30 Νοε 2008

ΚΟΧΥΛΙ ΜΕ ΑΥΤΙ

Πίνακας του Γ.Κ.
Στο τραπέζι
άλλοι κοιμούνται
άλλοι λιποθυμούν.
Οι μεν σηκώνονται και τρώνε.
Μπορείς να πεις πως ξύπνησαν
πως δέχονται επισκέψεις.
Οι δε ανοίγουν τα μάτια τους
δίχως να σηκωθούν.
Πες πως συνήλθαν
έτοιμοι να σ’ επισκεφθούν
στο χαρτοφύλακα, στο λουκέτο, στη μπετονιέρα.
Δε θα ’ναι μόνοι.
Θα ’ναι μαζί κοχυλοκέφαλη μορφή
κλειστή σαν άδεια μέρα.
Θα ’ναι μαζί κοχυλοκέφαλη μορφή
που σκέπτεται τ’ αντικείμενα.
Έχει και αυτί, ακούμπα πάνω
το δικό σου. Έτσι να χαιρετάς:
δεν είν’ η θάλασσα, γελοίε
αέρας που στροβιλίζεται.

Κούνα το κεφαλάκι σου να εκραγεί η ρυτίδα.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


28 Νοε 2008

ΜΩΡΑ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΣΑΝΕ


Πίνακας του Γ. Κ.
-του προ 23 ετών διπλανού μου-

Κλάμα μωρού στο σπίτι μου νυχτιάτικα;
Αδύνατον.
Εργένης γαρ, ωσάν τον κούκο
μονάχα ώρες ξεφωνίζουν εδώ μέσα.
Σηκώνομαι με δυσφορία
αναζητώ την κούνια˙
δεν μπορεί να με γελά
αυτό μου το προαίσθημα.
Ψάχνω αλλά μωρό δε βρίσκω
η πυρίτιδα απορροφά νερό
πληγιάζει η προφητεία.
Κατάλαβα. Πρέπει νανούρισμα
να γράψω απόψε.
Κάποιος εκεί έξω θα πεθαίνει.
Μωρά που μεγαλώσανε γεμίσανε οι τάφοι.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

27 Νοε 2008

ΕΓΚΑΥΜΑ



Στην τελευταία φάλαγγα του κάθε μου
δαχτύλου
βρίσκεις τη χαρακιά π’ έκανα
με σκουριασμένο, αχρησιμοποίητο
ξυράφι. Οικειοθελώς εκβίασα
μιαν αναντίστρεπτη, συγκεκριμένη
αφή
να ’ναι πόνος ό,τι περιεργάζομαι.
Είμαι έγκαυμα.
Δεν υπάρχει πυροσβέστης
να με σβήσει
ως κι η αποστείρωση με συντηρεί.
Αν θες να με καταπραΰνεις
άλειψέ με με χαρτί.
Είναι το μολύβι μου βαρύ
μες στη θερμοκοιτίδα.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


24 Νοε 2008

ΚΟΥΡΕΥΩ ΤΟΝ ΗΛΙΟ



Δε σου αρέσουν τα μαλλάκια σου, αγάπη μου;
Σπεύδω.
Κουρεύω τον ήλιο
τις ηλιαχτίδες μία μία αποσπώ
με ουρανό τσιμπιδάκι.
Δεν είναι δύσκολο
είναι για τα ματάκια σου
να μην είναι βουρκωμένα και υγρά
αλλά γιομάτα σπινθήρα μεταξιού.
Σου προσφέρω δώρο την κόμη του ήλιου
μέσα σε καφετί, ερυθρωπό κουτάκι
τριανταφυλλιάς. Άκουσε τις αχτίδες προσεχτικά.
Λάμπουν και τραγουδούν
πάλλουν τις χορδές του θάμβους
για να με ξελογιάσουν
να τις αφήσω ελεύθερο φως.
Όμως όχι
είναι για σένα
είναι δικές σου
για τα ματάκια σου
και πες πες
είσαι χαρούμενη;
Πες πες πες
είσαι χαρούμενη, αγάπη μου
γλυκό μου, στρουμπουλό, αφράτο καρβελάκι μου;
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

