρι του, το παιδικό του.
Ένιωσα περίεργα με την αποκάλυψη. Αν και δε μοιάζω, είμαι- υπό του προσώπου μου αναγράφεται το όνομά μου.
Σ' ευχαριστώ, Γιώργο. Σου βάζω τραγουδάκι της αυτής εποχής.


28 Φεβ 2009

ΔΕΝ ΕΖΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΟΥ Ο ΘΕΟΣ


Θα μιλήσει αυτός
που ’ναι άξιος ν’ αγαπήσει
αλλά ανάξιος ν’ αγαπηθεί.
Σκληρός, απότομος, φριχτός
χάνει μέσ’ απ’ τα χέρια του
τη γυναίκα του
την αγάπη του
των σπλάχνων του το φως
το αίμα των αγγείων του
τη ζωή της ζωής του
το κίνητρο τραγούδι
μελωδίες κάποτε στα κράσπεδα
και τώρα σάπια μουσική.
Αρνιόσουν πως κάποτε θα μ’ άφηνες
μονάχο μου- θυμάσαι;
Όχι εγώ ποτέ, όχι εγώ
ποτέ- λες και με μια προφορικότητα
στυλώνονται στο μέλλον οι αρνήσεις.
Σήμερα που ξεκόλλησες από πάνω μου
το μέσα μου σκοτείνιασε
δε βλέπει πού χτυπά η καρδιά μου
στήθος το νόημα δε βλέπει
ορίζοντα δεν έχει το πένθος αυτό.
Φλύαρα δάκρυα πήζουν το κρύο
κολόνες με καταπλακώνουν
θάβομαι στον τρόπο που με κοίταζες:
υπόσχεση
ότι δεν είχες τίποτα να μου συγχωρέσεις.
Για ένα είχες δίκιο:
δεν έζησε ποτέ Του ο Θεός
κι ίσως σε λυπηθεί
η παγωμάρα αυτής της νύχτας
που αλυχτώ σαν το σκυλί
την εγκατάλειψή Του.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2009)

26 Φεβ 2009

ΣΤΑΥΡΟΚΟΠΙΕΜΑΙ


Πάλι γδύνεσαι
Σαν το χαρταετό μου˙
Σταυροκοπιέμαι
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


18 Φεβ 2009

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΝΤΕΧΕΙ


Αν χαμογελάσεις σ’ ένα λουλούδι
ένα αεράκι θα σηκωθεί
απ’ τους καθρέφτες που κοιτάχτηκες
και, βλεφαρίζοντας μέσ’ απ’ τα φύλλα του,
θα τ’ αναγκάσει να θροΐσουν έναν ψίθυρο.
Ο ψίθυρος αυτός θα σου φανεί δυσνόητος
σαν τη ντροπή που με αναγκάζει
να μαγκώνω αυτό που θέλω να σου πω
σε πράγματα που δεν καταλαβαίνεις.
Γι’ αυτό αποκρυπτογραφώ τον παράξενο ήχο
της έκστασης
αναγκάζοντάς τον να σου πει
πως είσαι όμορφη κι αν θες αδιαφόρησε˙

το ποίημα αντέχει όχι εγώ.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


15 Φεβ 2009

Μ' ΑΛΛΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΑΞΙΔΕΥΩ


Ο ΑΝΕΜΟΣ ΒΥΣΣΟΔΟΜΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΥΡΤΕΣ

Χρόνους και χρόνους πριν την ιστορία
όταν η ατμόσφαιρα από φύλλα ήταν φτωχή
βρήκε τρόπο η ποίηση να φτιάξει οξυγόνο
κι έπεσαν κεραυνοί μες στα νερά.
Από το πουθενά σηκώθηκαν τα δένδρα
από το πουθενά ναύλωσε κι η ποίηση
σιωπή
να ταξιδεύει μια περίσταση στο πράσινο
ώσπου να γιγαντωθεί και να το καταπατήσει.
Κανείς τους δεν ομιλεί˙ όπως και να το πεις
(μίσος ή απερισκεψία)
τόση περιφρόνηση για τα παιδιά τους
που παίζουν κάτω από τον ήλιο στην αυλή
μόνο ως αδυναμία ίσως εξηγηθεί
της ανθρωπότητας που έμεινε στη λάσπη
ενώ θα έπρεπε κι αυτή να σηκωθεί.
Στο χλώριο ελευκάνθησαν τα φύλλα
μπροστά μου δεν επαρκούν παρά για μια διαμαρτυρία
που θα τη γράψω κι ας είναι γραφική
κι ας γέρασαν από συμφέρον τα μελλούμενα
της κάθε προηγούμενης γενιάς:
Δεν μπορώ να γνέψω πουθενά.
Αντίθετα, μ’ άλλο τραίνο, ταξιδεύω.
Δεν μπορώ μες στην ταχύτητα να πείσω.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


13 Φεβ 2009

ΜΟΝΩΔΙΑΛΟΓΟΙ


ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Στον Γιάννη Τόλιa

Πολεμούσες με το κλειδί ανάφλεξη καυσίμου.
Τίποτα.
Δεν απελπίστηκες.
Ψάχνοντας γύρω για σπινθήρα
ανακάλυψες εκείνη
να βγάζει το σκουλαρίκι της
για ν' ακουμπήσει τ' ακουστικό.
Ήθελες να 'σαι η φωνή που της μιλά
φωνή ολόκληρος, το ξέρω

όπως ξέρω πως μ' αυτή σου την επιθυμία
πήρε φωτιά η μηχανή σου
μύρισε λάστιχο
κάηκε η πόλη μονομιάς
γκρεμίστηκαν τα τείχη
κι έγινες δάσους αναβάτης
καβαλάρης σ' οξυγόνο ολοκαυτώματος.


COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ




11 Φεβ 2009

ΚΙ ΟΜΩΣ

Κάηκα ξανά
Κι όμως ξαναβιδώνω
Την ίδια λάμπα
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


9 Φεβ 2009

ΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Σήμερα Τρίτη 10-02-09
και ώρα πέμπτη απογευματινή
ο Δημήτριος Μουζάκης
συζητά με τον Διονύσιο Μπονέλη
περί Ποιήσεως και Υδροβάτη

8 Φεβ 2009

ΘΡΗΣΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Θρήσκος ποιητής
Περνά πριν γράψει απ' το
Γυναικωνίτη
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ


7 Φεβ 2009

ΠΑΓΩΤΟ


Θέλω παγωτό
Μονάχ' από τη γλώσσα
Που το έγλειψε

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

Rock the cradle of love, people...