23 Νοε 2008

ΣΠΥΡΟΥ ΣΦΕΝΔΟΥΡΑΚΗ, Ποιήματα

ΜΕ ΑΓΩΝΕΣ

Η βεβαιότητα του ήλιου πως θα λάμψει κι αύριο με ξεπερνάει
Σαν έρχεται η μέρα και φωτίζει τις πορείες που δεν πήραμε τη νύχτα
Τα βήματα που χάθηκαν μαζί με το κουράγιο σε χέρια άψητα
Έρχεται ο ήλιος κι ανατέλλει μ’ ένα «σας το’ χα πει» ανελέητο
Κρέμονται τα κουρέλια στα σύρματα της αβίαστης βίας τους
Κοιτούσαν τον ουρανό στο βάθος του δρόμου κατακόκκινοι
Ο ήλιος είναι σίγουρος για τον ερχομό του
Περάσανε τα χρόνια χωρίς να διστάσει κάποιος, να κλάψει
Χωρίς τα αίματα να τρέξουν στις ολόρθες γροθιές τους
Ο ήλιος βέβαια θα φωτίσει τον τρόμο και το θάρρος εξίσου
Θα κρυφτούν μόνο όσοι πέρασαν κοιτώντας με αμέτοχη θλίψη
Ο ήλιος καίει το καταχείμωνο στις πιο παγωμένες κορφές
Ξέρει πως θα’ ναι εκεί και πάλι αύριο να δίνει χρώμα στο χάος
Που ελπίζει να γίνει μορφή τέλειας αρμονίας
Οι ελπίδες γέννησαν τέρατα που γέννησαν νεκρούς που ελπίζουν σε παράδεισο
Εδώ, σε πόδια αβάσταχτα κάτω από μέταλλα και κραυγές
Οι αυγές μας τελειώνουν με κάθε υπόσχεση
Ο κόσμος είναι βέβαιος για τον ήλιο και κοιμάται ήσυχος
Ο κόσμος βέβαια ορέγεται νύχτα όσο περισσότερο γεμίζει φως
Στο βάθος το βλέπεις κι εσύ σαν τους ετοιμοθάνατους
Όσους δεν κατάφεραν να περάσουν πλήρεις αισθήσεων
Κάποιοι στάθηκαν, κάποιοι χάθηκαν, κάποιοι μαράθηκαν
Ο ήλιος είναι βέβαιος για τον τρόμο

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΨΗ

Το πυκνό σύδεντρο κρύβει τη μοίρα όσων δεν γνώρισαν τ’ αστέρια
Αγνοί σαν κάτι που δεν ξέρουμε πώς φθίνει

Βαθιά στις ρίζες που σκάβουν τα γουρούνια
Φύονται λαίμαργες υφές
Εκείνοι δεν πλέκουν θαλλούς περίτεχνους
Αφήνουν το χώμα να ορίσει τα όνειρα κάθε νύχτας τους
Οι λέξεις τους μυρίζουν βρεγμένο χορτάρι κι ελπίδα ματωμένης σάρκας
Το άγγιγμα τραχύ και τρυφερό
Ο έρωτας είναι εκεί και πλάθει ποίηση στις άκρες των χειλιών τους
Νοιώθουν το χρόνο σαν τα δέντρα

Ο ύπνος πολεμά κούραση και τέρατα μαζί
Η νύχτα πρέπει να περάσει αναίμακτα
Ηδονικές γιορτές νικούν την αγωνία
Ποιος κάνει τα κορμιά να ριγούν και ποιος δοξάζει τον ήλιο;
Φωτιά ο όλεθρος, φωτιά ο φίλος

Νοσταλγικά μιλάς για τις μέρες που πέρασαν
Τώρα που η νύχτα γεμίζει τη χαρά μας
Τώρα που οι λαίμαργες υφές έχουν πλέξει εδέσματα
Ο έρωτας είναι πάλι εδώ μα χρόνος δεν υπάρχει
Τα όνειρά σου είναι σίγουρα για το ξημέρωμα
Το άγγιγμα απαλό και τρυφερό
Ο ύπνος πολεμά άχρηστες σκέψεις
Οι λέξεις νικούν το αίμα μερικές φορές
Η ηδονή είναι γιορτή κι η αγωνία πόθος
Καθώς τα σύννεφα κοιτάς κάτω απ’ τα πόδια σου να τρέχουν
Μιλάς νοσταλγικά για τις μέρες που τυφλοί δεν υπήρχαν
Αγνοί σαν τα πεσμένα φύλλα που σκεπάζουν το σάπιο χώμα
Κι εγώ στρέφω το βλέμμα μου σε παγωμένες στέγες
Στέλνω τους χοίρους μου να σκάψουνε για τρούφες
Ποιος θέλει να’ ναι αγνός όταν μετρά τ’ αστέρια;

Η άγια σκέψη θα μας φυλά στον αιώνα τον άπαντα
Αμήν

ΣΥΝΔΡΟΜΟ

Κατά πως έρχεται το σκοτάδι αναβλύζουν παιχνίδια με λέξεις σα θηλιά
Αστεία, θλιβερά, απαραίτητα

Το σκοτάδι δε θα φύγει πριν αγγίξω τους λειχήνες
Στο δέντρο της μυρωδιάς σου
Πότε άρχισα να ευωδιάζω ερωτικούς ήχους;
Πότε λούστηκα χαρμολύπη στο βάθος των σκοτεινών ματιών σου;
Πότε έσβησε το φως που λιώνει την πέτρα δίπλα στη μεγάλη θάλασσα;

ΘΕΡΑΠΕΙΑ;

Και τώρα;
Ανίκητη φιλάς στόμα ανέσπερο
Πώς ξεμπλέκει ο κισσός από τα ξερά κλαδιά μου;
Η ανάκλαση της χαράς στη χτένα που δεν έχεις στα μαλλιά σου
Κεντά περίτεχνες ίνες στις άκρες των δαχτύλων που ανιχνεύουν τον πόθο σου
Οσμές περσινής στάχτης δολοπλοκούν στα απογυμνωμένα δάση
Ανάμεικτες με φερομόνες δυσπρόσιτης ευδαιμονίας
Ακίνητος κρατώ σώμα ανέλπιστο
Ύπνος ηδύς

Αγέρωχα στάθηκα στο εκτελεστικό απόσπασμα της ποίησής σου πανδαμάτορα
Μα έπεσα μπροστά στον ήχο της μουσικής σου αναίδειας, με τα κρουστά χέρια της να κτυπούν τα λόγια μου, καρφωμένα καθώς παρέμεναν στον αυχένα
Δεν υπέκυψα στην ηλεκτρονική αναμονή, όχι χωρίς μάχη με τους πέρσες σου
Που στέλνεις κύματα στις ζεστές μου πύλες
Μα στο σκοτάδι οι εφιάλτες ανθίζουν παραφορά
Προσφέρουν αεικίνητες ψυχές που αυτοκτονούν στα μάτια της

Ανίκητη θλίψη, προϊόν συγγενούς απώλειας συναισθηματικής απλότητας
Αύριο ένα γέλιο θα πλέξει θώρακα αλεξίπικρο για την ευρύχρονη καρδιά μου

ΠΑΡΟΧΘΙΑ ΑΛΓΗ

Η ηρεμία της λιμνοθάλασσας έσπασε σε κύματα φυγόκεντρα
Μια μαύρη πέτρα στο βυθό πια
Μια δεύτερη στην όχθη περιμένει
Ο ουρανός παρέμεινε απαθής μπροστά στην παραμόρφωσή του

Όταν η εικόνα του πιο ζεστού προσώπου γίνεται κυματομορφή
Ο βυθός αναταράζεται και ξεχνά να μένει σιωπηλός
Θα στείλει άραγε πλοκάμια να τυλίξουν το σώμα που στέκεται βουβό
Να μην αντέχει την οικειοθελώς ρέουσα ευτυχία;

220 284

Υπάρχουν κάποιοι αριθμοί που είναι τέλειοι
Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που είναι φίλιοι
Ποτέ οι ίδιοι όμως, ποτέ οι ίδιοι

ΕΣΤΙΓΜΕΝΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Καθώς περνάς από τη στάση τρέχοντας
Δες τα πρόσωπα που κρύβουν τη ζωή τους κοιτώντας χαμηλά
Στάσου και γέλασε με τις σκιές που πληθαίνουν τη μοναξιά τους
Τα φώτα σβήνουν μια-μια τις διαστάσεις σου μαζί τους
Δεν θα προλάβεις τα χρώματα, η μέρα θα βρει μόνο αποτσίγαρα

Ανέβα στο λεωφορείο, ψάξε ποια χειρολαβή σου καίει τα δάχτυλα
Κράτα κεντρομόλο το κορμί σου πάνω από τα μαύρα μαλλιά της
Θα ακούσεις έλατα να γέρνουν στον άνεμο
Θα δεις βελανιδιές μεθυσμένες να ρίχνουν τα κύπελλα
Θα μυρίσεις πεύκων βελόνες να πεθαίνουν στη βροχή
Θα οδηγήσεις μουσική στο κόκκινο δέρμα της

Απορώ μερικές φορές πώς όλοι οι άνθρωποι στις στάσεις ξέρουν πού πάνε
Πώς όλες οι στάσεις ξέρουν να κρατούν την αναπνοή τους
Πριν εκτοξεύσουν τη λεία τους με προκαθορισμένη αβεβαιότητα
Οι στάσεις είναι απαραίτητες σε όσους δεν κυνηγούν το φως

Σηκώθηκε κι αυτή με προσμονή και μια αίσθηση απώλειας
Μπορείς να δεις το βήμα της πιο γρήγορο μέχρι το κατώφλι
Εκεί που ο χρόνος θα συσταλθεί για λίγο πριν τρέξει στο πρωί
Ίσα να δει δυο λέξεις που θα ανάψουν το φως των ονείρων της

Καθώς περνά τρέχοντας την τελευταία στάση, περίμενε
Κατέβηκαν όλοι πριν φθάσουν στο τέλος
Τα πρόσωπα, οι σκιές και η απουσία χαμόγελου, έμειναν
Ο οδηγός και το τέρμα που έρχεται

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ



Τ’ άρωμά της το ’φερνα
απ’ το σπίτι μου.
Μύριζε ήλιο και γιασεμί
ζέστα και παράδεισο
πυκνή στα μάγουλα και ροδαλή δροσιά
λιγοθυμιά
από έρωτα αμούστακο.

Το άρωμα που της έφερνα
απ’ το σπίτι μου
τ’ ακούμπησα στο κομοδίνο της
για να με κάνει άντρα.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

22 Νοε 2008

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

Διαβάζω το ποίημα του Boris Vian "ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΚΥΛΕ". O Basil τραγουδά "Dogs in the kitchen" σε δική του μουσική και στίχους του Bernie Taupin.

Για περισσότερα ποιήματα του Βoris Vian
κι αναγνώσεις των
πορευόμεθα προς
Ποιείν.

21 Νοε 2008

N

Μιλώ για χρώματα
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο
ολίσθηση, βιασύνη, φρένο.
Δεν ξεχωρίζω
από τους άλλους οδηγούς.
Στους ίδιους δρόμους
αγωνιώ
με τα ίδια πετάλια
πασχίζω.
Η γυναίκα μου όμως ξέρει
(αυτό ερωτεύτηκε)
πως σε μιαν άφαντη στιγμή
της κόπιας μέρας
μεγεθύνω μιαν εγγύτητα
σα να ’τανε ορίζοντας.
Δίνω στο προφανές σημασία.
Για σένα μιλώ, φανάρι˙
σ' είδαν πολλοί ν’ ανάβεις
μα εντός σου τα χαράγματα
κανείς.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

20 Νοε 2008

ΠΩΣ ΠΙΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΛΙΜΑΝΙ



Αν όπου θάλασσα γινότανε στεριά
κι όπου στεριά, θάλασσα γινόταν
θα πέφταμε όλοι ανήμποροι στο νερό
έχοντας κατά νου την επιβίωση.
Τόσον αφρό από πλατσούρισμα
ωκεανός δε θα ’χε ματαδεί:
άνθρωπος άνθρωπο να πιάνει για σωσίβιο
άνθρωπος να κατατρώγει άνθρωπο
χώρο για να κάνει στο κολύμπι
όλα για να ξαναπατηθεί το χώμα
κι ας χαθεί από τα πτώματα ο βυθός.
Χρειάζεστε, άραγες, εμένα να σας πω
με υποθέσεις ό,τι ζείτε κάθε μέρα;
Σεις γνωρίζετε καλύτερα πώς πιάνει κανείς λιμάνι.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


Οι Nightwish τραγουδούν για μας



Ο ποιητής Γιάννης Βούλτος διαβάζει τα ποιήματά μου
"Συνήθεια" και "Το Θεριό"

Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή
για το πολύτιμο δώρο του
και καταθέτω και από εδώ το θαυμασμό μου
για την εκφορά του.

17 Νοε 2008

Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΣ



Από εδώ που είμαι φαίνεσαι καλά.
Σκαρφαλώνοντας ένα φλεγόμενο δένδρο
παίρνεις επάνω σου όλη τη φωτιά
και την ευθύνη
χιμώντας πυρόδερμος στο άρμα.
Ψάχνεις μανιασμένα τρόπο να μπουκάρεις
μπαίνεις απ’ το κανόνι˙
στο δρόμο σε συναντά οβίδα
πυροδοτείται απ’ το στουπί
των εμπρηστών.
Το άρμα ανατινάσσεται
εκρήγνυνται οι φασίστες
γλιτώνουν οι αθώοι φοιτητές
τους γέροντες προσπαθείς να σώσεις.
Όχι, δεν έχω μπερδευτεί.
Είναι παντού ο Γιώργος ο Κηρύκου.
Το ήθος δεν έχει αυλαία
δεν εκπίπτει από τον άνδρα εποχή.
Το δένδρο απόμεινε μαύρο, ξεψυχά
περνώ περαστικός και κόβω ένα κλαδί
ιχνηλατώ με κάρβουνο το βήμα σου
φιλώ εκεί που πάτησες
γονατιστός προς τιμή σου παρελαύνω
σ’ ακούω από το μνήμα σου νεκρούς
να παρηγορείς και θάνατο να καταριέσαι.
Αχ κι απ’ την καρδιά σε όλους να ’μπαινες.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)



16 Νοε 2008

ΜΕ ΠΛΑΤΗ ΤΗ ΜΥΡΤΙΑ



Πού καταχώνιασες όλα τα πουλιά;
Νομίζεις έτσι η ντροπή πως θα ξεπλύνει;
Σ’ ακούν οι μέλισσες μέσα στα κελιά
Λιώνει η κηρήθρα τους, την άφησες και σβήνει

Βουΐζοντας όσα σου ’γραφα παλιά
Όταν γονάτιζε στην πένα η οδύνη
Λόγια ανήμερα μες σε ζεστή φωλιά
Πετροχελίδονου που τα ’χτισε να μείνει

Με γύρω του κλαράκια μας, κλαμένα μικρά χαρτιά
Στον κήπο που φιληθήκαμε με πλάτη τη μυρτιά

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ




τ' άσπρο σου το νυχτικό...

14 Νοε 2008

ΟΛΑ ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ



Βουνίσιος ήταν ο Ναός
κι άνοιγε θύρες τον Δεκέμβρη
μια φορά για νεοσσούς
με τη θερμοκρασία υποδοχή
να τους τρίζει τα δόντια.

Τον πρώτο χρόνο σ’ άφηναν
μόνο γεύση˙
μήτε ήχος μήτε άγγιγμα
μήτε τοπία και οσμή.
Έρωτες, μουσικές, δένδρα και μυρωδιές
όλα με τη γλώσσα.

Σαν ξαναρχότανε ο Δεκέμβρης
(ουδέποτε χειμώνας
παραιτήθηκε από χρόνο)
σου ’λεγαν πως θα σου πάρουνε
τη γεύση σου
και θα σου δώσουν πίσω άλλη
αίσθηση.
Αν το δεχόσουν έλεγαν
«δεν κάνεις»
και σ’ εξορίζανε για πάντα απ’ το Ναό.

Αν, όμως, έβγαζες τα κόκαλά σου
κι απειλούσες να τα καταπιείς
για να σταθείς
αν έπειθε η εξάρτησή σου απ’ την απώλεια
πως δεν άντεξες τυχαία ως εδώ
πετούσαν στους ανθρώπους
ό,τι σου πήραν στην αρχή
και με προίκα το χαρτί
σε ’στελναν να βρεις
έρωτα, μουσικές, δένδρα και μυρωδιές

όλα με τη γλώσσα.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)




Το άκουγα πάντα-και το προτιμώ-
"...I'm going after rails on a crazy train..."

12 Νοε 2008

ΙΩΣΗΦ


Χειρ Εγγονόπουλου

Ουδέποτε γράφτηκε ερωτική ποίηση
στη φύση
παρά από αγιογράφου μέλη.
Η εικόνα απεικονίζει την Αγία
μία και μοναδική Μαριάμ
του παντός.
Αγιογράφος είναι πάντοτε ο ίδιος
ποιητής
ο πατριός του Θεού Ιωσήφ.
Ιδού ποίημα το ερωτικόν:
ο Ιωσήφ ζωγραφίζει Μαριάμ
Αγία του παντός, Παναγία
κι ολοκληρώνοντας δεν υπογράφει
«δια χειρός» μήτε «χειρ»
(όπως ο Εγγονόπουλος)
αλλά σώμα.

Αλίμονο αν δε λατρέψεις ως το κύτταρο.

Ποιος θα γεννήσει το Θεό;
Ποιος άγγελος πετά με μια φτερούγα;
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

Η Annie Lennox τραγουδά "Love Song
For A Vampire"

10 Νοε 2008

ΦΙΛΙ



Πριν κλείσεις τα μάτια σου για να δυναμώσεις
την αφή των χειλιών σου
Δες τον απείρανθο πόθο μου στις άκρες
των νυχιών μου
Που σκάβουν το αλώνι της πρώιμης ηδύτητας να βρουν ενδόθερμη ανταπόκριση
Πριν κλείσεις τα μάτια σου δες πώς αιωρείται έωλο το άχθος των σταυρών
Γαρύφαλλο δέξου στα σιωπηλά χείλη που ενώνουν το χαμόγελο σε σχήμα
Να ευωδιάσει η μέρα δροσιά και χώμα ζωντανό στο χρώμα των ματιών σου
Και κλείσ’ τα πια, έχω το λόγο σου στα λόγια μου πλεγμένο
ΣΠΥΡΟΣ ΣΦΕΝΔΟΥΡΑΚΗΣ
Ο Σπύρος Σφενδουράκης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

ANOTHER WAY TO DIE



Δεν πήγε καλά η χρονιά από blockbusterική άποψη. Πρώτα χτύπησε ο Spielberg με τα nonsenseκρυστάλλινα κρανία και τη μιαρή υβριδοαρπαχτή Indiana Jones και Ε.Τ. phone home flying saucer this car is too steady Toyota. Κατόπιν, μας αποτέλειωσε ο Bond-το Quantum Οf Solace είναι η χειρότερη περιπέτεια του ήρωος από τη βραχύβια εποχή του Timothy Dalton. Μπορεί να είναι κι η χειρότερη ever. Την έβλεπα και θυμόμουν το "Last Man On Earth" με τον Vincent Price-με τη διαφορά ότι ο Bond δε χρειάζεται cultουριά και νεωτερισμούς. Αρκεί να φτιάχνει τη γραβάτα του, καταδυόμενος με το καταδιωκτικό σκάφος που 'φτιαξε ο Q για τα γεράματά του. Ήμαρτον, κύριοι. Πολύ με πικράνατε φέτος. Πολύ. Το τραγουδάκι τρώγεται. Καλή εβδομάδα.


UPDATE: ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΕΚΤΟΡΑ ΠΑΝΤΑΖΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΣΜΑΤΟΣ

Μου αρέσει αυτό το τραγούδι λόγω ρυθμού απόφασης επειδή είναι κοφτό επειδή καίνε οι χορδές από το παίξιμο ματώνουν τα δάχτυλα. Έτσι θα ήθελα τα τραγούδια μας κι εμάς να κόβονται οι φωνές οι λέξεις με γυριστό κοπίδι όπως τρυγάν κερήθρα μελισσοκόμοι.

ΣΚΕΨΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ:

Μπορεί ένα σχόλιο να είναι παρτιτούρα; Μπορεί το σώμα του ποιητή να είναι το πρώτο όργανο, αρχαιότερο του αρχαιότερου σφυρίγματος;

8 Νοε 2008

ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ









Διαβάζω ένα ποίημα από την
"Αδελφότητα της Θλίψης".
Οι Emerson, Lake & Palmer τραγουδούν "For You".

6 Νοε 2008

ΟΠΩΣ ΟΡΕΓΟΜΑΙ ΠΑΝΤΟΥ



Πώς να σε πω
εσένα που κυλιέσαι μες στο χώμα
π’ ανακατεύεις δάχτυλα και γλώσσα
στο γρασίδι
και ρουφάς με τα ρουθούνια
της γέννησης την άχνη

εσένα π’ ακουμπάς την πλάτη σου
στα δένδρα
κι υποδέχεσαι εκστατικός τερμίτες
και κουκουβάγιες πάνω σου διαβάτες
αλλά και ερπετά κι αράχνες
σφύζουσες ιστών, γητεύτριες ανέμων
χαρμοδέουσες κάμψεις ντελικάτες

εσένα π’ ακολουθείς φωτιά εκεί
που πιάνει γήρας το κορμί
εκεί που ξερνούνε χρόνο
τα αυλάκια
και το νερό στους βάλτους του στερεύει˙ στάχτη

εσύ
ζωσμένος με φύλλα και μανιτάρια
έντομα, όντα λογιώ λογιώ, λόγια στεριανά
πούπουλα κι ερπυσμούς και φρύγανα
βουνά μα και κοιλάδες γης κι ορέων

θάλασσα σε λέω
κι όπως ορέγομαι παντού
σε βλέπω και σε λέω όπως θέλω
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


1 Νοε 2008

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Όταν γράφεις τους στίχους σου αυθόρμητα, παιδί μου
καμιά ανάγκη σου δεν έχει ανάγκη συμβουλή
κι αν δεν πιστεύεις ένα γέρο ποιητή
πίστεψε, τουλάχιστον, στην παντοτινή ευχή του:
λάβε φύλλο αρίγωτο, λευκό σου, και πορεύσου
πάνω στην ευθεία που χαράσσεται απ’ τα λόγια σου
το ’να της ρεύμα το ’χει για το πλήθος
και για σένα το αντίθετο-σ’ ορίζοντα δεν αφορά η πτώση
σε μια μονάχα στάση το αίμα κυκλοφορεί.

Πέτρες, παιδί μου, βρίσκονται
(στάσου στο πιο ψηλό σκαλί της στάσης)
μέσα στην καρδιά σου
(σκάψε μια σήραγγα βαθιά από σμπαράλια)
για να σπάνε
(σκάσε μέσα στη σάλπιγγα
ευσταχιανή σιωπή)
δεν πάλλεται τυχαία η καρδιά σου
δε στέλνει τυχαία τα χρώματα
όπου παθαίνουν ίλιγγο των λέξεων τα οστά
κι αναστατώνονται τα στόματα
κι αναρριγεί βουνά της μοναξιάς η σκόνη
σ’ ανύπαρκτου κεραμικού τοπίο.

Μονάχα, όταν θυμάσαι, να τελειώνεις:
είναι δικό μου αυτό το ποίημα;

Είναι στ’ αλήθεια αυτά τα λόγια του Θεού;

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)